• Δεν μου ήταν εύκολο να κοιμάμαι τα βράδια. Είχα συνηθίσει να με φιλάει η μαμά μου στο μέτωπο κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ κι έτσι δεν με έπαιρνε ο ύπνος χωρίς το φιλί της

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή υπάρχουν 5.389 ασυνόδευτοι ανήλικοι. Παιδιά που είναι με το ένα πόδι στην Ελλάδα και με το άλλο κάπου στην Ευρώπη του Βορρά, εκεί όπου πιστεύουν πως βρίσκεται η Γη της Επαγγελίας και που πολλές φορές τα περιμένουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους.

Η πλειοψηφία των παιδιών αυτών κατάγεται από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Συρία, ενώ ένα 24% προέρχεται από πλήθος άλλων χωρών. Αυτοί οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ζουν είτε σε ζώνες ασφαλείας ασυνόδευτων ανηλίκων μέσα σε «κέντρα φιλοξενίας» ή σε διαμερίσματα και ξενώνες φιλοξενίας. Βέβαια, από τους 5.389, οι 3.327 (σχεδόν το 60%) ζουν εκτός μακροχρόνιας ή προσωρινής φιλοξενίας, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να είναι μέχρι και άστεγοι.

Οι διαδικασίες που ακολουθούνται μέχρι να γίνει η επανένωση με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους είναι αρκετά χρονοβόρες και πολλά από αυτά τα παιδιά εισπράττουν αρκετές απορριπτικές αποφάσεις μέχρι τελικά να ακούσουν το πολυπόθητο «ναι», αν τελικά καταφέρουν να το ακούσουν. Η δυσκολία όμως δεν έγκειται μόνο στην επανένωση. Τα χρόνια που παραμένουν στην Ελλάδα είναι για εκείνα «καμμένα χρόνια», αφού αυτή η μετέωρη συνθήκη της ζωής τους τούς δυσκολεύει πρακτικά (αλλά και ψυχολογικά) π.χ. στο να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους. Το σχολείο θα ήταν ένας ιδανικός τρόπος ένταξης αυτών των παιδιών στην ελληνική κοινωνία, κάτι που δυστυχώς δεν έχει γίνει ακόμα συντονισμένα.

Σύμφωνα με το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, οι ανήλικοι μέχρι να γίνει η πλήρης καταγραφή του αιτήματος διεθνούς προστασίας και να λάβουν το δελτίο τους (τρίπτυχο) διαμένουν παράτυπα στην Ελλάδα. Ο χρόνος αναμονής για την καταγραφή των ασυνόδευτων ανηλίκων ποικίλει ανάλογα με τη χώρα καταγωγής τους και το αν εντοπίζονται στα νησιά (που γίνεται πιο γρήγορα η διαδικασία) ή στην ενδοχώρα (που γίνεται πιο αργά).

Την ημέρα που γίνεται η καταγραφή έχουν δύο επιλογές. Αν υπάρχει κάποιος συγγενής σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν να καταθέσουν αίτημα για οικογενειακή επανένωση. Αν όχι, τότε αρμόδια να εξετάσει το αίτημα διεθνούς προστασίας του ανηλίκου είναι η Ελλάδα. Αν το αίτημα απορριφθεί, τότε έχει δικαίωμα προσφυγής στην αρχή προσφυγών. Εκεί η διαδικασία γίνεται με τη συμβολή δικηγόρου και είναι γραπτή. Εκεί μπορεί να παραπεμφθεί και να λάβει άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους ή να απορριφθεί το αίτημα και να καταφύγει στα διοικητικά δικαστήρια με αίτηση ακύρωσης/αναστολής.

Μια γενιά παιδιών που έχει ζήσει σκηνές φρίκης μέσα στη δίνη του πολέμου, της ανέχειας ή του τρόμου, μια γενιά παιδιών που στρίμωξε τα όνειρα και τις ελπίδες της μέσα σε βάρκες που διέσχισαν το Αιγαίο, μια γενιά παιδιών που ενηλικιώθηκε, όσο οι συνομήλικοί τους έπαιζαν μπάλα και θύμωναν με τους γονείς τους, γιατί δεν τους άφηναν να παίζουν βιντεοπαιχνίδια.

Η Popaganda μίλησε με έξι τέτοια παιδιά που έφτασαν στην Ελλάδα πριν καν προλάβουν να κλείσουν τα 18 τους χρόνια. Κάποιοι κατάφεραν να βρεθούν και πάλι με την οικογένειά τους, ενώ άλλοι βρίσκονται ακόμα εδώ περιμένοντας να δουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον τους.

Ιστορίες σε πρώτο πρόσωπο…

Ο Μουράντ, 19 ετών από τη Συρία, ονειρεύεται πια μόνο τα απλά πράγματα:

«Όταν έφυγα από τη Συρία ήμουν 16 ετών και μου πήρε έξι μήνες να φτάσω στην Ελλάδα, όπου κι έμεινα έναν χρόνο και δύο μήνες. Την πρώτη μέρα που έφτασα στην Ελλάδα, ήταν και η πρώτη φορά που μπήκα σε κελί φυλακής. Μου επέτρεψαν να βγω από το κρατητήριο μετά από περίπου 10 μέρες και μου βρήκαν έναν ξενώνα ανηλίκων στην Αθήνα.

Ήταν η πρώτη φορά που έμενα με συνομήλικούς μου από άλλες χώρες και με διαφορετικές κουλτούρες και έπρεπε να ακολουθώ τους κανόνες του ξενώνα. Ήταν καλά, αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να μείνω για πάντα. Αγαπούσα τα πάντα στην Ελλάδα, μάλλον επειδή έχουμε πολλά κοινά ήθη και παραδόσεις. Οι άνθρωποι ήταν πολύ ευγενικοί, στους δρόμους τους άκουγες να τραγουδάνε και να χορεύουν. Μου λείπουν στ’ αλήθεια όλα αυτά που έκανα στην Ελλάδα.

Όλα τα όνειρά μου για το μέλλον είναι πια νεκρά. Το μόνο που ονειρευόμαστε πια είναι να δούμε πάλι τις οικογένειές μας.

Όσο ήμουν στη Συρία ονειρευόμουν να σπουδάσω Πολιτικές Επιστήμες και να γίνω πολιτικός. Ποτέ όμως δεν ονειρεύτηκα ότι θα ζω στην εξορία. Στη Γερμανία που μένω τώρα δεν έχω καταφέρει ακόμα να πάω σχολείο, γιατί πρέπει πρώτα να μάθω τη γλώσσα. Δεν ήρθα εδώ με τη διαδικασία της οικογενειακής επανένωσης. Οι δικοί μου αναγκάστηκαν να πουλήσουν το σπίτι τους για να βρουν τα 6.000 ευρώ που χρειάζονταν για να κάνω το ταξίδι από την Ελλάδα, οπότε είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσω το σχολείο, δεν μπορώ να μη βοηθήσω την οικογένειά μου σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Είμαι πια 19 ετών, πρέπει πια να δουλέψω και να βοηθήσω την οικογένειά μου. Οπότε σύντομα θα ψάξω και για δουλειά. Κι εδώ όμως, πάλι μόνος μου είμαι.

Όλα τα όνειρά μου για το μέλλον είναι πια νεκρά. Το μόνο που ονειρευόμαστε πια είναι τα απλά πράγματα και κυρίως να δούμε πάλι τις οικογένειές μας. Θέλω όμως, να ευχαριστήσω τους ανθρώπους στην Ελλάδα και τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και τις Γερμανίας. Χωρίς τη βοήθειά τους δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα».

Ο Ιχτισάμ, 20 χρονών από το Πακιστάν, θέλει να έχει πάντα κάτι στην τσέπη του:

«Όταν ήρθα στην Ελλάδα ήμουν 17,5 ετών. Ήρθα μαζί με πολλούς άλλους ανθρώπους, αλλά δεν ήξερα κανέναν τους.

Στην αρχή έμενα σε πάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι όλο το βράδυ περπατούσα τριγύρω και την ημέρα κοιμόμουν. Αργότερα έμεινα σε ένα διαμέρισμα, για έναν μήνα περίπου, και τώρα ζω στον Πειραιά, σε ένα διαμέρισμα που μας παρέχει ο ΟΗΕ, μέσω της PRAKSIS. Ο ΟΗΕ μάς δίνει επίσης κι 147 ευρώ τον μήνα για τα έξοδά μας.

Πήγα δύο χρόνια σε ελληνικό σχολείο, αλλά είναι πολύ δύσκολα να μάθεις κάτι αν δεν ξέρεις τη γλώσσα στην οποία διδάσκεσαι. Αν καταφέρω να τελειώσω το σχολείο και μπορέσω να βρω μια δουλειά, τότε ίσως μείνω στην Ελλάδα. Δεν ξέρω.

Ο ΟΗΕ μάς δίνει επίσης κι 147 ευρώ τον μήνα για τα έξοδά μας.

Η ζωή μου τώρα είναι γεμάτη δυσκολίες, τις οποίες προσπαθώ να αντιμετωπίσω μόνος μου. Δεν μπορώ να πω ποια είναι τα όνειρά μου, γιατί δεν ονειρεύομαι πια. Θέλω απλά να περνά ο χρόνος χαρούμενα και να έχω πάντα κάτι στην τσέπη μου».

Ο Ομάρ, 18 χρονών από το Ιράκ, θέλει να λέει ιστορίες με τις τοιχογραφίες του:

«Έφτασα στην Ελλάδα στα 17 μου. Ήρθα μαζί με τη μητέρα μου, εκείνη κατάφερε -τον πρώτο μήνα κιόλας- να πάει στο Βέλγιο αεροπορικώς, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία κάποιου άλλου. Έτσι εγώ έμεινα μόνος μου εδώ για λίγο παραπάνω από έναν χρόνο.

Τους πρώτους δύο μήνες έζησα σε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα μαζί με άλλους τέσσερις. Λίγο αργότερα πήγα σε ένα μεγαλύτερο. Εκεί μέναμε 10 άνθρωποι σε τρία δωμάτια. Δεν ήταν και οι ιδανικές συνθήκες. Προσπαθούσα να περνάω όλη μου την μέρα έξω, μέχρι που μια οργάνωση με μετέφερε σε ένα άλλο διαμέρισμα, Ήταν δωρεάν αλλά γεμάτο έντομα, οπότε μικρή η βελτίωση στις συνθήκες. Μετά από 9 ή 10 μήνες κατάφερα να μεταφερθώ σε ξενώνα ανηλίκων. Ήμουν ο πρώτος που μπήκε στον ξενώνα αυτό. Ακόμα καθάριζαν το κτίριο όταν πήγα.

Στις αρχές αισθανόμουν πολύ μόνος και μου έλειπε η οικογένειά μου. Δεν μου ήταν εύκολο να κοιμάμαι τα βράδια. Είχα συνηθίσει να με φιλάει η μαμά μου στο μέτωπο κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ κι έτσι δεν με έπαιρνε ο ύπνος χωρίς το φιλί της. Μετά ξεκίνησα να πηγαίνω στο Εφηβικό Κέντρο του Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού και γνώρισα ανθρώπους που με έκαναν να αισθανθώ καλοδεχούμενος και με βοήθησαν να γίνω μέρος της ομάδας σιγά-σιγά. Δεν αισθανόμουν πια τόσο μόνος. Τον πρώτο καιρό οι κακές αναμνήσεις με κυνηγούσαν στα όνειρά μου, αλλά λίγο-λίγο έμαθα να ζω μαζί τους και κατάλαβα πως υπάρχει πάντα και μια καλή πλευρά, αν κοιτάς στη σωστή κατεύθυνση. Ήθελα να πάω σχολείο, αλλά δεν τα κατάφερα. Νομίζω δεν ήταν καλό το timing. Άλλαζε η κυβέρνηση και όλες οι διαδικασίες αργούσαν πολύ. Ακόμα και την κάρτα του μετρό, την πήρα μόλις ένα μήνα πριν φύγω για Βέλγιο».

Πηγήpopaganda / Ντενίσα Μπαϊρακτάρι