Μια ατυχής σύγκριση της Ένωσης Σκηνοθετών Κύπρου και μια γενικότερη νοοτροπία

Κάθετα

Μια ατυχής σύγκριση της Ένωσης Σκηνοθετών Κύπρου και μια γενικότερη νοοτροπία

Η αντίδραση της Ένωσης Σκηνοθετών Κύπρου (ΕΣΚ) στο σχέδιο Προώθησης της Οπτικοακουστικής Βιομηχανίας, που εγκρίθηκε πρόσφατα από το Υπουργικό Συμβούλιο, όσον αφορά τόσο την ουσία του Σχεδίου όσο και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη διαμόρφωσή του, είναι δικαιολογημένη. Το Σχέδιο ετοιμάστηκε και εγκρίθηκε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τους φορείς που ασχολούνται με τον κινηματογράφο και είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται αρκετά ζητήματα από την κυβέρνηση, σχετικά με τον πολιτισμό και όχι μόνο.

Στην ανακοίνωση της η Ένωση Σκηνοθετών δεν περιορίζεται στην άρνηση, αλλά προχωρεί σε προτάσεις για το Σχέδιο, παρόλο που, όπως σημειώνεται, «βρισκόμαστε μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός ότι το σχέδιο θα τεθεί σε εφαρμογή ως έχει». Παράλληλα, ζητάει υποστήριξη της παραγωγής οπτικοακουστικής τέχνης στον τόπο και ειδικότερα την ενίσχυση του κονδυλίου της ΣΕΚιν (Συμβουλευτική Επιτροπή Κινηματογράφου –το αρμόδιο συμβουλευτικό σώμα το οποίο μελετά σενάρια και προτάσεις ενίσχυσης κινηματογραφικών παραγωγών), επισημαίνοντας το υψηλό κόστος μιας παραγωγής αλλά και τη σημασία της τέχνης του κινηματογράφου.

Δυστυχώς όμως, ακόμα μια φορά, η ΕΣΚ συγκρίνει τα κονδύλια που δίνονται στον κινηματογράφο με τα κονδύλια για το θέατρο, ζητώντας «να ενισχυθεί το κονδύλι της ΣΕΚιν με ένα ουσιαστικό ποσό ανάλογο του προϋπολογισμού της θεατρικής ανάπτυξης της Κύπρου (το οποίο ανέρχεται στα 7.253.000 ευρώ)».

Είναι μια σύγκριση ατυχής, αντιδεοντολογική, αλλά ταυτόχρονα ανακριβής, αφού συγκρίνονται ανόμοια πράγματα, ενώ μετατρέπεται το ζήτημα των επιχορηγήσεων στον πολιτισμό –που σε μια μικρή χώρα με λίγους θεατές είναι ζωτικής σημασίας– σε αντιπαράθεση μεταξύ των τεχνών: «Aφού παίρνουν εκείνοι, θέλουμε κι εμείς».

Το ποσό για το οποίο γίνεται λόγος από την ΕΣΚ είναι το κονδύλι που παρέχεται συνολικά για το θέατρο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αφορά τον ΘΟΚ ως το Κρατικό Θέατρο αλλά και ως φορέας θεατρικής ανάπτυξης με όλη την υποδομή και τα πάγια έξοδα που συνεπάγεται ένας ημικρατικός φορέας. Δεν ισχύει κάτι αντίστοιχα για τον κινηματογράφο, αφού τα θέματα κινηματογράφου τα χειρίζονταν οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες. Αν αφαιρεθεί το κονδύλι του ΘΟΚ απομένει για στήριξη των Κύπριων καλλιτεχνών του θεάτρου ένα ποσό αντίστοιχο του κονδυλίου της ΣΕΚιν, για το οποίο οι σκηνοθέτες ζητούν αναθεώρηση.

Ειδικότερα, μέσω του προγράμματος ΘΥΜΕΛΗ, θα μοιραστεί το 2018 για την εκτός ΘΟΚ θεατρική δημιουργία το ποσό των 1.170.000 ευρώ, ένα πόσο κοντά στο 1.000.000 ευρώ που παρέχει η ΣΕΚιν. Το ποσό αυτό θα δοθεί για να ανεβούν 55 θεατρικές παραγωγές (είχαν υποβληθεί 85 αιτήσεις) και δεν δίνεται από τον ΘΟΚ ούτε ένα ευρώ επιπλέον για τη διατήρηση/συντήρηση θεατρικής στέγης, την απόκτηση εξοπλισμού ή το μόνιμο προσωπικό των ομάδων. Από αυτό το ποσό, 640.000 ευρώ θα δοθούν για 16 παραστάσεις, ενώ οι υπόλοιπες 39 παραγωγές θα μοιραστούν 530.000 ευρώ, με πολλές από αυτές να παίρνουν μόνο 10.000 ευρώ. Θεωρεί υπερβολικά αυτά τα ποσά η ΕΣΚ;

Σε ένα κράτος το κρατικό θέατρο, η Kρατική Πινακοθήκη, η Συμφωνική Oρχήστρα, η όπερα στηρίζονται γενικότερα ως θεσμοί. Με τη λογική της ΕΣΚ θα πρέπει το κονδύλι για τη Συμφωνική Ορχήστρα να το εντάξουμε στο κονδύλι στήριξης των Kύπριων μουσικών και τα όποια κονδύλια για την Κρατική Βιβλιοθήκη ή τις άλλες βιβλιοθήκες στη στήριξη των Kύπριων λογοτεχνών, ενώ την Κρατική Πινακοθήκη να την «χρεώσουμε» στους εικαστικούς.

Ο κυπριακός κινηματογράφος σαφώς και αξίζει περαιτέρω κονδύλια, στη βάση όμως των επιχειρημάτων που η ιδία ΕΣΚ απαριθμεί και όχι επειδή άλλοι τομείς του πολιτισμού φαίνεται να παίρνουν περισσότερα. Ο κάθε τομέας είναι διαφορετικός με διαφορετικές ανάγκες, συνθήκες αλλά και ιστορία, κάτι που είναι επίσης σημαντικός παράγοντας. Αν υπονοείται ότι υπάρχει αναξιοκρατικά ευνοϊκότερη μεταχείριση για το θέατρο ή ότι γίνονται σπατάλες, αυτό χρήζει τεκμηρίωσης και όχι συγκρίσεις εντυπωσιασμού που συνειρμικά μπορεί να μας οδηγούν σε άλλες συγκρίσεις.

Θα πρέπει άραγε οι υπόλοιποι καλλιτέχνες να «μετρούν» τι λεφτά πάνε στα –πολύ αξιόλογα– κινηματογραφικά φεστιβάλ του τόπου, ενώ ουσιαστικά δεν έχουμε ένα μεγάλο διεθνές φεστιβάλ θεάτρου, ή στην ενίσχυση των Κινηματογραφικών Λεσχών ή για άλλες κινηματογραφικές διοργανώσεις; Να δούμε πόσοι λειτουργοί των Πολιτιστικών Υπηρεσιών δουλεύουν για τον κινηματογράφο και να τους χρεώσουμε στο κονδύλι του κινηματογράφου; Να θέσουν θέμα οι λογοτέχνες για τη συμμετοχή της Κύπρου σε μπιενάλε ή φεστιβάλ κινηματογράφου, αφού το κράτος απουσιάζει θεσμικά από όλες τις διεθνείς εκθέσεις βιβλίου; Τις σειρές και τα προγράμματα του ΡΙΚ να τις εντάξουμε στην ενίσχυση της οπτικοακουστικής βιομηχανίας; Να αρχίσουν δηλαδή οι καλλιτέχνες και οι δημιουργοί να αλληλοκατηγορούνται και να φωνάζουν για τα κονδύλια των άλλων, αντί να απαιτούν ξεκάθαρα ό,τι θεωρούν ότι δικαιούνται; Δεν πιστεύω ότι αυτός είναι ο σκοπός της ΕΣΚ, αλλά δυστυχώς επαναλαμβάνουν συχνά αυτό το διάτρητο επιχείρημα.

Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος και δεν ξέρω αν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή τη διαδεδομένη στενή λογική να κοιτάζει ο καθένας μας τα δικά του, ακόμα και σε δημόσια ζητήματα, ακόμα και στον πολιτισμό. Στο χώρο του θεάτρου, για παράδειγμα, σε μεγάλο βαθμό το θέμα των επιχορηγήσεων δυστυχώς αντιμετωπίζεται παρόμοια από τον κάθε ενδιαφερόμενο: κοιτάζει ο καθείς το «χωραφούι» του. Δεν ξέρω αν μπορούν συλλογικά οι δημιουργοί να δουν το θέμα πολιτισμός και συλλογικά να διεκδικούν, βλέποντας το περίφημο δάσος και όχι ο καθένας το δικό του δέντρο. Δεν ξέρω αν μπορούμε να ξεφύγουμε από τόσο βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες.

Αντώνης Γεωργίου

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.