Μεγάλα κέρδη για τις τράπεζες εν μέσω της κρίσης του κορονοϊού

Φορτώνουν αβέρτα τόκους και επιβαρύνσεις σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που δεν έχουν πλέον το στήριγμα του Συνεργατισμού

Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου

Μεγάλα κέρδη αποκομίζουν οι τράπεζες εν μέσω της κρίσης του κορονοϊού, αφού με τη βοήθεια και της κυβέρνησης φορτώνουν αβέρτα τόκους και επιβαρύνσεις στα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που βρίσκονται σε δύσκολη θέση, καθώς δεν έχουν πλέον το στήριγμα του Συνεργατισμού.

Τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας επιβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες αυξάνουν συνεχώς το περιθώριο του κέρδους τους, ιδιαίτερα στα δάνεια τα οποία εμπίπτουν στα σχέδια επιδότησης του επιτοκίου. Δηλαδή η επιδότηση αντί να καταλήγει στους δανειολήπτες, μεγάλο μέρος της πηγαίνει στα κέρδη των τραπεζών. Σημειώνεται μάλιστα ότι με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η Κύπρος βρίσκεται στην τέταρτη θέση με το υψηλότερο κόστος στα δάνεια των επιχειρήσεων και στην έκτη θέση στα δάνεια των νοικοκυριών για αγορά κατοικίας.

Την ίδια ώρα, οι τράπεζες θέτουν όλο και πιο αυστηρά κριτήρια για την παραχώρηση δανείων, εκμεταλλευόμενες την απουσία του Συνεργατισμού και το γεγονός ότι τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν πλέον εναλλακτική επιλογή. Μάλιστα, τα κρούσματα είναι τόσο έντονα που ακόμη και η Κεντρική Τράπεζα προειδοποίησε σε έκθεσή της ότι αναμένεται «αύξηση στον αριθμό των αφερέγγυων εταιρειών», η οποία με τη σειρά της θα επιφέρει «αύξηση της ανεργίας με αρνητικές αλληλεπιδράσεις στη χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών και της οικονομίας γενικότερα». Προειδοποίησε επίσης για την αδυναμία άντλησης ρευστότητας λόγω των αυστηρότερων κριτηρίων που έχουν εφαρμόσει οι τράπεζες, επισημαίνοντας ότι «από αυτή την εξέλιξη επηρεάζονται ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις». Παρά ταύτα, η κυβέρνηση συνεχίζει να σφυρίζει αδιάφορα, κλείνοντας το μάτι στις τράπεζες για να συνεχίσουν τις πρακτικές τους.

Αυξήσεις στα επιτόκια και τις συναφείς επιβαρύνσεις

Αυξήσεις στα ήδη υψηλά δανειστικά επιτόκια, αλλά και στις συναφείς επιβαρύνσεις επέβαλαν οι τράπεζες την περίοδο από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Μάρτιο του 2021 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας). Μάλιστα, έκθεση της ΚΤ η οποία δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα φωτογραφίζει νέες αυξήσεις και πιο αυστηρά κριτήρια.

Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων, ο μέσος όρος του επιτοκίου στα δάνεια των επιχειρήσεων για ποσά μέχρι 1 εκατ. ευρώ, αυξήθηκε από 3,20% σε 3,34%. Δηλαδή για κάθε δάνειο ύψους 300 χιλ. ευρώ επιβλήθηκε καπέλο ύψους 420 ευρώ στους τόκους το χρόνο.

Επίσης, στα δάνεια των επιχειρήσεων για ποσά άνω του 1 εκατ. ευρώ, ο μέσος όρος του επιτοκίου αυξήθηκε από 2,98% σε 3,37%.

Ακόμη στα δάνεια των νοικοκυριών για αγορά κατοικίας, το επιτόκιο αυξήθηκε από 2,10% σε 2,17%.

Επιπρόσθετα στα δάνεια των νοικοκυριών για άλλους σκοπούς (π.χ. για λόγους υγείας ή σπουδαστικά σχέδια), το επιτόκιο αυξήθηκε σημαντικά από 2,38% σε 2,86%.

Σημειώνεται ότι οι αυξήσεις δεν συνδέονται με το κόστος του χρήματος, αφού την ίδια περίοδο σημειώθηκε μείωση στα επιτόκια τα οποία πληρώνουν στους καταθέτες, αλλά ούτε με τον κίνδυνο της αγοράς, αφού τους προηγούμενους μήνες εφαρμόστηκε μορατόριουμ στις δόσεις δανείων και ως εκ τούτου δεν σημειώθηκε σημαντική αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία την περίοδο από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Μάρτιο του 2021 το επιτόκιο το οποίο πληρώνουν οι τράπεζες στις καταθέσεις των νοικοκυριών που βρίσκονται σε συμβόλαια προθεσμίας μέχρι ένα έτος, μειώθηκε από 0,11% σε 0,08%. Επίσης, στα συμβόλαια προθεσμίας 1-2 ετών, μειώθηκε από 0,17% σε 0,10%.

Ακόμη, στις καταθέσεις των επιχειρήσεων για τις οποίες δεν υπάρχουν κλειστά συμβόλαια (μιας ημέρας), το επιτόκιο μειώθηκε από -0,06% σε -0,08. Δηλαδή είναι αρνητικό και επιβάλλεται κάθε μήνα «πέναλτι». Επιπρόσθετα στις καταθέσεις των επιχειρήσεων με συμβόλαια προθεσμίας μέχρι ένα έτος, το επιτόκιο μειώθηκε από 0,10% σε 0,08%.

Σημειώνεται ότι οι τράπεζες αύξησαν παράλληλα τις χρεώσεις τους ιδιαίτερα στις συναλλαγές στα ταμεία, αποκομίζοντας πρόσθετα κέρδη.

«Πρωταθλήτριες» στις χρεώσεις οι κυπριακές τράπεζες

Οι κυπριακές τράπεζες είναι «πρωταθλήτριες» στις χρεώσεις, αφού με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η Κύπρος βρίσκεται στην τέταρτη θέση με το υψηλότερο κόστος στα δάνεια των επιχειρήσεων και στην έκτη θέση στα δάνεια των νοικοκυριών για αγορά κατοικίας.

Συγκεκριμένα το κόστος δανεισμού για δάνεια προς τα νοικοκυριά για αγορά κατοικίας είναι 2,16%, ενώ ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι 1,31%. Δηλαδή για ένα δάνειο ύψους 200 χιλ. ευρώ τα νοικοκυριά στην Κύπρο χρεώνονται 4.320 ευρώ το χρόνο, ενώ στην ευρωζώνη μόλις 2.620 ευρώ (διαφορά 1.700 ευρώ το χρόνο).

Επίσης, το κόστος δανεισμού για δάνεια προς τις επιχειρήσεις είναι 3,34%, ενώ ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι 1,42%. Δηλαδή για ένα δάνειο ύψους 200 χιλ. ευρώ οι επιχειρήσεις στην Κύπρο χρεώνονται 6.680 ευρώ το χρόνο, ενώ στην ευρωζώνη μόλις 2.840 ευρώ (διαφορά 3.840 ευρώ το χρόνο).

Σημειώνεται ότι τα υψηλά δανειστικά επιτόκια επιφέρουν μεγάλα κέρδη για τις τράπεζες, αλλά παράλληλα προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην ευρύτερη οικονομία και φρενάρουν τις προοπτικές ανάπτυξης της χώρας.

Επισημαίνεται επίσης ότι η κυβέρνηση διαθέτει τους μηχανισμούς για άσκηση πιέσεων προς τις τράπεζες για μείωση των επιτοκίων, ιδιαίτερα στα δάνεια τα οποία επιδοτούνται από το κράτος. Μάλιστα, το ΑΚΕΛ έθεσε επανειλημμένα θέμα στη Βουλή καταθέτοντας στοιχεία τα οποία τεκμηριώνουν την αύξηση των επιτοκίων. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση συνεχίζει να σφυρίζει αδιάφορα κλείνοντας το μάτι στις τράπεζες για να συνεχίσουν τις πρακτικές τους.

Εκατομμύρια στους μεγάλους και ψίχουλα στους μικρομεσαίους

Το μεγαλύτερο πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στη μάχη την οποία δίνουν για επιβίωση είναι η αδυναμία πρόσβασης σε δάνεια από τις τράπεζες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, την περίοδο από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Μάρτιο του 2021 παραχωρήθηκαν νέα δάνεια ύψους 1,44 δις ευρώ προς τις επιχειρήσεις. Παρά ταύτα, το μεγαλύτερο μέρος αφορά δάνεια άνω του ενός εκατ. ευρώ (990,2 εκατ. ευρώ ή ποσοστό 68,7%), τα οποία προφανώς αφορούν τους πολύ μεγάλους. Αντίθετα, τα δάνεια μέχρι ενός εκατ. ευρώ περιορίστηκαν στα 450,9 εκατ. ευρώ ή ποσοστό 31,3%.

Σημειώνεται ότι έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα, επισημαίνει την αδυναμία άντλησης ρευστότητας λόγω των αυστηρότερων κριτηρίων και των επιτοκίων. Σημειώνεται μάλιστα ότι «από αυτή την εξέλιξη επηρεάζονται ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις». Επισημαίνεται επίσης ότι αναμένεται «αύξηση στον αριθμό των αφερέγγυων εταιρειών», η οποία με τη σειρά της θα επιφέρει «αύξηση της ανεργίας με αρνητικές αλληλεπιδράσεις στη χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών και της οικονομίας γενικότερα».

Εν τω μεταξύ, την περίοδο από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Μάρτιο του 2021 παραχωρήθηκαν στα νοικοκυριά νέα δάνεια ύψους 1,19 δις ευρώ. Απ’ αυτά τα 889,1 εκατ. ευρώ αφορούν στεγαστικά δάνεια, 158,4 εκατ. ευρώ καταναλωτικά και 142 εκατ. ευρώ δάνεια για άλλους σκοπούς.

Συνολικά την περίοδο από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Μάρτιο του 2021 δόθηκαν καθαρά νέα δάνεια ύψους 2,63 δις ευρώ.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.