Μέσα στο πλαίσιο της παραχάραξης της ιστορίας και της προσπάθειας δημιουργίας αμφισβητήσεων, αρκετοί επιχειρούν να πείσουν ότι δήθεν ο Μακάριος δεν ήταν στο προεδρικό μέγαρο την ώρα του πραξικοπήματος και πολύ περισσότερο δεν έγινε καμία συνάντηση με παιδιά από την Αίγυπτο, αφού παιδιά δεν υπήρχαν!

Για τον σκοπό αυτό ισχυρίζονται διάφορα, περιλαμβανομένων και ψεύτικων στοιχείων, όπως ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι υπήρχαν παιδιά στο προεδρικό εκείνη την ώρα, ότι ο Μακάριος δεν είχε έρθει στο προεδρικό αλλά έμεινε στην εξοχική κατοικία του Τροόδους και ότι έστειλε άδειο το αυτοκίνητό του στη Λευκωσία για παραπλάνηση.

Κι όλα αυτά είναι ταγμένα στην υπηρεσία της διαστρέβλωσης και της παραχάραξης ιστορίας με αιχμή του δόρατος τους το ότι ο Μακάριος γνώριζε ότι θα γίνει πραξικόπημα την συγκεκριμένη μέρα.

Σε ότι αφορά τα παιδιά από την Αίγυπτο ως «απόδειξη» του ότι δεν υπήρχαν, προβάλλουν τον ψευδή ισχυρισμό ότι κανένας δημοσιογράφος δεν επιδίωξε να βρει έστω κι ένα από τα παιδιά εκείνα για να τους πάρει έστω και μία μαρτυρία.

Κι όμως ο γράφων πήρε συνέντευξη από ένα από αυτά τα παιδιά και η οποία μεταδόθηκε από τον Άστρα στις 22 Ιουλίου 2014.

 

Ο πατριάρχης Πέτρος

Μαρτυρία για τα παιδιά από την Αίγυπτο είχε δώσει παλαιότερα ο υφ. Παρά τω Προέδρω του Μακαρίου Πάτροκλος Σταύρου.

Κι όσα είπε συμπίπτουν με όσα είχε δηλώσει στον Άστρα ο μ. πατριάρχης Αλεξάνδρειας Πέτρος ο οποίος ως ιερέας συνόδευε τότε τα παιδιά.

 

Στην αφήγηση του ο μετέπειτα πατριάρχης είπε ότι η ομάδα αποτελείτο από 30 παιδιά ηλικίας από 12 έως 18 ετών και 2 ή 3 λίγο μεγαλύτερα κι έφτασαν στην Κύπρο στις 10 Ιουλίου και φιλοξενούνταν στο Μέλαθρο Ευγηρίας στη Λευκωσία.

Στις 15 Ιουλίου, η ώρα 8 το πρωί είχε οριστεί η συνάντησή τους με τον Μακάριο στο προεδρικό μέγαρο.

Στις 7.30 η ομάδα ήταν ήδη εκεί και στις 8 ο Μακάριος μπήκε στην αίθουσα και τους χαιρέτισε ένα ένα.

Όταν ξεκίνησε να προσφωνεί τον Μακάριο ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας, ο κ. Βαλάς άρχισαν να ακούγονται πυροβολισμοί.

Σε λίγο, προσθέτει, κάποιος της φρουράς μπήκε στην αίθουσα και είπε στον Μακάριο ότι γίνεται πραξικόπημα.

«Θυμούμαι τα λόγια του, είπε ειδοποιείστε τον ραδιοφωνικό σταθμό για να ανακοινώσει το θλιβερό γεγονός». Σε λίγο επέστρεψε ο αστυνομικός και του ανακοίνωσε ότι τα τηλέφωνα είναι κομμένα.

Οι άνθρωποι της φρουράς του είπαν ότι πρέπει να φύγει «κι εμείς φωνάζαμε φύγετε μακαριότατε». Στη συνέχεια οι ίδιοι μετακινήθηκαν στον μεγάλο διάδρομο του προεδρικού κι έμειναν στο προεδρικό μέχρι τις 4.30 το απόγευμα.

«Πυροβολισμοί ακούγονταν από παντού, αισθανθήκαμε κάποια στιγμή ότι το κτίριο καιγόταν. (…) Μαζί μας ήταν και αστυνομικοί οι οποίοι μας είπαν να σκύψουμε κάτω. Ήμεθα πρηνηδόν μέσα στον διάδρομο, κάποια στιγμή υποχωρούσαν οι αστυνομικοί πηγαίνοντας προς το γραφείο του Μακαρίου, μπήκαν οι πραξικοπηματίες, φωνάζαμε “παιδιά από το Κάιρο”. Ελέγχανε φαίνεται το προεδρικό μέγαρο, μας είπανε να βγούμε έξω, μας έβαλαν κάτω από τα μικρά, τότε, πεύκα, ο ήλιος έκαιγε, τα παιδιά τα δικά μας κλαίγανε, φοβηθήκανε. Επίσης κάτω από τα πεύκα μάζεψαν και το προσωπικό του προεδρικού».

Εκεί, πρόσθεσε ο Πατριάρχης, διέκρινε τον υφυπουργό Πάτροκλο Σταύρου κι άλλα μέλη του προσωπικού του προεδρικού.

 

Ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας συνεχίζει λέγοντας ότι το απόγευμα τους μετέφεραν σε ένα μέρος κοντά στο ΡΙΚ όπου κατέβασαν τα μέλη του προσωπικού του προεδρικού και τους ίδιους τους πήραν στο Μετόχι του Κύκκου. Στη συνέχεια τους επέτρεψαν να πάνε με τα πόδια στο Μέλαθρο Ευγηρίας όπου διέμεναν.

 

Μάρκος Σκίτσας

Ένα από τα παιδιά που ήταν τότε στο προεδρικό ήταν και ο Μάρκος Σκίτσας με τον οποίο ο γράφων συνομίλησε στις 15 Ιουλίου 2014.

Οι αναφορές του κ. Σκίτσα συμπίπτουν με αυτές του Πατριάρχη, αν και αναφέρεται με περισσότερες λεπτομέρειες.

Θέσαμε στον κ. Σκίτσα τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρχαν παιδιά στο προεδρικό για να απαντήσει ότι αυτό είναι ένα ψέμα, αφού ανάμεσα στα παιδιά ήταν κι ο ίδιος. «Δεν είναι μύθος, είναι μια πραγματικότητα και υπάρχουν πολλοί επιζώντες συμμαθητές και φίλοι που ήταν μαζί μου και μπορούν να διασταυρωθούν οι πληροφορίες», λέει χαρακτηριστικά.

 

Ξεκινά την αφήγηση με το ότι βρίσκονταν στο προεδρικό στις 7.30 το πρωί και ότι στις 8 μπήκε στην αίθουσα ο Μακάριος, τον οποίο άρχισε να προσφωνεί ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας.

Σε λίγο άρχισαν να ακούγονται κανονιές με τα παιδιά να πανικοβάλλονται. Εκείνη την ώρα μπήκε ένας αστυνομικός που είπε στον Μακάριο ότι βάλλεται το προεδρικό και αμέσως μετά αρκετοί αστυνομικοί κύκλωσαν τον Μακάριο.

Τους μετέφεραν στον διάδρομο και μαζί τους ήταν και ο Μακάριος μαζί με τη φρουρά του. «Ήταν μαζί μας και μας ενθάρρυνε να μην φοβόμαστε κι ότι όλα θα πάνε καλά. Στεκόταν μαζί με τη φρουρά του δίπλα από μία πόρτα κι εφόσον συνεχίστηκαν οι κανονιοβολισμοί και οι πυροβολισμοί, σε κάποια στιγμή άνοιξαν μια πόρτα και ο Μακάριος μαζί με τη φρουρά του φύγανε».

Αναφέρεται σε αστυνομικούς που πολεμούσαν εναντίον των πραξικοπηματιών, ενώ όπως τονίζει, μεταξύ τους επικρατούσε πανικός.

 

ΕΟΚΑ Β’, να πυροβολήσω;

Ο κ. Σκίτσας αναφέρει ότι λίγο μετά μπήκαν στον χώρο τους στρατιώτες που φορούσανε πράσινα μπερέ (καταδρομείς) κι ο πρώτος που μπήκε είπε «ΕΟΚΑ Β’, να πυροβολήσω;»

«Όταν ακούσαμε κάτι τέτοιο αρχίσαμε να φωνάζουμε, είμαστε παιδιά από την Αίγυπτο, είμαστε φιλοξενούμενοι και τέτοια (…) και τότε μας πήρανε έξω σιγά-σιγά και βγαίνοντας έξω βλέπαμε σκοτωμένους στρατιώτες κάτω στην είσοδο του προεδρικού».

 

Βγαίνοντας έξω, προσθέτει, είδαν την δεξιά πλευρά του κτιρίου να καίγεται.

Εκεί έξω είχαν μαζέψει και τους εργαζόμενους στο προεδρικό και τους διέταξαν όλους να πέσουν μπρούμυτα κάτω στην καυτή άσφαλτο λόγω της συνεχιζόμενης ανταλλαγής πυρών η οποία διήρκεσε μέχρι τις 2 ώρες.

Ένιωθαν, λέει τις σφαίρες που περνούσαν πάνω από τα κεφάλια του.

 

Θα σας καθαρίσω όλους

«Σε κάποια φάση, όταν είχαν κοπάσει τα πράγματα και απ’ ότι φαίνεται είχε συλληφθεί ή σκοτωθεί όλη η φρουρά του Μακαρίου, ήμασταν όλοι μαζεμένοι και καθήμενοι στο χώμα και τότε ήρθε ένας ελλαδίτης αξιωματικός μαζί με δύο άλλους και με τα όπλα τους στραμμένα προς εμάς και μας είπε το εξής: “Θα σας κάνω μια ερώτηση κι αν δεν μου απαντήσετε σωστά θα σας καθαρίσω όλους”. Εμείς σαν παιδιά φωνάζαμε “ναι πέστε μας” και μας ρώτησε αν ο Μακάριος ήταν μαζί μας. Κι εμείς τότε φωνάζαμε ότι ήταν μαζί μας αλλά έφυγε κάποια στιγμή και δεν τον ξαναείδαμε. Αυτό το θυμάμαι πολύ έντονα, σαν να ήτανε χθες».

 

Ο κ. Σκίτσας εκτιμά ότι τους ρωτούσαν διότι δεν ήταν σίγουροι αν ο Μακάριος ήταν μέσα στο προεδρικό και είχαν τις αμφιβολίες τους.

«Μείναμε στο προαύλιο περίπου μέχρι τις 5 το απόγευμα. Θυμάμαι από το πρωί που έγινε εκείνο το κακό, στις 5 το απόγευμα ήρθανε δύο φορτηγά του στρατού και μας χώρισαν τις κοπέλες σε ένα φορτηγό και τα αγόρια στο άλλο φορτηγό.

Μας μετέφεραν σε ένα μεγάλο αστυνομικό τμήμα με μεγάλο προαύλιο και είμασταν μαζεμένοι όλοι εκεί. (…) Πρέπει να μείναμε εκεί παραπάνω από μία ώρα και μετά μας είπαν ότι έπρεπε να πάμε στην εστία που μας φιλοξενούσε. Όμως δεν υπήρχε μεταφορικό μέσο κι έτσι πήγαμε με τα πόδια. Θυμάμαι κάναμε πάνω από μία ώρα για να πάμε».

 

Ο κ. Σκίτσας σημειώνει ότι στη διαδρομή οι κάτοικοι των περιοχών απ’ όπου περνούσαν, τους έβλεπαν ταλαιπωρημένους και τους πρόσφερναν νερό και φρούτα και τους ρωτούσαν από πού έρχονταν και τι είχε γίνει.

 

Αναχώρηση από την Κύπρο

Ρωτήσαμε τον κ. Σκίτσα πότε και πώς έφυγαν από την Κύπρο.

«Κανόνισαν οι υπεύθυνοι μας 19 του μηνός. Βέβαια προσπαθούσαν κάθε μέρα για να φύγουμε και τελικά κανονίστηκε για τις 19 του μηνός. Ήταν απόγευμα θυμάμαι και επειδή είχα κυπριακό διαβατήριο μαζί με άλλα δύο ή τρία παιδιά δεν μας άφηναν να φύγουμε γιατί είχε κηρυχθεί επιστράτευση. Μας άφησαν με χίλια ζόρια και φτάσαμε στην Αίγυπτο το βράδυ της 19ης Ιουλίου.

Και την άλλη μέρα το πρωί ακούσαμε για την εισβολή των Τούρκων και λέγαμε μεταξύ μας πόσο φτηνά την είχαμε γλιτώσει».

 

Να λοιπόν που υπάρχουν μαρτυρίες. Και τότε δεν θελήσαμε να μιλήσουμε με άλλα από τα παιδιά εκείνα που μεσήλικες σήμερα ζουν στην Αίγυπτο ή κάπου αλλού. Υποσχόμαστε όμως ότι θα το κάνουμε όχι για τίποτε άλλο αλλά ως ενίσχυση της πραγματικής ιστορίας και ενάντια στην παραχάραξη και τη διαστρέβλωση της ιστορίας..