Του Χρήστου Χαραλάμπους

Για πολλές δεκαετίες αποτελούσε το σημείο αναφοράς για τη Λεμεσό, αφού εδώ κτυπούσε η καρδιά του καθημερινού πάρε δώσε των λαϊκών στρωμάτων μέσα από μια εμπορική δραστηριότητα, η οποία είχε να κάνει κυρίως με την προσφορά και τη ζήτηση αγροτικών προϊόντων και άλλων ειδών που αποτελούσαν την ολόχρονη παραγωγή όλου εκείνου του πληθυσμού που ζούσε στα χωριά και πάλευε για τη ζήση του, καλλιεργώντας τη γη και τρέχοντας πίσω από τα κοπάδια του.

Και αναπόφευκτα, μέσα από αυτό το εμπορικό νταραβέρι, το παζάρι της Λεμεσού λειτουργούσε και σαν χώρος κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων… με τους ανθρώπους να συμβαδίζουν αλλά και να αντιπαρατίθενται. Ας μην ξεχνούμε ότι ήταν οι καλές εποχές της συμβίωσης στην πόλη και στα χωριά των Ελληνοκύπριων, των Τουρκοκύπριων, των Αρμένηδων και όλων των άλλων κατοίκων της Κύπρου που είχαν ως κοινή έγνοια τους την επιβίωση.

Αυτή την εικόνα παρουσίαζε από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα μέχρι και πριν τριάντα περίπου χρόνια, το Παντοπουλείο, η Δημοτική Αγορά της Λεμεσού εκεί στο κέντρο της πόλης, περιτριγυρισμένη για πολλά χρόνια από βασικές διοικητικές υπηρεσίες, όπως το Κτηματολόγιο και το Δικαστήριο, αλλά και ο κεντρικός σταθμός των αστικών συγκοινωνιών όπως και των λεωφορείων που πηγαινοέρχονταν στα χωριά.
Ώσπου, οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες άλλαξαν, ιδιαίτερα με την εισβολή της τεχνολογίας στη ζωή και των Κυπρίων και μαζί τους μετατοπίστηκε και το κέντρο βάρους και οι τομείς της εμπορικής και οικονομικής δραστηριότητας της πόλης, κυρίως με την έναρξη της λειτουργίας πολυκαταστημάτων. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, αναπόφευκτα μπήκε σε πορεία αντίστροφης μέτρησης και το Παντοπουλείο της Λεμεσού.

Στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, η Δημοτική Αγορά σταδιακά αλλά σταθερά πέρασε σε μια διαδικασία ερήμωσης και διάλυσης. Έγιναν βέβαια από το δήμο αρκετές προσπάθειες για να κρατηθεί ζωντανή, ιδιαίτερα μετά και τη λειτουργία του ΤΕΠΑΚ που έφερε νέο πληθυσμό στο κέντρο της πόλης, αξιοποιήθηκαν και ευρωπαϊκά προγράμματα και κονδύλια με στόχο την αναζωογόνησή της, όμως δεν υπήρξε το επιθυμητό αποτέλεσμα και το κτίριο της Αγοράς έφτασε στο σημείο να στεγάζει 2-3 μόνο μικροπωλητές και πολύ περισσότερα περιστέρια και άλλα πετούμενα που έβρισκαν εκεί καταφύγιο, τρυπώνοντας από σπασμένα παράθυρα.
Η λύση για να μην μπει οριστικό λουκέτο στη Δημοτική Αγορά, αναζητήθηκε από το σημερινό Συμβούλιο μέσα από τον ιδιωτικό τομέα. Έτσι, μετά από προκήρυξη προσφορών ενδιαφέροντος για αξιοποίηση υπό όρους της Αγοράς, ο δήμος προχώρησε στην παραχώρηση της διαχείρισης του χώρου στην κοινοπραξία Prosperity Group, η οποία μέσα σε λίγο σχετικά χρονικό διάστημα, με βάση συγκεκριμένους σχεδιασμούς, ξεκίνησε την ανάπλαση του τεράστιου στεγασμένου χώρου που καλύπτει η Αγορά. Οι εργασίες έχουν ολοκληρωθεί και αναμένεται ότι μέσα στον Απρίλιο η Δημοτική Αγορά θα ανοίξει επίσημα τις πύλες της και θα επαναλειτουργήσει με ένα εντελώς νέο πρόσωπο που θα συνδυάζει το παλιό με το σύγχρονο.

Το δόρυ για αναζωογόνηση του κέντρου της πόλης

Με την ανάπλαση των χώρων και τις νέες χρήσεις που θα προστεθούν, τόσο ο δήμος όσο και ο ιδιώτης επενδυτής, εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι η Δημοτική Αγορά θα αποτελέσει αιχμή του δόρατος για τις προσπάθειες που καταβάλλονται τα τελευταία χρόνια για γενικότερη αναζωογόνηση του ιστορικού κέντρου της Λεμεσού, αφού, όπως επισημαίνεται, με τις εμπλουτισμένες χρήσεις και τις ποικίλες άλλες υπηρεσίες που θα προσφέρονται, θα γίνει κατορθωτό να λειτουργήσει η Αγορά σαν ένας δυναμικός πόλος έλξης τόσο για τους ίδιους τους Λεμεσιανούς όσο και για τους ξένους επισκέπτες.


Για τις εργασίες ανάπλασης και την όλη ανανέωση της Αγοράς, δαπανήθηκε ποσό πέραν των 2,5 εκ. ευρώ. Η διαμόρφωση, έτσι όπως παρουσιάζεται από τους διαχειριστές του χώρου, αφορά τη δημιουργία σημείων για 14 εστιατόρια με κυπριακή, ελληνική, ασιατική και ιταλική κουζίνα και άλλες συναφείς χρήσεις, γύρω στα 15 καταστήματα με παραδοσιακά κυπριακά και τουριστικά προϊόντα. Επιπλέον, θα λειτουργεί παραδοσιακός φούρνος και χώρος διάθεσης ειδών «ντελικατέσεν», ενώ το μεσοπάτωμα έχει διαμορφωθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί για τη στέγαση και λειτουργία γραφείων για μικρές νεοφυείς επιχειρήσεις ή και για άλλες χρήσεις.
Καινοτομία η οποία εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει και σαν ιδιαίτερος κράχτης, αποτελούν οι χώροι οι οποίοι προορίζονται να λειτουργήσουν ως παιδότοποι και σημεία διοργάνωσης πολιτιστικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, σε συνδυασμό και με τη λειτουργία καφετέριας. Όπως αναφέρεται από τους διαχειριστές της Αγοράς, το μεγαλύτερο μέρος των προσφερόμενων χώρων έχει ήδη ενοικιαστεί.
Το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει με την έλλειψη χώρων στάθμευσης στο κέντρο της πόλης και το οποίο θα οξυνθεί ακόμα περισσότερο με την έναρξη της λειτουργίας της Δημοτικής Αγοράς, ο δήμος ελπίζει ότι θα αντιμετωπιστεί με την αναβάθμιση του παρακείμενου χώρου στάθμευσης της οδού Ανδρέα Θεμιστοκλέους με την τοποθέτηση αυτόματης ελεγχόμενης εισόδου. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο χώρο στάθμευσης στο κέντρο της πόλης, ο οποίος εξυπηρετεί σήμερα τόσο τις ανάγκες προσωπικού και φοιτητών του ΤΕΠΑΚ όσο και άλλων εργαζομένων στη γύρω περιοχή.


Να σημειωθεί βέβαια ότι υπάρχουν και εκείνοι οι πολίτες και οργανωμένοι φορείς οι οποίοι εκφράζουν την εκτίμηση ότι η Δημοτική Αγορά στη νέα της μορφή θα συνιστά ένα ακόμα mall στο κέντρο της πόλης που, εκτός των άλλων, θα δημιουργήσει επιπρόσθετα σοβαρά κυκλοφοριακά προβλήματα στο ήδη πνιγμένο κέντρο της Λεμεσού.

Ένας αιώνας ιστορίας

Για την ιστορία αξίζει να αναφερθεί ότι η δημιουργία της Δημοτικής Αγοράς της Λεμεσού είχε αποφασιστεί το 1879, επί δημαρχίας Χριστόδουλου Καρύδη, ωστόσο χρειάστηκε να περάσει μια εικοσαετία μέχρι την υλοποίησή της. Το κτίριο με σχέδια του περίφημου Κερκυραίου αρχιτέκτονα της εποχής, Ζαχαρία Βόνδα, κατασκευάστηκε και εγκαινιάστηκε το 1917 και αποτέλεσε ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια της πόλης, με τις ψηλές θολωτές οροφές του και τα άλλα αρχιτεκτονικά «διακοσμητικά» του.

Στο εσωτερικό λειτουργούσαν μανάβικα, κρεοπωλεία, πάγκοι ψαράδων, μικρά μπακάλικα και χώροι χειροποίητων δημιουργιών καθημερινής χρήσης (είδη καλαθοπλεκτικής, αγγειοπλαστικής κ.λπ.), ενώ εξωτερικά (εκεί που σήμερα ονομάζεται πλατεία Σαριπόλου) υπήρχαν αρκετά καφενεία όπου συναθροίζονταν καθημερινά μκροπωλητές, αγοραστικό κοινό, αλλά και αργόσχολοι.
Με αυτούς τους ρυθμούς λειτούργησε η Δημοτική Αγορά μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν έγιναν αρκετές φορές βελτιωτικά έργα μέχρι τώρα που της δόθηκε μια εντελώς διαφορετική υπόσταση.