Με την εξαφάνιση ζώων και φυτών πεθαίνουν και γλώσσες

Προειδοποιήσεις Ηνωμένων Εθνών για κίνδυνο εξαφάνισης 4 στις 10 γλώσσες ιθαγενών

 

Το 2018, όταν οι Soner Oruç και Ceren Kazancı επισκέφθηκαν τον Καύκασο, μια ορεινή περιοχή μεταξύ της Μαύρης και της Κασπίας Θάλασσας, ήταν σχεδόν αδύνατο να βρουν ένα τοπικό φυτό με το όνομα kurum, περιγράφεται σε ρεπορτάζ της ιστοσελίδας VICE.

Στη δεκαετία του 1970, το kurum γέμιζε την πλάση, αποτελούσε μια σημαντική πηγή τροφής για τους Λαζούς, μία από τις ιθαγενείς ομάδες που ζουν εκεί, κοντά στα σύνορα της Τουρκίας και της Γεωργίας. Αλλά σήμερα, το kurum μπορεί να απαντηθεί μόνο περιστασιακά ανάμεσα σε σπόρους πουλιών. Η εξαφάνιση του φυτού όμως πήρε στη λήθη και κάτι απροσδόκητο: τις λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί.

«Ο ρόλος του ως τροφή για τους ανθρώπους έχει διαγραφεί από τη γη, μαζί με τις αναμνήσεις των φυτικών ειδών που σχετίζονται με αυτό, τη διαδικασία της καλλιέργειας και της συγκομιδής του και το ψωμί, τη σούπα, το ρύζι και άλλα παραδοσιακά πιάτα που συνδέονται με αυτό», όπως έγραψαν ο Oruç, ορνιθολόγος και ο Kazancı διδακτορικός φοιτητής. Το Παγκόσμιο Ταμείο για την Άγρια Ζωή (WWF) περιγράφει τον Καύκασο ως «έναν από τους βιολογικά πλουσιότερους αλλά και πιο απειλούμενους τόπους στον κόσμο». Φιλοξενεί το διπλάσιο της ποικιλότητας των ζώων που βρίσκεται σε γειτονικές χώρες, αλλά η βιοποικιλότητά του η ποικιλία της χλωρίδας και πανίδας στο οικοσύστημά του εξαφανίζεται γρήγορα λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Από αυτή την άποψη,ο Καύκασος δεν είναι μοναδικός. Νωρίτερα φέτος, μια έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για την παγκόσμια βιοποικιλότητα διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι έχουν θέσει σε κίνδυνο 1 εκατομμύριο άλλα είδη, εξαλείφοντας ή καταστρέφοντας τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου εδάφους, τα δύο τρίτα του θαλάσσιου περιβάλλοντος των ενδιαιτημάτων και το 85% των σημαντικότερων περιοχών υγροβιοτόπων.

Η απώλεια του kurum αποκαλύπτει ότι μια άλλη επίπτωση της απώλειας της βιοποικιλότητας είναι η γλώσσα. Από τη δεκαετίατου 1990, οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσειότι περιοχές με υψηλά επίπεδα βιοποικιλότητας φιλοξενούν επίσης πολλές διαφορετικές γλώσσες. Όταν οι περιοχές αυτές αντιμετωπίζουν απώλεια φυτικών και ζωικών ειδών, αυξάνεται το ενδεχόμενο να εξαφανιστούν καιλέξεις ή φράσεις, αλλά ακόμα και ολόκληρες γλώσσες. Οι απώλειες ενδιαιτημάτων που επηρεάζουν τα είδη μπορούν ταυτόχρονα να επηρεάσουν τους αυτόχθονες πληθυσμούς, να αλλάξουν τη σχέση τους με τη γη -και κατ’ επέκταση τη γλώσσα που χρησιμοποιούν- ή να τους αναγκάσουν να εγκατασταθούν σε μέρη όπου πρέπει να σταματήσουν να μιλούν τις μητρικές τους γλώσσες.

Οι εισροές αλλόγλωσσων πληθυσμών, αλλά και της βιομηχανίας μπορούν επίσης να οδηγήσουν τους ανθρώπους να δώσουν προτεραιότητα σε άλλες γλώσσες, ακόμη κι αν παραμείνουν στην ίδια θέση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιπτώσεις στην πολιτισμική και γλωσσική ποικιλομορφία φαίνεται να έρχονται πρώτες και να εξαντλούνται στο περιβάλλον μέσω της εγκατάλειψης της γνώσης και της φροντίδας των τοπικών οικοσυστημάτων. Καθώς o πλανήτης αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο έκτακτης ανάγκης για την απώλεια της βιοποικιλότητας από την ανθρώπινη δραστηριότητα και τις κλιματικές αλλαγές που προκαλούνται από τον άνθρωπο, αυτές οι περίπλοκες αλληλεπιδράσεις της γλώσσας και της βιοποικιλότητας αποτελούν μια υπενθύμιση ότι η πολιτιστική ζωή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του φυσικού κόσμου. Ακριβώς όπως ένα ζωικό είδος, οι γλώσσες εξελίχθηκαν στο πλαίσιο του περιβάλλοντός τους. Όταν αλλάζει αυτό το περιβάλλον, απειλούνται πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα φυσικά έμβια όντα που ευδοκιμούν σε αυτό.

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, ακριβώς την εποχή που οι βιολόγοι και οι οικονομολόγοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για την απώλεια της παγκόσμιας βιοποικιλότητας, οι γλωσσολόγοι και οι ανθρωπολόγοι εξέφραζαν επίσης την ανησυχία τους για τις απώλειες πολιτισμών και γλωσσών του κόσμου. Η Luisa Maffi, ερευνήτρια με υπόβαθρο στη γλωσσολογία, ανθρωπολογία και φυσικές επιστήμες, θεώρησε ότι αυτό δεν αποτελούσε σύμπτωση. «Είχα μια αίσθηση ότι όλα αυτά τα φαινόμενα της απώλειας της ποικιλομορφίας έπρεπε να συνδεθούν», δήλωσε η Maffi, τώρα διευθύντρια της Terralingua, ενός ιδρύματος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που δημιούργησε και που επικεντρώνεται στην ποικιλομορφία της φύσης και του πολιτισμού.

«Είδα τη βιοποικιλότητα, την πολιτισμική ποικιλομορφία και τη γλωσσική ποικιλομορφία ως ξεχωριστές αλλά αλληλένδετες εκδηλώσεις της ποικιλίας της ζωής στη γη και πίστευα ότι πρέπει να υπάρχουν κοινά αίτια και συνέπειες της απώλειας καθενός», συμπληρώνει η Maffi.Ο ΜΚΟ Terralingua συνέβαλε στη δημιουργία του Δείκτη Γλωσσικής Ποικιλότητας, τη μέτρηση δηλαδή των γλωσσών του κόσμου. Μεταξύ 1970 και 2005, η έρευνα κατέδειξε ότι η γλωσσική ποικιλομορφία είχε μειωθεί κατά 20%. Απαντώντας στην αίσθηση της Maffi, ο ΜΚΟ Terralingua σχεδίασε χάρτες που κατέδειξαν την επικάλυψη της βιοποικιλότητας και της γλωσσικής ποικιλομορφίας και συνέκριναν τις απώλειες, και διαφάνηκε ότι συνδέονταν σημαντικά μεταξύ τους.

Η Μάφι συνέβαλε στην καθιέρωση του όρου «βιοποικιλική ποικιλομορφία», μια σύνδεσηγια το γεγονός ότι η βιολογική, γλωσσική καιπολιτισμική πολυμορφία τείνουν να συγκλί-νουν στις ίδιες περιοχές. Μια πιο πρόσφατη μελέτη του PNAS (Proceedings of the National Academy ofSciences of the United States of America) επιβεβαίωσε ότι οι περιοχές του κόσμου πουέχουν υψηλά επίπεδα βιοποικιλότητας περιέχουν επίσης τεράστια γλωσσική ποικιλομορ-φία: Από τις σχεδόν 7.000 γλώσσες στη Γη, περισσότερες από 4.800 μιλούν σε εκείνεςτις περιοχές υψηλής βιολογικής ποικιλομορφίας. Αυτό σημαίνει ότι περίπου το 70 τοιςεκατόν των γλωσσών μιλιούνται σε περίπου 25 τοις εκατόν της γήινης επιφάνειας στις ίδιες περιοχές όπου συγκεντρώνονται διάφορα είδη.Πολλές από αυτές τις γλώσσες έρχονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο εξαφάνισης, όπως ακριβώς και τα είδη που βρίσκονταιστις ίδιες περιοχές.

 

4 στις 10 αυτόχθονες γλώσσες κινδυνεύουν με αφανισμό

Οι γλωσσολόγοι εκτιμούν ότι το 50 έως 90% των παγκόσμιων γλωσσών θα εξαφανι-στούν μέχρι τα τέλη του αιώνα και τέσσερις στις δέκα αυτόχθονες γλώσσες κινδυνεύουννα εξαφανιστούν, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες των ΗΕ για τα ανθρώπινα δικαι-ώματα. Περίπου 2.800 από τις γλώσσες που βρίσκονται σε αυτές τις περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας κινδυνεύουν -έχουν 10.000 ή λιγότερους ομιλητές. Περισσότερες από 1.200από αυτές τις γλώσσες έχουν 1.000 ή λιγότερους ομιλητές. Από τις 7.000 αυτόχθονες γλώσσες που μιλιούνται σήμερα, τέσσερις στις δέκα κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, προειδοποιούν τουςεμπειρογνώμονες των ΗΕ για τα ανθρώπιναδικαιώματα και έκαναν έκκληση για μια δεκαετία δράσης για την ανατροπή της «ιστορικής καταστροφής» των παλαιών διαλέκτων,ήδη από τον περασμένο Αύγουστο, κατά τη Διεθνή Μέρα Αυτόχθονων Πληθυσμών. Στην έκκλησή τους, εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ δήλωσαν ότι η «οικοδόμηση του έθνους» ήταν υπεύθυνη για τη «συνεχιζόμενη διάκριση» κατά των γηγενών ομιλητών. «Με την πάροδο του χρόνου, τέτοιες πολιτικές μπορούν να υπονομεύσουν και να καταστρέψουν εκτενώς μια κουλτούρα ή ακόμη και ένα λαό», προειδοποίησαν οι εμπειρογνώμονες υπογραμμίζοντας ότι οι αυτόχθονες γλώσσες επιτρέπουν την ελευθερία έκφρασης και συνείδησης που είναι κρίσιμες για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον πολιτισμό και την πολιτική εκπροσώπηση.

Οι εμπειρογνώμονες οι οποίοι περιλαμβάνουν ομάδες που συνδέονται με το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRC)και το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο (ECOSOC), μαζί με ερευνητή του ΟΗΕ, επαινούν τα κράτη που υποστηρίζουν την εκστρατεία για μια Δεκαετία για τις Αυτόχθονες Γλώσσες. «Δέκα χρόνια θα παρέχουν το χρόνο καιτους πόρους που απαιτούνται για την αντιστροφή της ιστορικής καταστροφής των αυτόχθονων γλωσσών και την ανάκτηση αυτώντων γλωσσών για το μέλλον των αυτόχθονων πληθυσμών και της παγκόσμιας κοινότητας», επεσήμαναν.

Σύμφωνα με την ειδική δήλωση των ΗΕ,αναγνωρίζονται παντού για τους αυτόχθονες λαούς ότι έχουν το δικαίωμα να αναζωογονούνται, να χρησιμοποιούν, να αναπτύσσουνκαι να μεταδίδουν τις γλώσσες τους σε μελλοντικές γενιές. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό περιλαμβάνειτο δικαίωμα δημιουργίας και καθορισμού της εκπαίδευσης, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των θεσμών που τους διέπουν, σημει-ώνουν οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες πουορίστηκαν από τον ΟΗΕ.

«Καλούμε τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να αναγνωρίσουν, να προστατεύσουν και να προωθήσουν αυτόχθονες γλώσσες μέσω νομοθεσίας, πολιτικών και άλλων στρατηγικών, σε πλήρη συνεργασία με αυτόχθονες πληθυσμούς», ανέφεραν οι ειδικοί, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για «συνεχή στήριξη στη διγλωσσία και τη μητρική γλώσσα, στην υγεία, την απασχόληση, τις δικαστικές και άλλες δημόσιες υπηρεσίες στις γλώσσες των αυτόχθονων πληθυσμών, μεταξύ άλλων μέσω του κυβερνοχώρου και του διαδικτύου».

Άννα Μισιαούλη