•  Στόχος των βασανιστών του ήταν να του σπάσουν το ηθικό. Να τον κάνουν υποχείριό τους και έτοιμο να δεχτεί ό,τι του πουν. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να μη λυγίσει κάποιος
  •  Το αίσθημα του φόβου εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά για τα αγαπημένα πρόσωπα

 

Εκατοντάδες είναι οι μετανάστες και πρόσφυγες που έχουν υποστεί βασανιστήρια στην πατρίδα τους και πλέον βρίσκονται στην Ελλάδα. Σε αρκετούς τα σημάδια της κακοποίησης από τα σωματικά ή ψυχολογικά βασανιστήρια είναι χαραγμένα ανεξίτηλα είτε στο σώμα είτε στην ψυχή.  Άνθρωποι που έζησαν το φόβο, τη βία και την ωμότητα στην ίδια τους την πατρίδα για πολιτικούς, κοινωνικούς ή θρησκευτικούς λόγους.

Τον Φεβρουάριο του 2013 ξεκίνησε στην Ελλάδα το πρόγραμμα «Προμηθέας Ι». Επρόκειτο για το πρώτο ολοκληρωμένο πρόγραμμα αποκατάστασης θυμάτων βασανιστηρίων το οποίο υλοποιήθηκε από το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, το Κέντρο Ημέρας «Βαβέλ» και το Δανικό Ινστιτούτο κατά των Βασανιστηρίων. Στην ουσία δημιουργήθηκε μια μονάδα αποκατάστασης όπου τα θύματα μπορούσαν να λάβουν ιατρική, ψυχολογική, κοινωνική και νομική στήριξη. Από το 2014 τέθηκε σε εφαρμογή η δεύτερη φάση του προγράμματος. Μέχρι και σήμερα πάνω από 480 άνθρωποι έχουν λάβει την απαραίτητη υποστήριξη. Πρόκειται για ανθρώπους από 40 χώρες, κυρίως από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το Ιράν, τη Συρία, το Αφγανιστάν και την Τουρκία. Όλοι τους έχουν υποστεί βασανιστήρια στη χώρα τους είτε από τις Αρχές είτε από παρακρατικές ομάδες, με την ανοχή του κράτους.


Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Μ., ο οποίος κατάγεται από το Ιράν και την καταγράφει ο ιστότοπος http://www.documentonews.gr/

Τα τελευταία τρία χρόνια ζει και εργάζεται στη Βιέννη. Προηγουμένως είχε ζήσει δύο χρόνια στην Ελλάδα. Ο ίδιος περιγράφει στο Documento όσα βίωσε στην Τεχεράνη από το καθεστώς. Επί εννέα χρόνια φυλακισμένος υπέστη φριχτά ψυχολογικά, αλλά και σωματικά βασανιστήρια μόνο και μόνο επειδή συμμετείχε στις φοιτητικές διαδηλώσεις κατά του θρησκευτικού ηγέτη της χώρας Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, το καλοκαίρι του 1999. Η μαρτυρία του προκαλεί ανατριχίλα.

«Το 1999, όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, συμμετείχα στις διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στην Τεχεράνη. Μερικές μέρες μετά αντίκρισα τη φωτογραφία μου στις εφημερίδες. Ήταν το πρώτο βήμα για τη σύλληψή μου. Λίγες μέρες μετά, με συνέλαβε η Αστυνομία και με οδήγησε στη φυλακή», αναφέρει στο Documento.

 

Λευκό κελί  

O M. θυμάται με λεπτομέρειες όσα βίωσε μέσα στη φυλακή, όπου παρέμεινε μέχρι το 2008. Τα σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια που πέρασε θυμίζουν σκηνές από την ταινία «Το εξπρές του μεσονυκτίου». Ωμότητα, απανθρωπιά και φόβος. Κανένας σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Το πρώτο χρονικό διάστημα με έβαλαν σε ένα κελί όπου όλα ήταν λευκά. Εκεί παρέμεινα περίπου τρεις με τέσσερις μήνες. Ήμουν απομονωμένος, δεν είχα κανέναν να μιλήσω. Μου έδιναν πρωινό και ύστερα από δύο ώρες μεσημεριανό. Στη συνέχεια περνούσαν 12 ώρες για να μου δώσουν το βραδινό και έπειτα από δύο ώρες πάλι πρωινό. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου», υπογραμμίζει στο Documento.

Στόχος των βασανιστών του ήταν να του σπάσουν το ηθικό. Να τον κάνουν υποχείριό τους και έτοιμο να δεχτεί ό,τι του πουν. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να μη λυγίσει κάποιος.

«Μετά το διάστημα που έμεινα στο λευκό κελί άρχισαν να μου μιλούν. Σου λένε κάτι και εσύ απλώς θα πρέπει να το δεχτείς», αναφέρει.

Η διαμονή στο λευκό κελί ήταν μόνο η μία όψη των βασανιστηρίων που βίωσε, η ψυχολογική. Λίγο μετά ακολούθησαν και τα σωματικά βασανιστήρια. Ο σωματικός και ψυχολογικός πόνος άλλωστε είναι τα «εργαλεία» ενός βασανιστή απέναντι στο θύμα του.

«Με χτυπούσαν με μαστίγιο παντού. Στα πέλματα των ποδιών, στα χέρια, στην πλάτη. Σε διάφορα σημεία του σώματος», θυμάται ο Μ. Κάποιες άλλες φορές οι βασανιστές τού έκαναν ενέσεις με αλατόνερο στα νύχια των χεριών του. Στόχος ήταν να μη νιώθουν τα χέρια του ούτε τη ζέστη ούτε το κρύο. Κάτι που ισχύει ακόμη και σήμερα, καθώς οι βασανισμοί άφησαν ανεξίτηλα ίχνη πάνω του.

Εννιά χρόνια μετά τη σύλληψή του ο Μ. αποφυλακίστηκε. Για περίπου εννέα μήνες νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο. Δυσκολευόταν να μιλήσει ύστερα από όσα είχε βιώσει στη φυλακή. Το 2010 ξεκίνησε και πάλι την ακτιβιστική δράση του. Αυτήν τη φορά για τα δικαιώματα των γυναικών. Οδηγήθηκε σε δίκη. Τότε κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει από τη χώρα. Αλλιώς θα κατέληγε πάλι στη φυλακή.

«Το 2012 αναγκάστηκα να εγκαταλείψω το Ιράν. Έφτασα με τα πόδια στην Τουρκία και από κει ήρθα στην Ελλάδα, όπου κάθισα μέχρι και τον Ιούνιο του 2014», σημειώνει στο Documento. Έκτοτε ζει και εργάζεται στη Βιέννη. Μακριά από βία και βασανισμούς. Η μόνη του έγνοια είναι η οικογένειά του που έχει μείνει στην Τεχεράνη. Για το λόγο αυτό ζήτησε να μην αναφέρουμε το όνομά του. Το αίσθημα του φόβου εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά για τα αγαπημένα πρόσωπα.

 

Φόβος και διαστροφή δίχως όρια

Υπάρχουν πολλές κατηγορίες ανθρώπων που έχουν υποστεί βασανιστήρια, από παιδιά και ενήλικες μέχρι και άτομα της τρίτης ηλικίας. Κυρίως όμως πρόκειται για νεαρά άτομα τα οποία είχαν πιο ενεργή πολιτική δράση. Κάποιοι από αυτούς κρατήθηκαν για πολιτικούς λόγους, άλλοι για θρησκευτικούς. Σε κάποιους άλλους μπορεί να αποδόθηκαν από τις κυβερνητικές Αρχές πολιτικές πεποιθήσεις μόνο και μόνο επειδή συμμετείχαν σε κάποια διαδήλωση ή διαμαρτυρήθηκαν για κάτι που δεν τους άρεσε. Στη συνέχεια συνελήφθησαν και βασανίστηκαν.

«Σε μια χώρα που δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα οι αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις μπορεί να είναι αρκετές για να στιγματιστεί κανείς και να υποστεί βασανιστήρια», σημειώνει στο Documento η δικηγόρος και συντονίστρια του προγράμματος για το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, Κατερίνα Κόμητα.

Σε ό,τι αφορά το είδος των βασανιστηρίων μπορεί να είναι οτιδήποτε φανταστεί κανείς. Ξυλοδαρμοί, ακρωτηριασμοί, τραυματισμοί με αιχμηρά αντικείμενα, ηλεκτρικό σοκ, μέχρι και βιασμοί, όπως και βασανιστήρια ψυχολογικού χαρακτήρα: εικονικές εκτελέσεις, βασανισμοί οικείων προσώπων, φυλάκιση σε συνθήκες απομόνωσης. Βασανιστήρια που στόχο έχουν να κάμψουν το ηθικό και να προκαλέσουν φόβο τόσο στο θύμα όσο και στους ανθρώπους του οικείου του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, υπάρχει περίπτωση ανθρώπου ο οποίος υπέστη βασανιστήρια με το ίδιο του το παιδί να παρακολουθεί. Οι βασανιστές του θεώρησαν ότι με αυτό τον τρόπο θα καταφέρουν να τον κάμψουν.

«Ο ανθρώπινος νους δεν γνωρίζει όρια στη διαστροφή», τονίζει στο Documento ο επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Ημέρας Βαβέλ (Μονάδα Ψυχικής Υγείας για Πρόσφυγες και Μετανάστες), Νίκος Γκιωνάκης, ο οποίος έχει χειριστεί προσωπικά ουκ ολίγες περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν υποστεί βασανιστήρια και συμπληρώνει: «Οι βασανιστές πολλές φορές δεν κρύβονται γιατί σκοπός δεν είναι να πλήξουν ένα άτομο, αλλά να δώσουν το μήνυμα και σε άλλους ώστε να προσέχουν μην πάθουν τα ίδια».

 

Σημάδια στο σώμα και στην ψυχή

Συνήθως τα θύματα βασανιστηρίων παρουσιάζουν σειρά από προβλήματα, είτε σωματικά είτε ψυχολογικά. Όπως, για παράδειγμα, μυοσκελετικά, νευρολογικά και γαστρεντερικά προβλήματα, καθώς και συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες, έντονου άγχους και κατάθλιψης. Η Αναστασία Παπαχρίστου είναι γιατρός και μέλος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Συμμετέχει στο πρόγραμμα από το 2014 και έχει έρθει σε επαφή με εκατοντάδες θύματα βασανιστηρίων. Σε κάποιες περιπτώσεις τα σωματικά τραύματα είναι εμφανή και δύσκολο να αντιμετωπιστούν.

«Το σημαντικό είναι να μην ξεχνάμε ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι μόνο θύματα· εάν πέσουμε στην παγίδα χάνουμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι πέρα από τα σωματικά σημάδια έχουν άλλου τύπου σημάδια στην ψυχή τους τα οποία μπορεί να σωματοποιηθούν μετά», υπογραμμίζει στο Documento ο κ. Γκιωνάκης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η συνεργασία με τους ανθρώπους των ΜΚΟ είναι αρκετά δύσκολη. Οι εμπειρίες είναι τόσο έντονες που τα θύματα μπορεί να μη θέλουν να μιλήσουν για όσα βίωσαν. Άλλωστε και μόνο η διήγηση είναι σαν να βιώνει κανείς την ίδια δυσάρεστη εμπειρία.

«Όσο βαριά τραυματισμένος και να είναι κάποιος δεν σημαίνει ότι είναι και καταδικασμένος. Υπάρχουν άνθρωποι που όταν τους πρωτοσυναντώ δεν μιλάνε, γιατί δεν είναι εύκολο να μιλήσεις γι’ αυτά σε έναν άγνωστο. Σιγά σιγά δημιουργείται αυτός ο δεσμός», αναφέρει στο Documento ο κ. Γκιωνάκης. Χαρακτηριστική είναι μια περίπτωση ανθρώπου που χρειάστηκε να περάσουν 17 μήνες μέχρι να αρχίσει να μιλά για όσα βίωσε. Έως τότε του ήταν δύσκολο να εμπιστευθεί κάποιον και να διηγηθεί όσα είχε βιώσει.

Η στήριξη των ανθρώπων αυτών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν πρόκειται απλώς για περιπτώσεις ανθρώπων που γνώρισαν ένα σκληρό, αυταρχικό και βίαιο πρόσωπο και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους κακήν κακώς. «Το δυσκολότερο είναι να πάρουμε έναν άνθρωπο κατακερματισμένο σωματικά και ψυχικά και να καταφέρουμε να τον κάνουμε λειτουργικό στην κοινωνία. Χρειάζεται μεγάλη προσήλωση από την πλευρά των ειδικών και συλλογική δουλειά», λέει η κα Παπαχρίστου.