Του

Κώστα Κατσώνη

 

 

 

Παρακολουθώντας όσα, θλιβερά όντως, τεκταίνονται στον χώρο της δημόσιας εκπαίδευσης, εδώ και δύο μήνες, κάθε σκεπτόμενος πολίτης αυτού του τόπου έχει την αίσθηση ότι με τις ετσιθελικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, πρόσφατες και παλαιότερες, κάθε άλλο παρά επιδιώκεται η μεταρρύθμιση και ο εκσυγχρονισμός του δημόσιου σχολείου.

Αν έκαναν τον κόπο οι κυβερνώτες να ενδιατρίψουν σοβαρά στην έννοια αλλά και στο ουσιαστικό περιεχόμενο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, όπως αυτό καθορίστηκε με τη μελέτη των επτά ακαδημαϊκών το 2004, επί υπουργίας του αείμνηστου Πεύκιου Γεωργιάδη, θα διαπίστωναν ότι η έννοια του εκσυγχρονισμού είναι πολυδιάστατη και περιλαμβάνει σωρεία προτεινόμενων μέτρων και δράσεων, που αφορούν όλες τις πτυχές της εκπαιδευτικής διαδικασίας: θεσμικό πλαίσιο διακυβέρνησης, δομή και διάρθρωση του συστήματος, περιεχόμενο της παρεχόμενης εκπαίδευσης, σύστημα πρόσληψης, αξιολόγησης, επιμόρφωσης και ανέλιξης των εκπαιδευτικών, υλικοτεχνική υποδομή, μέσα διδασκαλίας κτλ.

Στα 14 χρόνια που πέρασαν από τότε πολλά έχουν γίνει, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (προδημοτική, δημοτική, μέση, τεχνική και ανώτατη), ενώ είναι επίσης γεγονός ότι προχωράμε με πολύ αργούς ρυθμούς και παλινδρομήσεις (των νυν κυβερνώντων κυρίως), και δεν έχουμε επιλύσει ακόμα πολύ βασικά θέματα και ζητήματα που θα μεταρρυθμίσουν ουσιαστικά και θα εκσυγχρονίσουν το δημόσιο σχολείο (αξιολόγηση, επιμόρφωση, ανέλιξη εκπαιδευτικών, περιεχόμενο της παρεχόμενης εκπαίδευσης, εξανθρωπισμός του συστήματος, εξάλειψη της παραπαιδείας κτλ.).

Είναι, ταυτόχρονα, γεγονός ότι οι δαπάνες της Κυπριακής Δημοκρατίας για την παιδεία συγκρίνονται πολύ ευνοϊκά με τις δαπάνες των μεγάλων και ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών, χωρίς όμως εμείς να έχουμε τα αναμενόμενα μαθησιακά αποτελέσματα.

Είναι επίσης καθολικά αποδεκτό και δεδομένο ότι ο βασικότερος παράγοντας για την επιτυχία κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας είναι ο εκπαιδευτικός (το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτουμε, που στην περίπτωση της Κύπρου είναι, κατά γενική ομολογία, άρτια καταρτισμένο, με πανεπιστημιακά προσόντα και μεταπτυχιακούς τίτλους-μάστερ και διδακτορικά, τα οποία από μόνοι τους οι πλείστοι εκπαιδευτικοί αποκτούν, με συνεχή διά βίου επιμόρφωση, σεμινάρια, συνέδρια κτλ.).

Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω δεδομένα, θα ανέμενε κανείς από τη σημερινή κυβέρνηση και τον νέο Υπουργό Παιδείας, που προέρχεται από τις τάξεις των εκπαιδευτικών, να εγκύψουν με σοβαρότητα στα θέματα της μεταρρύθμισης και να επιχειρήσουν την ολοκλήρωση του διαλόγου που εδώ και χρόνια διεξάγεται, με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις, τους γονείς, τους μαθητές, τους φοιτητές, τα κόμματα και όλους γενικά τους παράγοντες της εκπαίδευσης, μέσα από τα θεσμοθετημένα Συμβούλια (Δημοτικής-Μέσης, Ανώτατης και Παιδείας) και με καθορισμένα χρονοδιαγράμματα, ώστε να έχουμε επίσπευση και υλοποίηση των μεταρρυθμιστικών στόχων που όλοι αποδέχονται και επιθυμούν. Καμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να επιτευχθεί με την ολομέτωπη επίθεση ενάντια στους εκπαιδευτικούς – με το προκάλυμμα ενός οικονομίστικου, σε τελευταία ανάλυση, εξορθολογισμού, αλλά και με τις παλινωδίες, τις αντιφάσεις και τις προκλητικές εμμονές των κυβερνώντων σε ρυθμίσεις της τελευταίας στιγμής, που απορρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών, επιδεινώνουν αντί να βελτιώνουν τις συνθήκες απασχόλησης και το μαθησιακό κλίμα, και αφήνουν στην ανεργία δεκάδες συμβασιούχους εκπαιδευτικούς, αρκετοί από τους οποίους υπηρετούν το δημόσιο σχολείο εδώ και πολλά χρόνια.

Ας κάνουν δεύτερες σκέψεις λοιπόν οι κυβερνώντες, γιατί αυτοί δημιούργησαν την κρίση και αυτοί θα φέρουν ακέραια την ευθύνη για το χάος που επέρχεται, με την αναπόφευκτη θυματοποίηση των παιδιών και τη συνακόλουθη απορρύθμιση του δημόσιου σχολείου.