Η τουρκική επικυριαρχία είναι σε κάθε γωνιά της τ/κ κοινότητας

* Ο οικονομολόγος Μερτκάν Χαμίτ μιλά για τη φτώχεια στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και την εξάρτησή της από την Τουρκία

* Η λύση του Κυπριακού, η μόνη οδός απεξάρτησης της κυριαρχίας της Τουρκίας επί των Τουρκοκυπρίων

Της Άννας Μισιαούλη

Τις συνθήκες οικονομικής στενότητας που επηρεάζει περισσότερο από όλους τα φτωχά στρώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας συζήτησε η «Κυριακάτικη Χαραυγή» με τον οικονομολόγο Μερτκάν Χαμίτ με αφορμή ομότιτλη διάλεξη που πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Ο Μερτκάν Χαμίτ σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας με θέμα τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η διδακτορική του διατριβή ολοκληρώθηκε στο Πανεπιστήμιο East London στη Σχολή Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών με θέμα τις συζητήσεις για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης στην Κύπρο την περίοδο της αγγλικής αποικιοκρατίας.

Ο Μερτκάν Χαμίτ εργάζεται ως σύμβουλος της Παγκόσμιας Τράπεζας για ζητήματα οικονομίας και κοινωνίας στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, ακτιβιστής στην πλατφόρμα «Πρωτοβουλία Αμμοχώστου», και αρθρογραφεί συχνά στην ιστοσελίδα Gazedda Kıbrıs.

Η ικανότητα της τ/κ οικονομίας να ξεπεράσει συστημικές διαταραχές είναι από πολύ περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ενώ η αδυναμία αντιμετώπισης βραχυπρόθεσμων ή μεσοπρόθεσμων διαταραχών στην οικονομία επηρεάζει κυρίως τις πιο ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των φτωχών νοικοκυριών, των ηλικιωμένων, των μονογονεϊκών οικογενειών και κυρίως της γυναίκας.

Όπως ανέφερε ο Μερτκάν Χαμίτ, η οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή η τ/κ κοινότητα είναι πολύ δύσκολη με διαφορετικά επίπεδα προβλημάτων, είτε προσωρινά είτε διαρθρωτικά. Εξήγησε ότι το πρώτο από αυτά τα προβλήματα είναι η πολιτική κατάσταση, εξαιτίας της απομόνωσης στην οποία βρίσκεται η οικονομία της τ/κ κοινότητας ως απότοκο του καθεστώτος της τ/κ διοίκησης. Το θέμα της απομόνωσης, αναφέρει, δημιουργεί εξάρτηση εξαλείφοντας εμπορικές και επενδυτικές ευκαιρίες, κυρίως εξαγωγικές, ενώ στην τ/κ αγορά, σημειώνει, βρίσκονται ευρωπαϊκά, τουρκικά ή κινέζικα προϊόντα, η εξαγωγή τ/κ προϊόντων είναι εξαιρετικά δύσκολη με αποτέλεσμα η ροή χρήματος να μην  είναι κυκλική. Κατά συνέπεια, το 58,8% όλων των εισαγωγών προέρχεται από την Τουρκία, ενώ το υπόλοιπο 41,2%  προέρχεται από όλες τις άλλες χώρες, με τις εισαγωγές από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιπροσωπεύουν το 19,6% του συνόλου εισαγωγών από χώρες εκτός της Τουρκίας. Αυτό, υπογραμμίζει ο Μερτκάν Χαμίτ, δημιουργεί μεγάλη εξάρτηση, τεράστιο εμπορικό έλλειμμα που οδηγεί σε ρίσκο όλη την οικονομία της τ/κ κοινότητας σε όλες τις περιπτώσεις.

Επιπρόσθετα, η τ/κ κοινότητα διατηρεί ένα σημαντικό συναλλαγματικό κίνδυνο, αφού το κύριο νόμισμα που χρησιμοποιείται είναι η τουρκική λίρα. Αυτό σημαίνει ότι οι διακυμάνσεις της τουρκικής οικονομίας αντανακλώνται αυτόματα στην τουρκοκυπριακή οικονομία. Όπως για παράδειγμα η πρόσφατη υποτίμηση της τουρκικής λίρας έπληξε την τουρκοκυπριακή οικονομία.

Ως μια οικονομία που εξαρτάται από εισαγωγές, με την υποτίμηση της τουρκικής λίρας σημειώθηκαν δυσμενείς επιπτώσεις στην τ/κ οικονομία, επεσήμανε ο Μερτκάν Χαμί, συμπληρώνοντας ότι εξαιτίας αυτού οι τιμές αυξάνονται, ενώ οι μισθοί δεν μπορεί να αυξηθούν με την ίδια ταχύτητα. Ως αποτέλεσμα, η αγοραστική δύναμη μειώνεται και η συνολική ποιότητα ζωής επιδεινώνεται, υπογράμμισε.

Επεσήμανε ότι η ικανότητα της τ/κ οικονομίας να ξεπεράσει συστημικές διαταραχές είναι από πολύ περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ενώ η αδυναμία αντιμετώπισης βραχυπρόθεσμων ή μεσοπρόθεσμων διαταραχών στην οικονομία επηρεάζει κυρίως τις πιο ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των φτωχών νοικοκυριών, των ηλικιωμένων, των μονογονεϊκών οικογενειών και κυρίως της γυναίκας.

Η οικονομική εξάρτηση από την Τουρκία

«Στην αντίληψη των Ε/κ, η βόρεια Κύπρος είναι υπό κατοχή με τη στρατιωτική έννοια. Ωστόσο οι απλοί Τ/κ το βλέπουν ως επικυριαρχία. Δεν είναι πλέον στρατιωτικό το ζήτημα. Είναι πλέον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό. Με άλλα λόγια, η τουρκική επικυριαρχία είναι σε κάθε γωνιά»

Ως ένα από τα κύρια διαρθρωτικά προβλήματα της τ/κ οικονομίας ανέφερε την κοντόφθαλμη, όπως τη χαρακτήρισε, προσέγγιση που δεν είναι μόνο τεχνικής, αλλά είναι και πολιτικής φύσεως. Το οικονομικό πλαίσιο της τ/κ οικονομίας αποφασίστηκε σύμφωνα με την οικονομική βοήθεια της Τουρκίας, που εδράζει σε τριετή οικονομικά πρωτόκολλα. Τα πρωτόκολλα αυτά συνδέονται με μια ατζέντα μεταρρυθμίσεων για ένα καθορισμένο χρηματικό ποσό, εξήγησε. Ωστόσο, συμπλήρωσε, «οι μεταρρυθμίσεις στα οικονομικά πρωτόκολλα εμπεριέχουν πολυάριθμες αμφισβητούμενες νομοθεσίες, που θα έλεγα από την ιδιωτικοποίηση έως τον εξισλαμισμό. Τα πολιτικά κόμματα που σχηματίζουν τον συνασπισμό -είτε αριστερά είτε δεξιά- δεν έχουν διαπραγματευτική εξουσία, επειδή α) οι περισσότεροι από αυτούς συμμετέχουν σε συνομιλίες πρωτοκόλλου χωρίς σοβαρές προετοιμασίες και β) η σχέση δεν είναι σχέση βασισμένη σε κανόνες και πλαίσιο», πρόσθεσε.

«Με αυτά τα δεδομένα δημιουργείται μεταξύ Τουρκίας και τ/κ κοινότητας μια σχέση μεταξύ αποικισμένου και αποικιστή, που ο δεύτερος επιβάλλει τη θέλησή του στον πρώτο», διαπίστωσε ο Μερτκάν Χαμίτ. Συνεπώς, το σχέδιο οικονομικής μεταρρύθμισης αποτελείται από άκρως πολωμένες προοπτικές που απαιτούν υλοποίηση σε τρία χρόνια χωρίς δημόσια υποστήριξη. Το γενικό οικονομικό περιβάλλον σκοτώνει κάθε προσπάθεια για οποιαδήποτε μεγάλη μεταρρύθμιση, ενώ οι πολιτικοί φροντίζουν να μην εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις λόγω του πολιτικού κόστους, τη στιγμή που οι πολίτες θέτουν τις κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες τους χωρίς να προβλέπουν ένα υγιές οικονομικό μέλλον.

Με αυτό τον τρόπο, επισημαίνει, δημιουργείται ένα πολύ ισχυρό δομικό εμπόδιο που καθίσταται ο φραγμός στην ανάπτυξη, κάτι που αποτελεί επίσης σημαντικό λόγο για τον οποίο και οι Τουρκοκύπριοι πολιτικοί αποτυγχάνουν στην οικονομία.

Απαντώντας σε ερώτηση της «Κυριακάτικης Χαραυγής» αναφορικά με τις σχέσεις εξάρτησης που δημιουργούνται με την Τουρκία εξαιτίας αυτής της οικονομικής σχέσης, ο Μερτκάν Χαμίτ απάντησε πως η εξάρτηση αυτή παρατηρείται σε κάθε πτυχή της ζωής των Τ/κ. «Στην αντίληψη των Ε/κ, η βόρεια Κύπρος είναι υπό κατοχή με τη στρατιωτική έννοια. Ωστόσο οι απλοί Τ/κ το βλέπουν ως επικυριαρχία. Δεν είναι πλέον στρατιωτικό το ζήτημα. Είναι πλέον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό. Με άλλα λόγια, η τουρκική επικυριαρχία είναι σε κάθε γωνιά», επεσήμανε χαρακτηριστικά.

Πρόσθεσε ότι οι σχέσεις εξουσίας είναι τόσο ασύμμετρες, που η Τουρκία δεν σέβεται την πολιτική βούληση των Τουρκοκυπρίων. «Οι θεμελιώδεις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της αυθεντικότητας και του τρόπου ζωής, θεωρούνται ως ριζοσπαστική απαίτηση. Επομένως, είναι οικονομική εξάρτηση, αλλά είναι κάτι περισσότερο από αυτό και πηγαίνει πολύ πιο βαθιά από αυτό», εξήγησε εμφαντικά.

«Οι θεμελιώδεις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της αυθεντικότητας και του τρόπου ζωής, θεωρούνται ως ριζοσπαστική απαίτηση. Επομένως, είναι οικονομική εξάρτηση, αλλά είναι κάτι περισσότερο από αυτό και πηγαίνει πολύ πιο βαθιά από αυτό».

Η λύση του Κυπριακού η μόνο λύση

Κληθείς να αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει, απάντησε πως «υπάρχει μόνο ένας τρόπος, η απελευθέρωση». Ωστόσο εξήγησε ότι η απελευθέρωση για τους Τ/κ μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από κοινό αγώνα με τους Ε/κ. Δυστυχώς όμως, επεσήμανε, η ε/κ κοινότητα αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες των τ/κ. «Ο Νίκος Αναστασιάδης παίζει ενάντια στο χρόνο, κάτι που προκαλεί μόνο την επικυριαρχία να γίνεται πιο ισχυρή και πιο δομημένη».

«Κάθε μέρα που περνά είναι μια χαμένη μέρα», ανέφερε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει ότι η εξάρτηση της τ/κ κοινότητας από την Τουρκία μπορεί να σπάσει μόνο όταν Ε/κ και Τ/κ γίνουν κύριοι της χώρας τους, ολόκληρου τους νησιού τους. «Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κατάσταση μέσα από την οποία οι Τ/κ να μπορούν να δημιουργήσουν οικονομικές σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο και όχι κατ’ ανάγκη μέσω Τουρκίας», συμπλήρωσε, λέγοντας επίσης ότι αν μπορεί να αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία, τότε η σχέση της τ/κ κοινότητας με την Τουρκία θα γίνει πιο υγιής.

«Ξέρουμε όλοι την απάντηση», υπογράμμισε εμφαντικά. «Χρειαζόμαστε Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Χρειάζεται να αντιληφθούμε ότι πολιτικά ίσες κυπριακές κοινότητες μπορούν να επιδείξουν αλληλεγγύη για να δημιουργήσουν μια κοινή πατρίδα. Και αυτό πρέπει να πάει πέρα από το σλόγκαν», υπέδειξε.

Πρόσθεσε ότι δεν χρειαζόμαστε οδικούς χάρτες για κάτι τέτοιο και επεσήμανε ότι δεν έχει δει οικονομολόγους προερχόμενους από όλο το νησί να σχεδιάζουν μαζί με τα πολιτικά κόμματα το κοινό μέλλον.

«Πιο πολύ επικεντρωνόμαστε στη συνολική επίλυση του Κυπριακού και αυτό δεν μας βγάζει πουθενά», ανέφερε. Επεκτάθηκε λέγοντας ότι χρειάζεται οι Κύπριοι να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι οι διαπραγματεύσεις είναι ένα εργαλείο για λύση του Κυπριακού, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι το μοναδικό εργαλείο που έχουν στα χέρια τους.

«Ως πολιτικά όντα αυτής της χώρας χρειάζεται να βρούμε τους τρόπους για επανένωση, παρά να περιμένουμε να ακούσουμε την άδεια ρητορική του Αναστασιάδη και των άλλων, που μπορεί να προκαλέσει τη μόνιμη διαίρεση της Κύπρου», κατέληξε χαρακτηριστικά.