Σαν σήμερα 114 χρόνια πίσω, το 1906, διοργανώθηκε στην Αθήνα με αφορμή την επέτειο 10 ετών από την τέλεση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων η μοναδική Μεσολυμπιάδα, μια διοργάνωση επιπέδου Ολυμπιακών Αγώνων της οποίας η επίσημη ονομασία ήταν οι Β’ Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες.

Η διοργάνωση, πήρε την άτυπη αυτή ονομασία λόγω της χρονικής περιόδου στην οποία διεξήχθη. Δύο χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Αγίου Λουδοβίκου και 2 χρόνια πριν από αυτούς του Λονδίνου.



 


Το πως προέκυψε η απόφαση διοργάνωσης των Β’ Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων αποτελεί μια ενδιαφέρουσα και εν πολλοίς άγνωστη ιστορία η οποία εάν ίσχυε μακροπρόθεσμα τότε οι Ολυμπιακοί Αγώνες και πιθανολογώντας η ίδια η Ελλάδα και το αθλητικό γίγνεσθαι δεν θα ήταν όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.

Μετά την αναβίωση των Αγώνων λοιπόν, το Ελληνικό κράτος ζητούσε την μόνιμη και σταθερή τέλεση αυτών στην επικράτεια. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή από την άλλη, ούσα η διοργανώτρια αρχή των Αγώνων και με επικεφαλής τον Γάλλο Βαρόνο ντε Κουμπερτέν, επιζητούσε την όλο και μεγαλύτερη διεθνή προβολή των Ολυμπιακών Αγώνων και την διάδοση των ιδεωδών τους. Στην διαφωνία αυτή η χρυσή τομή βρέθηκε στην διοργάνωση ανα διετία μιας Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα ενώ οι ανα τετραετία Αγώνες σε διαφορετική κάθε φορά χωρά θα συνεχίζονταν κανονικά. Σαν ιδέα η Μεσολυμπιάδα υπήρχε από παλαιότερα στην Δ.Ο.Ε αλλά ο Ντε Κουμπερτέν διαφωνούσε κάθετα με την μόνιμη τέλεσή της.

Σημαντικότατο ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξαν και οι κατά γενική ομολογία αποτυχημένοι Ολυμπιακοί Αγώνες του Παρισιού το 1900 αλλά και αυτοί του 1904 οι οποίοι  όχι μόνο συνέπεφταν με την επίσης ανα τετραετία Διεθνή Έκθεση αλλά ήταν απίστευτα χρονοβόροι, διαρκώντας αρκετούς μήνες.

Η δομή, και το κύρος της Μεσολυμπιάδας δεν υπολειπόταν και πολύ των ‘’κανονικών’’ Ολυμπιακών Αγώνων οπότε γίνεται εύκολα αντιληπτό το πόσο σημαντικό από πολλές απόψεις ήταν για την Ελλάδα το να την διοργανώνει αποκλειστικά.

Ωστόσο, η διοργάνωση αυτή έλαβε χώρα μια και μοναδική φορά. Το τεράστιο για την εποχή κόστος διοργάνωσης σε συνάρτηση με το γεγονός ότι έπρεπε να γίνονται κάθε 2 χρόνια καθώς και οι διεθνείς εξελίξεις το αμέσως επόμενο διάστημα αποτέλεσαν ανυπέρβλητα εμπόδια στην καθιέρωση του θεσμού αυτού.

Παρά την συντομότατη διάρκεια ζωής της, η Μεσολυμπιάδα της Αθήνας ήταν ιστορική λόγω της μεγάλης επιτυχίας της. Η εμπειρία των μελών της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής από την διοργάνωση των Αγώνων του 1896, η αποφυγή των λαθών των προηγούμενων διοργανώσεων  και η άρτια οργάνωση είχαν ως αποτέλεσμα την άριστη διεξαγωγή των αγώνων προς ικανοποίηση τόσο της Δ.Ο.Ε όσο και του φιλοθεάμονος κοινού.

 

 

Σύμφωνα με στοιχεία της εποχής, είχαν επισκεφθεί την Αθήνα για να παρακολουθήσουν τους αγώνες πέραν των 20.000 χιλιάδων φιλάθλων, αριθμός αρκετά μεγάλος εάν αναλογιστεί κανείς ότι η Αθήνα το 1906 αριθμούσε περίπου 150.000 κατοίκους.

Οι Αγώνες διήρκησαν μόλις 10 μέρες και χρησιμοποιήθηκαν μόλις 4 εγκαταστάσεις για την διεξαγωγή τους ( Παναθηναϊκό Στάδιο, Σκοπευτήριο Καλλιθέας, Ποδηλατοδρόμιο Νέου Φαλήρου και γήπεδα Ομίλου Αντισφαίρισης) καθώς και το Ζάππειο για την διαμονή των αποστολών των αθλητών.

Την Κυριακή 9 Απριλίου 1906 στο Παναθηναϊκό Στάδιο έγινε η τελετή έναρξης ενώ την αμέσως επόμενη μέρα άρχισε κανονικά το πρόγραμμα το οποίο αποτελείτο από 12 αθλήματα και στο οποίο έλαβαν μέρος αθλητές από 19 χώρες

Την Τετάρτη 19 Απριλίου τελείωσαν και επίσημα οι αγώνες με την Γαλλία να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στον πίνακα των μεταλλίων με 40 (15 χρυσά, 9 αργυρά και 16 χάλκινα), με την Ελλάδα να ακολουθεί στην δεύτερη θέση με 33 (8, 13, 13)

Τα περισσότερα μετάλλια και τον άτυπο τίτλο του καλύτερου αθλητή των Αγώνων έλαβε ο Ελβετός σκοπευτής Λουί Ρισαρντέ με 3 χρυσά μετάλλια και 3 αργυρά. Την μεγαλύτερη εντύπωση στο κοινό όμως έκαναν ο Καναδός νικητής του μαραθωνίου Γουίλιαμ Σέρινγκ ο οποίος ήρθε 3 μήνες πριν στην Αθήνα και έζησε προκειμένου να εξοικειωθεί με την πόλη καθώς και ο Έλληνας αρσιβαρίστας Δημήτρης Τόφαλος που αν και δεν αναμενόταν να κερδίσει, εν τέλει τα κατάφερε και κατέκτησε το χρυσό στο στην άρση βαρών με τα δύο χέρια (142,4 κιλά).

Τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία της Μεσολυμπιάδας η οποία αποτέλεσε παράδειγμα για τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες και έγινε αφορμή στο να ζητηθεί επίσημα να προσμετρηθεί ως επίσημη Ολυμπιάδα και οι νικητές ως Ολυμπιονίκες, αίτημα που εν τέλει όμως απορρίφθηκε.

 

ΛΟΪΖΟΣ ΜΩΥΣΕΩΣ