• 70 χρόνια μετά θυμόμαστε και τιμούμε όπως αξίζει αυτούς που άνοιξαν δρόμους για διεκδίκηση και αγώνα

Της Μαρίας Φράγκου

Ποιοι έκαναν δρόμους τα κακοτράχαλα μονοπάτια στα δίσεκτα χρόνια της αποικιοκρατίας για να ανοιχθούν μετά λεωφόροι για την κοινωνική πρόοδο και την ευημερία του τόπου και του λαού; Ποιοι αγωνίστηκαν για το οκτάωρο αψηφώντας τους δυνάστες – αφέντες και το σύστημα που τους στήριζε; Η Σκουριώτισσα και το Μαυροβούνιο έμειναν στην ιστορία ως το λίκνο των απεργιακών εργατικών αγώνων του λαού μας. Οι μεταλλωρύχοι έγραψαν ιστορία με το αίμα τους και πότισαν με τον τίμιο ιδρώτα τους τα χώματα της περιοχής και της Κύπρου όλης και άνοιξαν το δρόμο για άλλες κινητοποιήσεις για να απολαμβάνουμε σήμερα εμείς τα εργατικά μας δικαιώματα. Στη Λεύκα, στο Μιτσερό, στο Ξερό, στην Πεντάγυα και αλλού στην περιοχή, ήταν μαζεμένη όλη η Κύπρος…

Αυτούς τους απεργιακούς αγώνες του 1948, τους μεταλλωρύχους-αμιαντωρύχους, οικοδόμους και όλους όσοι πίστεψαν και αγωνίστηκαν για την οργανωμένη πάλη, θα τιμήσουν την 1η και 2α Ιουνίου το Ιστορικό Εργατικό Μουσείο ΠΕΟ, το Τ.Σ. ΠΕΟ Λευκωσίας-Κερύνειας, η Ε.Ε. ΑΚΕΛ Λευκωσίας-Κερύνειας και οι Λαϊκές Οργανώσεις Μιτσερού.

Εβδομήντα χρόνια από τα γεγονότα εκείνα που σηματοδότησαν το συνδικαλιστικό κίνημα του τόπου μας και έγραψαν λαμπρή ιστορία, αφήνοντας γερή παρακαταθήκη τον αγώνα, τη διεκδίκηση και προπάντων την ενότητα του λαού μας, Ε/κ και Τ/κ θυμόμαστε και τιμούμε όπως αξίζει αυτούς που άνοιξαν δρόμους. Ε/κ και Τ/κ εργάτες, μέλη της ΠΕΟ και των αντίστοιχων προοδευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων των Τ/κ, που αψήφησαν τον Βρετανό δυνάστη, πήγαν κόντρα στην Εκκλησία και όλους όσοι στάθηκαν απέναντί τους και πάλεψαν για το δίκαιο και τη δικαιοσύνη.

Με αφορμή τη γιορτή που θα στηθεί στο Μιτσερό, λοιπόν, στα πλαίσια ευρύτερων εκδηλώσεων για τα 70 χρόνια από τους αγώνες των μεταλλωρύχων το 1948, θυμόμαστε και τιμούμε τους πρωτοπόρους, τους αγωνιστές, τους θαρραλέους, που έκαναν τις γαλαρίες και τα γεφύρια, τα βαγόνια και τις σιδηροδρομικές γραμμές δεύτερο σπίτι τους… Και δυστυχώς, πολλοί από αυτούς, και τάφο τους…

Ανατρέχουμε σε μαρτυρίες και στη ζώσα ιστορία. «Ένας μεταλλωρύχος θυμάται», έγραψε ο Παντελής Βαρνάβας, και στις σελίδες του βιβλίου του, τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν, γινόμαστε μάρτυρες της ιστορίας την οποία θυμούνται οι παλιότεροι και μαθαίνουν οι νεότεροι. Με μια αλήθεια που συγκλονίζει, με την αυθεντικότητα του δημιουργού του το βιβλίο θα συνεχίσει να αποτελεί πολύτιμη προσφορά στην κοινωνία.

Η απεργία άρχισε στις 13 του Γενάρη του 1948 και τέλειωσε στις 16 του Μάη του ίδιου χρόνου. Κράτησε, δηλαδή, τέσσερις μήνες και τέσσερις ημέρες. Κηρύχθηκε και καθοδηγήθηκε από τη Συντεχνία των Εργατών της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας (ΚΜΕ), μέλος της ΠΕΟ και από την Τουρκική Συντεχνία Μεταλλωρύχων της ΚΜΕ που καθοδηγείτο από την Κεντρική Επιτροπή των Τουρκικών Συντεχνιών. Πήραν μέρος δύο χιλιάδες εργάτες της ΚΜΕ, από τους οποίους οι 700 Τ/κ. Οι 1.500 περίπου εργάζονταν στο μεταλλείο του Μαυροβουνίου και οι 500 στα εργοστάσια Ξηρού και στη φόρτωση.

Αιτήματα…

Οι εργάτες στα μεταλλεία ζητούσαν: Ελάττωση των ωρών εργασίας από τις 8 1/2 σε 8 στα υπόγεια και από τις 12 σε 8 ώρες για τους εργάτες της φόρτωσης του μεταλλεύματος στα πλοία. Ζητούσαν αυξήσεις στα μεροκάματα, τερματισμό της χρέωσης σε αυτούς της αξίας των εργαλείων, των εκρηκτικών υλών και της ασετιλίνης, που χρησιμοποιούνταν για τη δουλειά της εταιρείας. Πληρωμή της υπερωρίας για τις Κυριακές και τις γιορτές από μια ώρα σε μιάμιση για τις πρώτες 8 ώρες και η μια σε δύο για δουλειά πέραν των 8 ωρών. Καθιέρωση 14 αργιών το χρόνο, από τις οποίες οι πέντε θα ήταν πληρωμένες.

Η διεύθυνση της εταιρείας απέρριψε τα αιτήματα των εργατών, γεγονός που οδήγησε στην απεργία. Η συμπεριφορά της διεύθυνσης της εταιρείας έναντι των αντιπροσώπων των εργατών ήταν «προκλητική και αχαρακτήριστη», γράφει ο Παντελής Βαρνάβα και ξεχωρίζει το απόσπασμα στο οποίο αναφέρεται: «Η χώρα μου ξοδεύει εκατομμύρια δολάρια για να πολεμήσει τον κομμουνισμό σε όλο τον κόσμο. Δεν θα σκεφθεί αν θα ξοδέψει και μερικές χιλιάδες λίρες για τον ίδιο σκοπό στην Κύπρο», ήταν η δήλωση του γενικού διευθυντή της εταιρείας, Χέντριξ, πολέμιου των συμφερόντων των εργατών και αδίστακτου εργοδότη.

Τι κερδήθηκε…

Μεταξύ άλλων, αύξηση 8 γρόσια σε χίλιους εργάτες και 12-16 γρόσια σε 150 τεχνίτες α’ και β’ τάξης. Υπερωρία σε όλους τους εργάτες για εργασία πάνω από οκτώ ώρες. Δεν θα χρεώνονταν την αξία των εργαλείων οι εργάτες. Με το ΑΚΕΛ στην πρώτη γραμμή, τα Λαϊκά Δημοτικά Συμβούλια, τις οργανώσεις των αγροτών της νεολαίας των γυναικών, τη συμπαράσταση του λαού, οι απεργοί κράτησαν τον αγώνα τους. Απέναντί τους δεν είχαν μόνο τη σκληρή εργοδοσία, είχαν και την ηγεσία της Εκκλησίας, είχαν και τη ΣΕΚ. Τάχθηκαν με το μέρος της εταιρείας και εναντίον των απεργών.

Κατάμαυροι, κατάκοποι και αγνώριστοι…

• «Προχθές δύο μέρες ύστερα από την πληρωμή δεν είχα στο σπίτι μου τίποτε. Η καντίνα δεν μας έδινε τρόφιμα γιατί δεν πήγαμε δουλειά… Τι να κάμουμεν; Είχα σπίτι ένα κάρτο παγιάτικο ψωμί. Έβαλα τη γυναίκα μου και το τηγάνισε. Θέλοντας και μη το φάγαμε με τη γυναίκα μου!» Αυτή η κατάσταση διεκτραγωδείται στον Τύπο της εποχής (εφημερίδα Ελευθερία, 19 Αυγούστου 1936). Είναι οι μέρες της απεργίας των χιλίων περίπου εργατών του μεταλλείου στη Σκουριώτισσα. Καταγράφονται στο βιβλίο «Ένας μεταλλωρύχος θυμάται» του Παντελή Βαρνάβα.

• «Κατά την αλλαγή της βάρδιας τις νυκτερινές ώρες έβλεπες μια ατέλειωτη σειρά από μεταλλωρύχους -πενήντα, εκατόν, ή και πιο πολλούς ακόμα- τον ένα πίσω από τον άλλον, με αναμμένες τις λάμπες τους, να κατεβαίνουν από το μονοπάτι του βουνού, να μπαίνουν στη γαλαρία, για να πάνε στα υπόγεια του μεταλλείου. Και όταν σχόλανε η βάρδια, έβλεπες πάλι άλλους τόσους να βγαίνουν σαν τυφλοπόντικες από τη μεγάλη τρύπα, κατάμαυροι, αγνώριστοι και κατάκοποι από τη δουλειά μέσα στο μεταλλείο, για να πάρουν το ίδιο μονοπάτι του βουνού, να πάνε στο λουτρό, να καθαριστούν για να παν στα σπίτια τους». Από το ίδιο βιβλίο.

• Τα ατυχήματα στα μεταλλεία ήταν συχνό φαινόμενο. Συγκλονίζει η μαρτυρία μεταλλωρύχου μπροστά στα μάτια του οποίου έχασε τη ζωή του συνάδελφός του. «Θ’ ακούω πάντοτε ένα δυνατό και παράξενο βούισμα και αμέσως θα βλέπω -ύστερα από ένα δυνατό κτύπημα- να πέφτει μπροστά μου ένα κομμένο πόδι μέσα σε μια ποδίνα»… Ο Κόκος, εργάτης στο μεταλλείο, έχασε τη ζωή του με τραγικό τρόπο στον χώρο εργασίας του. Και για την οικογένεια των μεταλλωρύχων τέτοιες τραγωδίες ήταν συχνό φαινόμενο. Μέρα δεν περνούσε που να μη συμβεί ένα δυστύχημα ή να μη θρηνήσουν νεκρό…

Άσβεστος φάρος αγώνα και πάλης

Γράφει, με αφορμή την επέτειο και την εκδήλωση, η Μαρί-Κωνστάνς Κωνσταντίνου, υπεύθυνη Ιστορικού Εργατικού Μουσείου ΠΕΟ:

«Το 1948 ήταν η χρονιά ορόσημο στην ιστορία του αριστερού εργατικού κινήματος στην Κύπρο. Ήταν η χρονιά των μεγαλύτερων απεργιακών αγώνων που συγκλόνισαν ολόκληρο το νησί μας. Αδελφωμένοι Ε/κ και Τ/κ εργάτες ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην αποικιακή κυβέρνηση, την ξένη και ντόπια εργοδοσία και στην αντεργατική και απεργοσπαστική στάση της δεξιάς. Δικαιολογημένα, οι μεγάλοι απεργιακοί αγώνες του 1948 κατέχουν μια θέση στις λαμπρότερες σελίδες της ιστορίας του εργατικού μας κινήματος. Οι αγώνες των μεταλλωρύχων, αμιαντωρύχων και των οικοδόμων του 1948 δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά. Υπήρξε σκληρή και πολύχρονη, οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική προετοιμασία και δεν είχαν μόνο οικονομικό χαρακτήρα, αλλά στην πορεία τους εξελίχθηκαν σε οξεία ταξική αναμέτρηση ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη σε συνεργασία με την εργοδοσία, τις μεγάλες ξένες εταιρείες, την κυβέρνηση και την Εκκλησία. Οι συνθήκες εργασίας ήταν σκληρές και επικίνδυνες. Οι κατοικίες και η διαβίωση των εργατών και των οικογενειών τους σε άθλια κατάσταση. Τα εργατικά δυστυχήματα πολύ συχνά, οι αρρώστιες μάστιζαν τους εργάτες και τα μέτρα προστασίας στα υπόγεια, στις γαλαρίες και στις οικοδομές ελλιπή. Την περίοδο (1938-1939), όπου επικρατούσε η παλμεροκρατία στην Κύπρο, οι μεταλλωρύχοι της ΚΜΕ στην προσπάθεια να λύσουν τα προβλήματα που τους ταλάνιζαν, έστειλαν στην κυβέρνηση την πρώτη αίτηση για ίδρυση συντεχνίας. Η αδιάλλακτη στάση της κυβέρνησης, η οποία χαρακτήρισε το έγγραφο κομμουνιστικό και το αγνόησε, δεν άφηνε καμία άλλη επιλογή στους μεταλλωρύχους, εκτός από εκείνην του τίμιου αγώνα προς διεκδίκηση των δίκαιων αιτημάτων τους».