Σημεία κοινού/Ορίζοντας

Μετα-γράφοντας με όραμα και τόλμη την κυπριακή συνθήκη

Λουίζα Παπαλοΐζου, Το Βουνί, Το Ροδακιό, 2020

 Στο ερώτημα ποιο νυχτολούλουδο ευωδιάζει τους κόλπους της νύχτας απαντώ ευθέως: η λεμονιά. (σελ. 410 του βιβλίου)

Μία δεκαετία μετά το πρώτο και βραβευμένο της βιβλίο διηγημάτων (Απειλουμενα είδη, Λεμεσός, Εκδόσεις Αφή, 2010: Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της Κύπρου), η Κύπρια Λουίζα Παπαλοΐζου μάς δίνει το πολυαναμενόμενο επόμενο έργο της, το εκτενές μυθιστόρημα Το Βουνί (Αθήνα, Το Ροδακιό, 2020). Η μεγάλη χρονική απόσταση δεκαετίας προδίδει μάλλον από μόνη της τον στόχο. Πρόκειται για ένα έργο, όπως υποψιάζεται ο αναγνώστης, αφενός από την έκταση, αφετέρου από το σημείωμα της συγγραφέως, χρόνιας μελέτης και συγγραφής, όπου αφηγήσεις, μαρτυρίες και επιστολές στήνουν έναν πολυφωνικό κόσμο, καθρέφτη ενός άκρως πολυφωνικού τόπου, τιμώντας το μυθιστορηματικό είδος με τον πιο έντιμο τρόπο: επεκτείνοντας τα στιγμιότυπα της ιστορίας σε ένα μυθοπλαστικό σύμπαν πιο πραγματικό και από το πραγματικό.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη διαφορετικού ειδολογικού πλαισίου, υφολογικής δομής και διαφορετικής αισθητικής, παρότι το καθένα συμπληρώνει αρμονικά το άλλο σε αυτό το σπονδυλωτό έργο, όπου οι τρεις διαδοχικοί βίοι των αφηγητών γίνονται και παράλληλοι.

[…] Καθώς ο αναγνώστης περνά από το ένα μέρος στο άλλο, τα είδη στο Βουνί εναλλάσσονται: μονολογική αφήγηση στο Α΄ και στο Β΄ μέρος, ημερολόγιο και επιστολή στο Γ΄ Μέρος (όπου πηγή έμπνευσης, όπως αναφέρει η συγγραφέας, αποτελούν οι δημοσιευμένες επιστολές ενός εκ των Σουηδών αρχαιολόγων, οι οποίες μεταπλάθουν –ή αναπλάθουν– την κυπριακή συνθήκη ως ένα τρίτο μάτι). Η φροντισμένη γλώσσα και η κορυφούμενη δομή του βιβλίου αντανακλά τον αριστοτεχνικά πελεκημένο λόγο, σαν τις πέτρες του Σολή και το ομοίωμα του αγάλματος της Αφροδίτης των Σόλων (το οποίο στην πραγματικότητα ανευρέθη όντως από χωρικούς της περιοχής στις αρχές του 20ου αιώνα). Το θέαμα της τελειότητας σταματά να θαυμάσει νοερά και ο ίδιος ο αναγνώστης, ειδικότερα ο Κύπριος, που έχει δει το εν λόγω διάσημο άγαλμα-σύμβολο αμέτρητες φορές στη ζωή του, αλλά πολύ πιθανόν να μην το έχει προσέξει στην πραγματικότητα (ή να μην το έχει δει από κοντά) ποτέ:

Μια γεναίκα με ξαπόλυτα μαλλιά καραολιά ώς την μέσην τζιαι θκυο τρουλλωτά βυζιά στέκεται τζιαι θωρεί μας. Που την μέσην τζιαι πάνω γυμνή, που την μέσην τζιαι κάτω ντυμένη, μα έσιει τιτσίρες περίτου ντυμένες που τούτην· το ρούχον εν’ φτανόν, διάφανον όπως το τούλιν. Φεντζιάζει το πουττίν της.
Θωρεί μας μες στα μμάθκια έτοιμη να μας συντύσιει.
Μούζαν να έσιει ο τράουλλος κοντά της! (σ. 216)

[…] Ενώπιον της περίτεχνης γραφής της Παπαλοΐζου, της λογοτεχνικής και ιστορικής βαρύτητας που φέρει το μυθιστόρημά της, το οποίο κυλάει στην ανάγνωση σαν γάργαρο νερό, ο αναγνώστης που απολαμβάνει να σχηματοποιεί, να θεωρητικοποιεί, επί της ουσίας να βλέπει το δάσος και όχι το δέντρο, ή μάλλον το δέντρο μέσα στο δάσος, αναπόφευκτα θα υποκύψει στον μεγάλο πειρασμό. Όντως, θα ήταν μάλλον αδόκιμο να επιχειρήσει κανείς να κάνει λόγο για το “μεγάλο κυπριακό μυθιστόρημα”, καθώς αφενός η συζήτηση περί της κυπριακής γραμματείας και του ανήκειν της φαίνεται να μη βρίσκει προσανατολισμό ή κοινώς αποδεκτή απάντηση, ενώ αφετέρου ο όρος μάλλον προκαλεί αμηχανία ενώπιον της απουσίας ενός κοινώς αποδεκτού μεγάλου ελληνικού μυθιστορήματος –κατά το πρότυπο βεβαίως του the great American novel– όπου ένα μυθιστόρημα θα περιέκλειε αξιοτίμητα και αντιπροσωπευτικά τη νεοελληνική συνθήκη. Το βιβλίο της Παπαλοΐζου μοιάζει να ακολουθεί τη γραμμή παρόμοιων εγχειρημάτων ενός “μεγάλου κυπριακού μυθιστορήματος” του κοντινού αλλά και του μακρινού παρελθόντος. Εύκολα θα συσχετίσει κανείς το φιλόδοξο και τολμηρό εγχείρημα της συγγραφέως με τους Πρωτόπλαστους του Σωφρόνη Σωφρονίου (Αθήνα, Το Ροδακιό, 2015), όπου επίσης διασταυρώνονται οι βίοι αληθινών και φανταστικών προσώπων με μια δράση που ταξιδεύει στον χρόνο και στην ιστορία, όπου προβάλλονται ζητήματα όπως η εθνική ταυτότητα, η αέναη διχόνοια αλλά και η δικοινοτική αλληλεγγύη, ακόμα και με την Ανατολική Μεσόγειο (1969· επανέκδοση σε επιμέλεια Λ. Παπαλεοντίου, Λευκωσία, Αρμίδα, 2010) της Ήβης Μελεάγρου, ένα βιβλίο τόσο αναγνωστικά αδικημένο, καίτοι τόσο σημαντικό για τη νεότερη ιστορία της λογοτεχνίας του νησιού, το οποίο αποτολμούσε από πολύ νωρίς να διαγράψει μυθοπλαστικά τη νέα μορφή του τόπου, τη διάσπαση της ενότητας, τη σύγχυση, μια ανάσα πριν από την απειλή της εκπληρούμενης καταστροφής.

Παρακάμπτοντας λοιπόν ή βάζοντας στην άκρη τις όποιες θεωρητικές και γραμματολογικές συντεταγμένες, το μυθιστόρημα της Παπαλοΐζου πράγματι μοιάζει να επιχειρεί θαρραλέα αυτό ακριβώς, να δομήσει το “μεγάλο κυπριακό μυθιστόρημα”. Το τολμηρό εγχείρημα είναι μάλλον επιτυχημένο, καθώς ενώ αποδεικνύει την ύπαρξη της κυπριακής λογοτεχνίας, σαφώς διαφοροποιημένης από τη νεοελληνική ένεκα της ιδιότυπης γεωγραφικής, πολιτισμικής και βεβαίως ιστορικής της συγκυρίας, την ίδια στιγμή αναδεικνύει την ελληνική (ή ελληνόφωνη) κυπριακή λογοτεχνία σε ζωοδότρα ρίζα που τροφοδοτεί ουσιαστικά και πάντα τη νεοελληνική λογοτεχνία, παραμένοντας αναπόσπαστο κομμάτι της. Το Βουνί συγχωνεύοντας τις αφηγηματικές φωνές σε έναν γραμμικό αντίστροφο ορίζοντα, ξεκινώντας από τις αρχές της δεκαετίας του ’70  και πηγαίνοντας προς τα πίσω, μέχρι το 1928, κατά την ανασκαφή της Σουηδικής αποστολής στο νησί (που έφερε στο φως το Ανάκτορο του Βουνίου και το φημισμένο ρωμαϊκό θέατρο των Σόλων), προβάλλει σφαιρικά την κυπριακή συνθήκη των νησιωτών που είναι κατά βάθος ευάλωτα και άγρια βουνίσιοι, των διχαστικών ιδεολογιών τους και του πόθου της Ενώσεως απέναντι στην ανάγκη και στον φόβο της ελευθερίας, της ρευστής και αμφισβητούμενης ταυτότητας των αιώνιων υποδουλωμένων, μιας εύφλεκτης “κυπριακότητας”, η οποία όμως ορίζεται πρωτίστως από τα γηγενή συστατικά του τόπου: τα γήινα χρώματα, τους βράχους πάνω από τη θάλασσα, τους λεμονανθούς και τους ζίζιρους, τα σύκα που πέφτουν τον Αύγουστο στο στόμα, το κολασμένο καλοκαίρι και τη μάστιγα της ανομβρίας – όλα στοιχεία που οι ντόπιοι διαχρονικά τείνουν να υποτιμούν και να ξεχνούν, γενετικά εντούτοις χαρακτηριστικά καταγωγής και εντόπιας βίωσης της κοινής ζωής, τα οποία ορίζουν εν τέλει την οικουμενικότητα της ξεχωριστής εμπειρίας.  Με άλλα λόγια, το έργο κατορθώνει να συνθέσει αυτό που μένει βαθιά αγνοημένο: τη μεγάλη κυπριακή εικόνα.

[…] Το μυθιστόρημα της Παπαλοΐζου αναμετρώμενο με τον χρόνο ξανακοιτάζει τον τόπο με γενναιότητα, βλέποντας ψηλά στο βουνό και χαμηλά στη θάλασσα – καθώς λάμπει και συνάμα τυφλώνει επικίνδυνα ο ήλιος σε κάθε σημείο του νησιού, σε κάθε σημείο της ιστορίας. Ας μη διστάσει ο αναγνώστης μπροστά στη μεγάλη έκταση του βιβλίου – το αποτέλεσμα θα τον ανταμείψει στο πολλαπλάσιο. Αναλογικά, αναγνωρίζοντας στην άλλη όψη του φωτός το παντοτινό βάσανο και την κακομοιριά του τόπου, τον «έξαλλο» (σ. 409) ήλιο, ο Σουηδός θα συμπυκνώσει μέσα στο λιοπύρι και κάτω από το φως την πιο μεγάλη κυπριακή αλήθεια, σφραγίζοντας μυθιστορηματικά την πιο κυπριακή εικόνα:

Κατοικώ σε ένα σκάμμα στην κορυφή μιας ξεροκαυκάλλας. Πίνω νερό μέσα σε πήλινα όστρακα, περιδιαβαίνω τα βουνά με τη μαγκούρα μου και όταν κουραστώ πάντα κάποιος καλοπροαίρετος χωρικός προσφέρεται να με ανεβάσει ώς το βουνό με το συμπαθέστατο γαϊδουράκι του. Αν δεν είμαι εγώ ο βασιλιάς της Τηλλυρίας, τότε ποιος είναι; (σ. 407)

Αυγή Λίλλη 

Αποσπάσματα από την κριτική που δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Νέο Πλανόδιον (www.neoplanodion.gr) (1/04/2021)
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.