Ανοιχτός ορίζοντας/ Ορίζοντας

Με λίγα φτιάχνεται το πολύ

Για το κόκκινο άλογο του Κυριάκου Ευθυμίου

[…] Πάντα μου άρεσε το διήγημα. Πρώτα πρώτα για το βασικό του χαρακτηριστικό: διαβάζεται σε μια καθισιά, όπως θα έλεγε και ο μετρ του είδους, Έντγκαρ Άλαν Πόου. Κι ύστερα για το δεύτερο γνώρισμά του: την αφηγηματική πυκνότητα, που δεν επιτρέπει παραστρατήματα, γιατί και το παραμικρό χαλαρώνει την εντύπωση του συνόλου, η οποία οφείλει να είναι ενιαία, ακαριαία, για να είναι δραστική. Και τέλος, για όλα όσα με τέχνη κρύβει, αλλά και για όλα όσα με φειδώ λέει, προκειμένου να αναδείξει τη φύση του χαρακτήρα με τον οποίο καταπιάνεται.

Τα δεκαοχτώ μικρά διηγήματα του Κυριάκου Ευθυμίου δικαιώνουν, νομίζω, τον τίτλο τους. Είναι κείμενα μικρά σαν ανάσες. Πράγμα που σημαίνει: μικρά σε έκταση μα και ζωντανά, αναπνέουν. Τα πρωτοδιάβασα μαζί του. Μου ζήτησε να αναλάβω την επιμέλεια της συλλογής αλλά όχι μόνη μου, να μου τα στείλει δηλαδή και να τα επεξεργαστώ, αλλά να είμαστε μαζί, να μου τα διαβάζει, να συνομιλούμε με τα κείμενα. Ήταν φανερό ότι εκεί στο γραφείο του δεν ήμασταν οι δυο μας μόνοι, αλλά δίπλα μας κάθονταν τουλάχιστον άλλα δεκαοχτώ πλάσματα, διεκδικώντας κόμματα, τελείες και αποσιωπητικά. Κι ο Κυριάκος εκεί να μου εξηγεί τις φωνές και τις σιωπές τους, με τρυφερότητα, λίγο πριν τα αφήσει να φύγουν από κοντά του και να κερδίσουν την αυτονομία τους.

Είναι κείμενα λιτά, μετρημένες οι λέξεις, προσεκτικά τα λόγια. Με λίγα φτιάχνεται το πολύ. Ένα μικρό βιβλίο γίνεται έτσι μια αγκαλιά που χωράει πολλά: το παιδικό παράπονο και την ενοχή για το κλεμμένο χαρτζιλίκι από τον δίσκο της εκκλησιάς (Ο κλεφτάκος), την αγωνία της ξενιτιάς βαριά όσο ένα καρπούζι μέσα σε μικρά χέρια (Το καρπούζι), τον αγοραίο έρωτα ιδωμένο με τόση τρυφερότητα (Η Παναγία), την πάλη με το Θείο και την αποδοχή της ανθρώπινης αδυναμίας, αλλά και την ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό (Ο μοναχός), την προδοσία από τη σκοπιά του προδότη (Ο προδότης), το παράπονο και τον θυμό για τον θάνατο αγαπημένου (Προσευχή), τον φόβο της απώλειας (Το μικρό πουλί), τη διάψευση (Η νύφη), την αμφισβήτηση του κατασκευασμένου μίσους (Συνέβη αυτό που θα σας πω), το όνειρο και την πραγματικότητα (Το κόκκινο άλογο), και μέσα από όλα αυτά έναν ήσυχο, ανθρώπινο απολογισμό της ζωής μας.

Ο χώρος θα έλεγε κανείς ότι είναι ά-χωρος και ο χρόνος ά-χρονος. Στο «Καρπούζι» ξέρουμε το εκεί (Αγγλία), πουθενά όμως δεν κατονομάζεται το εδώ. Η ξενιτιά ήταν, είναι και θα είναι παναθρώπινο βίωμα. Στο «Συνέβη αυτό που θα σας πω» ο στρατιώτης στη σκοπιά εκπαιδεύεται να φοβάται και να μισεί τον εχθρό. Έναν εχθρό που δεν έχει όνομα, έχει όμως το πρόσωπο που του δίνουμε εμείς. Κατασκευάζουμε τον Άλλο και τον στήνουμε πάντα απέναντί μας, για να χαθούμε στο τέλος κι οι δυο. Η γυναικεία μορφή στον Άγγελο μας εμπνέει οικειότητα, γιατί είναι ο άνθρωπος δίπλα μας που δίνει τον αγώνα του σιωπηλά και με αξιοπρέπεια, μετουσιώνοντας το κενό της ύπαρξης σε αγάπη και προσφορά. Στον Προδότη ανακαλούνται εθνικές, συλλογικές μνήμες, όμως υπερισχύει το ιδιωτικό, η διαχείριση της ενοχής και η αναζήτηση της συγχώρεσης. Χάρη σε αυτή τη βαθιά ανθρώπινη διάστασή τους, τα κείμενα της συλλογής μάς αφορούν και μας εμπερικλείουν.

Μερικά από τα διηγήματα (Το κόκκινο άλογο, Το μικρό πουλί, Ο άνθρωπος που έβλεπε τους άλλους να περνούν, Τελευταία σελίδα) θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αμιγώς υπαρξιακά, καθώς σε αυτά το υποκείμενο της αφήγησης διακατέχεται από τον αγώνα και την αγωνία να εξηγήσει την ύπαρξή του, να αποτιμήσει το παρελθόν του, να αναλογιστεί και να διερευνήσει εύθραυστες σχέσεις με αγαπημένα άλλοτε φιλικά ή συγγενικά πρόσωπα, να διαχειριστεί λάθη και αδυναμίες, προκειμένου να συμφιλιωθεί τελικά με τον εαυτό του και με ό,τι υπήρξε η ζωή του μέχρι τώρα, μια διαρκής αναμέτρηση του σκότους με το φως.

«Τι είμαστε; Σκιές, που φωτίζονται κάποιες στιγμές, για λίγο.» (Τελευταία σελίδα)

Η αφηγηματική γλώσσα του Κυριάκου Ευθυμίου είναι απλή και ειλικρινής. Είναι γλώσσα που ταιριάζει σε εκμυστήρευση, σε εξομολόγηση, σε μια ήσυχη κουβέντα με τον εαυτό, όπου τίποτα το περιττό δεν έχει θέση, γιατί τι νόημα έχει να φτιασιδώσει κανείς τα λόγια που απευθύνει στον εαυτό του; Σε κάποια σημεία αισθανόμαστε τον εσωτερικό ρυθμό που ακούμε σε ένα κείμενο ποιητικό, όπως στην αντίδραση των παιδιών στον Άγγελο:

Παραξενεύονται όμως που φοράει ρούχα·

που τρώει μήλο το διάλειμμα·

που φεύγει με ποδήλατο όταν σχολάσει.

Το βέβαιο είναι ότι ο Κυριάκος Ευθυμίου βρίσκει την τεχνική εκείνη που ισορροπεί τη μετάδοση του βιώματος με το λογοτεχνικό παραξένισμα:

«Τρέξανε τ’ αναμάρτητα να πάνε στη καντίνα». (Ο κλεφτάκος)

«Φυσούσε επίτηδες βοριάς, για να παγώσω». (Το κόκκινο άλογο)

«Κάθε πράξη μας έχει μακρύ παρελθόν. Στήνει τα ποδάρια της κι έρχεται προς εμάς από μέσα. Φτάνει στην ώρα της. Είναι η πράξη που θέλει να γίνει. Και σου λέει, κάνε με». (Τελευταία σελίδα)

Τι άλλο είναι αυτό παρά η βασική προϋπόθεση της λογοτεχνίας; Και η κρυφή της δύναμη, να αλλάζει αυτόν που τη διαβάζει.

Αθηνά Βαλδραμίδου

(Απόσπασμα από το κείμενο στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο Σολώνειο την Πέμπτη 5 Μαρτίου)