Μελέτη Παγκόσμιας Τράπεζας: Αύξηση κατά 7% στα εισοδήματα των Κυπρίων σε δέκα χρόνια μετά την επανένωση



Η επανένωση της Κύπρου, αν συνοδευτεί από υποστηρικτικές πολιτικές, θα επιφέρει πρόσθετο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 0,4% για την ελληνοκυπριακή κοινότητα και 1,8% για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, εκτιμά μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας ενώ η υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση κατά 7% στα εισοδήματα των Κυπρίων σε μια δεκαετία μετά την επανένωση.

Αυτό καταδεικνύει μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας στοιχεία της οποίας δόθηκαν στη δημοσιότητα για πρώτη φορά στο πλαίσιο εκδήλωσης της Αποστολής Καλών Υπηρεσιών του ΟΗΕ για την παρουσίαση κοινωνικοοικονομικής μελέτης που περιλαμβάνει και τη διάσταση του φύλου. Η μελέτη παρουσιάστηκε από την Ειδική Αντιπρόσωπο του ΓΓ του ΟΗΕ στην Κύπρο Ελίζαμπεθ Σπέχαρ και δύο ανώτερους οικονομολόγους της Παγκόσμιας Τράπεζας.

«Η μελέτη καταλήγει ότι μια συνολική διευθέτηση συνοδευόμενη από τις κατάλληλες πολιτικές και θεσμούς για την ισότητα του φύλου θα αποτελέσουν μια ευκαιρία για μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη στο νησί, η οποία θα ωφελήσει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες στο νησί και στις δύο κοινότητες», τόνισε σε χαιρετισμό της στην εκδήλωση η κ. Σπέχαρ.

Αντίθετα, πρόσθεσε, «η μελέτη υπογραμμίζει ότι τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες η καθυστέρηση στην επίτευξη μιας διευθέτησης συνεπάγεται οικονομικό και μη οικονομικό κόστος, το οποίο αναπόφευκτα συσσωρεύεται με το πέρασμα του χρόνου».

Αυτό, «είναι μια έντονη υπενθύμιση προς όλους μας ότι το κόστος της συνέχισης του στάτους κβο είναι ένα σοβαρό ζήτημα που πρέπει όλοι να αντιμετωπίσουμε», ανέφερε η κ. Σπέχαρ και συμπλήρωσε: «Συνεπώς αυτό πρέπει να ενθαρρύνει να ακούσουμε τα λόγια του ΓΓ του ΟΗΕ, ο οποίος επανειλημμένα επέμεινε στην ανάγκη οι πλευρές θα εμπλακούν ενεργά με την αίσθηση του κατ’ επείγοντος προκειμένου να επιτευχθεί μια συνολική διευθέτηση».

Απαντώντας η ίδια στο ερώτημα γιατί συζητείται αυτό το θέμα τώρα, η κ. Σπέχαρ είπε: «Αν όχι τώρα, πότε; Αν δεν εμπιστευθώ τον εαυτό μου ποιον μπορώ να εμπιστευθώ με το μέλλον μου;».

Παράλληλα, η κ. Σπέχαρ επεσήμανε πως σε πρόσφατες σφυγμομετρήσεις 7 στους 10 Ε/κ και Τ/κ ερωτηθέντες εξέφρασαν τη συνεχιζόμενη επιθυμία τους για λύση του Κυπριακού.

Τις οικονομικές πτυχές της έρευνας, παρουσίασε ο Ενρίκε Άλνταζ Κάρολ, ανώτερος οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο οποίος ήταν επικεφαλής της ομάδας της τράπεζας στις μελέτες που έγιναν για το Κυπριακό την περίοδο 2015 – 2016.

Πέραν του επιπρόσθετου ρυθμού ανάπτυξης και του αυξημένου εισοδήματος για Ε/κ και Τ/κ, όπως αναφέρεται στην σύνοψη, σε δέκα χρόνια μετά την επανένωση τα εισοδήματα των Τ/κ θα φτάσουν το 75% των Ε/κ, σε αντίθεση με το 67% που θα βρίσκονται με βάση το σενάριο συνέχισης του στάτους κβο.

Σύμφωνα με την μελέτη, με την ομαλοποίηση των σχέσεων και την εναρμόνιση των φορολογικών συστημάτων και των προτύπων των προϊόντων το εμπόριο σε όλο το νησί, το εμπόριο θα τριπλασιαστεί με το εμπόριο της Ε/κ κοινότητας να αυξάνεται κατά 3,4% μέχρι το 2035, απλά με την υπόθεση της εξαγωγής αγαθών και υπηρεσιών στην Τουρκία, ενώ με συμπληρωματικές πολιτικές το εμπόριο της τ/κ κοινότητας θα αυξηθεί κατά 12,2% μέχρι το 2035 μέσω του τουρισμού και των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων προς τις χώρες της ΕΕ.

€1 δισεκατομμύριο σε επενδύσεις υποδομών σε περίοδο 3 ετών
—————

Εξάλλου, η επανένωση θα οδηγήσει σε αυξημένες επενδύσεις της τάξης του €1,1 δισ σε έργα υποδομής για την ενσωμάτωση των συστημάτων ενέργειας, μεταφορών και υδατοπρομήθειας. Ειδικότερα όπως ανέφερε ο κ. Αλντάθ η ενοποίηση των συστημάτων μεταφορών θα απαιτήσει επενδύσεις €580 εκατομμυρίων, €325 εκατ θα χρειαστούν για τα συστήματα υδατοπρομήθειας και €180 για ενοποίηση των συστημάτων ενέργειας.

Όπως χαρακτηριστικά είπε, τα χρήματα αυτά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως επένδυση και όχι ως κόστος της λύσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τον οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ελεύθερη διακίνηση εργατικού δυναμικού και κεφαλαίου, θα επιφέρει αύξηση στην απασχόληση σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα σε όλο το νησί και ειδικότερα στην τ/κ κοινότητα.

1 στις 7 γυναίκες έτοιμες να ενταχθούν στην αγορά εργασίας
———-

Από την πλευρά της, η ανώτερη οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ιρίνα Μπαντιάνι Μάγκνουσον, είπε πως με βάση τις έρευνες μία στις επτά γυναίκες τόσο στην ε/κ όσο και στην τ/κ κοινότητα που δεν εργάζονται επιθυμούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, την ώρα που τα κενά μεταξύ των φύλων στην μόρφωση έχουν σμικρυνθεί, κάτι επιτρέπει την είσοδο στην απασχόληση σε μια σειρά από επαγγέλματα.

«Αν φέρουμε τις γυναίκες αυτές στο εργατικό δυναμικό, αυτό θα αυξήσει στην απασχόληση μεταξύ των Τ/κ γυναικών κατά 25% και μεταξύ των Ε/κ γυναικών κατά 17%. Αυτό είναι τεράστιο», είπε.

Σημείωσε ωστόσο ότι το ερώτημα είναι κατά πόσον οι γυναίκες αυτές θα μπορούν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες απασχόλησης. «Και για να διευκολύνουμε τις γυναίκες που επιθυμούν να εργαστούν χρειάζονται υποστηρικτικές πολιτικές», συμπλήρωσε.

Μας έλειπε η διάσταση του φύλου στις συνομιλίες
————-

Απαντώντας σε ερωτήσεις, η κ. Σπέχαρ είπε πως είναι λανθασμένη η αντίληψη ότι δεν υπήρχαν γυναίκες στις συνομιλίες, για να προσθέσει πως αυτό που έλειπε ήταν η διάσταση του φύλου.

«Ένα από τα σημεία επί του οποίου μπορούμε να κτίσουμε είναι το αίτημα του Συμβουλίου Ασφαλείας ότι η τεχνική επιτροπή για την ισότητα των φύλων να ετοιμάσει σχέδιο δράσης για τον επόμενο γύρο συνομιλιών, για να διασφαλίσουμε ότι η όποια πρόταση διευθέτησης θα είναι ευαίσθητη ως την διάσταση του φύλου», είπε.

To μη οικονομικό κόστος της μη λύσης
————-

Από τις αναφορές του κ. Αλντάζ για το κόστος της μη λύσης ξεχώρισαν οι αναφορές για το μη οικονομικό κόστος, καθώς, όπως είπε, «το παράθυρο κλείνει» για τη γενιά προ του 1974.

«Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη συγκυρία, η γήρανση του πληθυσμού υπονοεί ότι το παράθυρο ευκαιρίας κλείνει για την γενιά προ του 1974», είπε, προσθέτοντας πως ένας εκτιμημένος αριθμός 1.108 εκτοπισμένων της γενιάς προ του 1974 πεθαίνει κάθε χρόνο χωρίς αποκατάσταση της περιουσίας ή αποζημίωση λόγω της καθυστέρησης στην επίτευξη λύσης.

Στο αμιγώς οικονομικό κόστος της μη λύσης, ο κ. Αλντάζ ενέταξε τις δαπάνες για την άμυνα στην ε/κ πλευρά καθώς και το κόστος συνεισφοράς στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ, τους περιορισμούς στην ανάπτυξη των πόρων του νησιού, την απώλεια πρόσβασης στις περιουσίες σε όλο το νησί τις δυνητικές θέσεις εργασίας, καθώς και στο διευρυνόμενο χάσμα στο κατά κεφαλήν εισόδημα μεταξύ Ε/κ και Τ/κ.

Λέγοντας πως η εκτίμηση του κόστους της μη λύσης έγινε μετά την αποτυχία των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά, ο κ. Αλντάζ είπε πως «αυτό που είδαμε είναι ότι με κάθε γύρο συνομιλιών το κόστος του αδιεξόδου αυξάνεται λόγω των χαμένων ωφελημάτων».

Τέλος, απαντώντας σε ερωτήσεις για την ετοιμότητα των δύο πλευρών, η κ. Σπέχαρ είπε πως «ελπίζω ότι συν τω χρόνω και ελπίζω νωρίτερα παρά αργότερα, το κλίμα θα αρχίζει να βελτιώνεται και θα ξεκινήσουν μια επιτυχημένη διαδικασία, μια επιτυχημένη επιστροφή στις συνομιλίες και που θα μας επιτρέψει να αρχίσουμε την ταυτόχρονη προετοιμασία για την υλοποίηση της συμφωνίας».