«Μες τα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά»

Του Τάσου Αναστάση

 

Όσες φορές και να πας στην περίκλειστη πόλη του Βαρωσιού, δύσκολα ξεπερνάς την ανατριχίλα της εγκατάλειψης και της χαμένης ζωής που άφησαν πίσω οι κάτοικοι την ώρα που την εγκατέλειπαν. Παρά τα περίεργα μάτια των επισκεπτών, που ξεγυμνώνουν τη σημερινή παρακμή της, η σημερινή εικόνα της αποτελεί ένα μνημόσυνο της χαμένης νιότης και δόξας μιας πανέμορφης πόλης που δεν πρόλαβε να ενηλικιωθεί αφήνοντας ορφανά τα παιδιά της.

Η πρόσφατη επίσκεψή μου συνέπεσε με την επίσκεψη από ορδές Τούρκων τουριστών που ξαναπαρελαύνουν μέσα στην πόλη, αυτή τη φορά σαν σύγχρονοι οικονομικοί κατακτητές που ποζάρουν με στόμφο μπροστά στα κτίρια που κάποτε στέγαζαν τις ζωές των κατοίκων της. Φωτογραφίζονται στα σχολεία που οι νέοι έχτιζαν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους και τώρα αποτελούν ερείπια και αναμνήσεις μιας παρ’ ολίγον ευτυχίας. Η Αμμόχωστος είναι συγκλονιστική. Καμία άλλη πόλη δεν κρύβει μέσα της τόση σιωπή και τόση φωνή την ίδια στιγμή. Οι σπασμένες βιτρίνες των καταστημάτων της οδού Δημοκρατίας με τις επιγραφές και επωνυμίες των επιχειρήσεων, αν και φθαρμένες, ακόμα καλούν τον επισκέπτη να μπει μέσα στα καταστήματα και να τα χαζέψει, μόνο που τώρα αντί για εμπορεύματα, ο επισκέπτης καλείται να ψάξει ίχνη μιας ζωής που δεν υπάρχει πλέον εκεί. Τα πανύψηλα ξενοδοχεία πίσω από το παραλιακό μέτωπο αναζητούν χαρούμενες φωνές ταξιδιωτών που απολαμβάνουν το απέραντο τιρκουάζ της φημισμένης παραλίας της Αμμοχώστου και μετά θα κατέβουν να περιπλανηθούν στην πόλη και τα στενά της. Αντ’ αυτού, παραμένουν κρύα και σκοτεινά, γυμνά από τη βίαιη λεηλασία τους εκείνο τον τελευταίο Αύγουστο.

Εκεί στο τέρμα της οδού Δημοκρατίας, μια γιαγιά σε τροχοκάθισμα, μαυροντυμένη πλέον και με υγρά μάτια προσπαθεί να διαβάσει μια επιγραφή: «Αντ… Αντρέας. Α! Εν το μαγαζί του Αντρέα που επιάναμεν τα ρούχα, δίπλα ήταν της Ρίτας, έπιασα σου το φουστανούι που εφόρες τη μέρα εφύαμεν, θυμάσαι;» «Ναι μάμα θυμούμαι, εφόρουν το φουστάνι τζαι τη μισή τη λίρα τη χρυσή, την εγγλέζικη. Εν το μόνο που έφερα μαζί μου», της απαντούσε η κόρη της, που είδε ξανά τη γειτονιά της 48 χρόνια μετά που την εγκατέλειψε και προσπαθούσε να περπατήσει στα βήματα μιας ζωής που εκτοπίστηκε βίαια.

Πήραν το δρόμο της επιστροφής προς την είσοδο της πόλης. Βουβοί, σιωπηλοί με δάκρυα στα μάτια. Μείναμε ακόμα λίγο να βλέπουμε τα σπίτια που κάποτε ήταν ζεστά και φιλόξενα. Μερικές λέξεις σε έναν τοίχο «Κύπρος-Ένωσις», παρακάτω «ΕΟΚΑ Β’-ΔΙΓΕΝΗΣ», με μπλε ξεθωριασμένη μπογιά. Ποτέ άλλοτε τέσσερις λέξεις δεν έκρυβαν περισσότερη ευθύνη. Πήραμε και μεις το δρόμο της επιστροφής. Αφήσαμε πίσω τα φαντάσματα μιας ζωής που δεν υπάρχει πια, μιας πόλης που το φως της φωτίζει μόνο το παρελθόν, αφήσαμε πίσω μια πόλη παραδομένη σε περίεργους τουρίστες και ακονισμένα μαχαίρια.

Μια πόλη να ξαγρυπνά μες τα μαλάματα τη μέρα της επιστροφής, που είν’ το κρεβάτι της λημέρι του φονιά.

 

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.