Τα όσα κατατέθηκαν την περασμένη Τετάρτη ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών για τα καζίνο, δύο σχεδόν χρόνια μετά τη λειτουργία του πρώτου νόμιμου ναού του τζόγου στη Λεμεσό, συνιστούν ένα ακόμα σημείο καταβαράθρωσης του περιβόητου success story της κυβέρνησης, ενώ παράλληλα έχουν δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες σε οργανωμένους φορείς και πολίτες, αφού αποδεικνύεται ότι μέχρι τώρα τουλάχιστον τα αποτελέσματα από τη λειτουργία των καζίνο, όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στα όσα εξαγγέλλονταν από την κυβέρνηση, αλλά αντίθετα προκαλούν αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Τα επιχειρήματα που επικαλούνταν, τόσο ο ίδιος ο Πρόεδρος όσο και ο Υπουργός Οικονομικών και άλλα κυβερνητικά στελέχη όπως και όλοι όσοι υποστήριζαν τη δημιουργία των καζίνο, προτάσσοντας την προοπτική της προσέλκυσης τουρισμού υψηλού επιπέδου και γενικότερα της οικονομικής ανάπτυξης, αποδεικνύονται μύθος που συνεχώς καταρρέει.

Τα στοιχεία που παρέθεσε στη Βουλή ο πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Παιγνίων και Εποπτείας Καζίνου, Χρήστος Μαυρέλης, αλλά και κάποιες χαρακτηριστικές αναφορές και επισημάνσεις που έγιναν από εκπροσώπους των κομμάτων αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Και δεν είναι μόνο το ότι στη διάρκεια της λειτουργίας, πρώτα του προσωρινού καζίνο στο Ζακάκι και στη συνέχεια των δορυφορικών καζίνο στη Λευκωσία και στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, οι επισκέπτες είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους (80%) Κύπριοι, ενώ το 4% είναι Ελλαδίτες και το 11% αφορούν άλλες εθνότητες, χωρίς να προσδιορίζεται το ποσοστό επισκεπτών από το εξωτερικό, αλλά ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία που αφορούν άλλες κοινωνικο-οικονομικές παραμέτρους.

Στα πολύ χαρακτηριστικά στοιχεία που ακούστηκαν στην Επιτροπή της Βουλής και αναμφίβολα έχουν δημιουργήσει έντονες ανησυχίες και προβληματισμούς στο κοινωνικό σύνολο, είναι το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο αρκετών επισκεπτών των καζίνο. Ειδικότερα έγινε αναφορά για άνεργους και φτωχούς πολίτες που είναι λήπτες του ΕΕΕ και προφανώς και άλλων δημοσίων επιδομάτων, για οικογενειάρχες του μεροκάματου αλλά ακόμα και ανήλικους και γενικότερα άτομα κάτω των 21 που υποτίθεται ότι είναι το επιτρεπόμενο κατώτερο όριο ηλικίας για τους εισερχόμενους στα καζίνο.

Το γεγονός εξάλλου ότι στη Λευκωσία το καζίνο βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από πανεπιστημιακές σχολές και φοιτητικές εστίες, ενώ το προσωρινό της Λεμεσού δεσπόζει σε μια πυκνοκατοικημένη λαϊκή συνοικία όπως είναι το Ζακάκι, αποτελούν επιπλέον αρνητικά δεδομένα τα οποία έχουν επισημανθεί έντονα στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών. Ανάλογες επισημάνσεις έγιναν και σε σχέση με τα κέρδη από τη λειτουργία των καζίνο και ιδιαίτερα για τα «ψίχουλα» που καταλήγουν στα ταμεία του κράτους. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Αρχής που έχει την ευθύνη της εποπτείας των καζίνο, ανέφερε ότι οι μέχρι τώρα επισκέψεις ανέρχονται στις 470.000 περίπου και ότι παίχτηκαν 210 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισπράξεις για το κράτος δεν ξεπερνούν το 15% από τα κέρδη των καζίνο.

Τη νύφη πληρώνουν τα λαϊκά στρώματα

Κοινωνιολόγοι και άλλοι επιστήμονες οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλον τρόπο είχαν εμπλακεί σε δημόσιες συζητήσεις για τα καζίνο, την αναγκαιότητα και την ενδεχόμενη ωφελιμότητα τη λειτουργία τους στην Κύπρο και μάλιστα με παραρτήματα σε όλες τις πόλεις, σχολιάζοντας τα δεδομένα που προκύπτουν δύο χρόνια μετά, εμφανίζονται δικαιωμένοι για τις επιφυλάξεις και γενικότερα τις θέσεις που είχαν εκφράσει τότε. Υποδεικνύοντας ότι τα καζίνο δημιουργούνται και λειτουργούν για να εκμεταλλεύονται τον κόσμο που πιστεύει στην τύχη, επισημαίνουν ότι πρόκειται για ένα ακόμα κλασικό κόλπο του καπιταλισμού που στοχεύει ουσιαστικά στο να βάζει χέρι και με αυτό τον τρόπο στο πορτοφόλι των λαϊκών στρωμάτων. «Σιγά που οι πλούσιοι του εξωτερικού θα επιλέξουν να έρθουν στην Κύπρο για να παίξουν στο καζίνο στο Ζακάκι», όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρθηκε με την επισήμανση ότι «κι αν ακόμα έρθουν κάποιοι από χώρες της Ευρώπης ή και αλλού, θα το κάνουν με στόχο να βγάλουν λεφτά τα οποία, με δεδομένο ότι το 80% των επισκεπτών των καζίνο είναι Κύπριοι, θα βγουν από το βαλάντιο κάποιων ανθρώπων που προέρχονται μάλιστα από χαμηλά εισοδηματικά στρώματα».

Χρήστος Χαραλάμπους