«Ενώ τις προηγούμενες δεκαετίες η αντιπαράθεση μεταξύ κυπριωτισμού και τουρκισμού επικεντρωνόταν -τουλάχιστον δημοσίως- στη μορφή λύσης του κυπριακού προβλήματος, σήμερα επικεντρώνεται στη μορφή των σχέσεων της τουρκοκυπριακής κοινότητας με την Τουρκία»

«Η ανοιχτή παρέμβαση της Άγκυρας εναντίον του Μουσταφά Ακιντζί συμπίπτει με την προεκλογική εκστρατεία, ωστόσο δεν περιορίζεται σε “επικοινωνιακά” πλαίσια. Ακριβώς λόγω της ουσιαστικής διαφοράς γεωπολιτικών οραμάτων μεταξύ μερών της εξουσίας στην Τουρκία και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, η αντιπαράθεση αυτή είναι βαθύτερη, ιστορική και δεν πρόκειται να επιλυθεί με την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας» 

Συνέντευξη του Νίκου Μούδουρου στη Νίκη Κουλέρμου

Η προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία δεν έχει τεθεί επίσημα από την Άγκυρα ως πολιτική θέση, ωστόσο οι συνθήκες μη επίλυσης του Κυπριακού καθημερινά ενισχύουν τις δυναμικές της ενσωμάτωσης στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, σημειώνει ο Νίκος Μούδουρος, λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, σε συνέντευξή του στην «Κυριακάτικη Χαραυγή». Σε αυτό το σημείο εντοπίζει, όμως, ένα πιο περιεκτικό αναλυτικό εργαλείο κατανόησης της εξέλιξης της σχέσης Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων: η ενίσχυση της εξάρτησης και η εμβάθυνση του καθεστώτος κηδεμονίας τελικά αποδεικνύονται ως βασικοί παράγοντες ενδυνάμωσης του αιτήματος της αυτονόμησης των Τουρκοκυπρίων. Στη μετά την Κραν Μοντάνα περίοδο, τονίζει, ενδυναμώνεται η αντιπαράθεση για τη μελλοντική σχέση της τ/κ κοινότητας με την Άγκυρα. Και αυτό φαίνεται να είναι πλέον ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει την επικείμενη εκλογή του νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη.

Πολύ ανοικτά, με παρεμβάσεις της Τουρκίας στα κατεχόμενα, έχει αναπτυχθεί ένας διπολισμός ανάμεσα στην τ/κ κοινότητα, τον οποίο κάποιοι έχουν ονομάσει «κυπριωτισμό από τη μια, τουρκισμό από την άλλη». Αυτό πώς επενεργεί στην εκλογική διαδικασία του Απρίλη;

Η πόλωση στον άξονα των ταυτοτήτων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν είναι νέο φαινόμενο, ιδιαίτερα στην περίοδο μετά την εισβολή του 1974. Σε γενικές γραμμές καταγράφεται η αντιπαράθεση μεταξύ των τμημάτων εκείνων της κοινότητας που προωθούν την κυπριακότητα της ταυτότητας και των τμημάτων που καθορίζονται περισσότερο ως μέρος του ευρύτερου τουρκικού έθνους. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται η ευρύτερη τουρκοκυπριακή Αριστερά, ενώ στη δεύτερη η τουρκοκυπριακή Δεξιά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις στην αντιπαράθεση ταυτοτήτων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας των παράνομων αποσχιστικών δομών εξουσίας, ένα αρκετά σημαντικό μέρος της τουρκοκυπριακής Δεξιάς δεν επιθυμεί πλέον την ολοκληρωτική εξαφάνιση της τουρκοκυπριακής ταυτότητας εντός του ευρύτερου τουρκικού έθνους. Παρόλο που από την εθνικιστική ελίτ των Τουρκοκυπρίων συνεχίζεται η έντονη καχυποψία για την ελληνοκυπριακή κοινότητα, εντούτοις η βασική πολιτική θέση που προωθείται είναι η λύση δύο χωριστών κρατών και όχι η επισημοποίηση της προσάρτησης των κατεχομένων στην Τουρκία.

Πώς θα περιγράφατε αυτή τη διαφοροποίηση;

Η μεγάλη διαφοροποίηση στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση σήμερα προκύπτει ακριβώς από τον τρόπο που επενεργεί στην επικείμενη εκλογική διαδικασία. Ενώ τις προηγούμενες δεκαετίες η αντιπαράθεση μεταξύ κυπριωτισμού και τουρκισμού επικεντρωνόταν -τουλάχιστον δημοσίως- στη μορφή λύσης του κυπριακού προβλήματος, σήμερα επικεντρώνεται στη μορφή των σχέσεων της τουρκοκυπριακής κοινότητας με την Τουρκία. Η σημαντική αλλαγή επομένως καταγράφεται στο εξής: Στη μετά την Κραν Μοντάνα περίοδο, η ελληνοκυπριακή κοινότητα και η μελλοντική πολιτική της σχέση με τους Τουρκοκυπρίους ως στοιχείο πολιτικής αντιπαράθεσης αποδυναμώνεται. Αντίθετα, ενδυναμώνεται η αντιπαράθεση για τη μελλοντική σχέση της κοινότητας με την Άγκυρα. Και αυτό φαίνεται να είναι πλέον ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει την επικείμενη εκλογή του νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη.

Για πρώτη φορά η Τουρκία παρεμβαίνει με τόσο απροκάλυπτο τρόπο στην εκλογική διαδικασία. Πώς επηρεάζει το σύνολο των ψηφοφόρων και πώς εσείς το ερμηνεύετε;

Η ανοιχτή παρέμβαση της Άγκυρας εναντίον του Μουσταφά Ακιντζί συμπίπτει με την προεκλογική εκστρατεία, ωστόσο δεν περιορίζεται σε «επικοινωνιακά» πλαίσια. Ακριβώς λόγω της ουσιαστικής διαφοράς γεωπολιτικών οραμάτων μεταξύ μερών της εξουσίας στην Τουρκία και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, η αντιπαράθεση αυτή είναι βαθύτερη, ιστορική και δεν πρόκειται να επιλυθεί με την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας. Δεν είναι τυχαίο το ότι στη μεγαλύτερη διάρκεια της διακυβέρνησης του Έρντογαν οι σχέσεις της Άγκυρας με την τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι γενικά τεταμένες. Παρόλο που είναι δύσκολη η εκτίμηση για την επίπτωση αυτής της αντιπαράθεσης στο σύνολο της κοινότητας, εντούτοις φαίνεται ότι η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων δεν εγκρίνει τον τρόπο, το ύφος και το περιεχόμενο των τουρκικών παρεμβάσεων. Οι διαφωνίες ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα σε αυτή τη φάση δεν αφορούν στο κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι να παρεμβαίνει η Τουρκία. Επικεντρώνονται βασικά στο πώς θα πρέπει οι Τουρκοκύπριοι να διαχειριστούν τις παρεμβάσεις της Άγκυρας.

Η κάθετη τοποθέτηση των υποψηφίων υπέρ της κυπριακής ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων μπορεί να είναι και το διακύβευμα αυτών των εκλογών. Από την άλλη, ενόσω δεν υπάρχει λύση του Κυπριακού, οι Τ/κ εξαρτώνται σε μεγάλο αν όχι σε απόλυτο βαθμό από την Τουρκία. Άρα αυτή η «αυτονόμηση» των Τ/κ είναι δίκοπο μαχαίρι για τους υποψηφίους της Αριστεράς;

Οι συνθήκες στασιμότητας στο Κυπριακό από τη μια εμβαθύνουν τη διχοτόμηση και από την άλλη διευρύνουν τα πεδία ενσωμάτωσης της κοινότητας στην Τουρκία. Η προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία δεν έχει τεθεί επίσημα από την Άγκυρα ως πολιτική θέση, ωστόσο οι συνθήκες μη επίλυσης του Κυπριακού καθημερινά ενισχύουν τις δυναμικές της ενσωμάτωσης στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Όμως ακριβώς σε αυτό το σημείο προκύπτει ένα πιο περιεκτικό αναλυτικό εργαλείο κατανόησης της εξέλιξης της σχέσης Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων: η ενίσχυση της εξάρτησης και η εμβάθυνση του καθεστώτος κηδεμονίας τελικά αποδεικνύονται ως βασικοί παράγοντες ενδυνάμωσης του αιτήματος της αυτονόμησης των Τουρκοκυπρίων. Τουλάχιστον μέχρι και το σημερινό στάδιο, οι συνθήκες της αβεβαιότητας που προκύπτουν από την ανυπαρξία προοπτικής ομοσπονδιακής λύσης του Κυπριακού συντηρούν τη διεκδίκηση της κοινότητας για εκδημοκρατισμό των σχέσεών της με την Τουρκία. Όντως σε αυτή τη διαδικασία το μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο αναλαμβάνεται από τις ιδεολογικές δυνάμεις που διαχρονικά ήταν ενάντια στη θέση περί διχοτόμησης της Κύπρου. Όμως το μεγαλύτερο ερωτηματικό που προκύπτει αφορά περισσότερο στις αντοχές της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης. Η έλλειψη απτής προοπτικής λύσης του Κυπριακού και η αναπαραγωγή της αβεβαιότητας συνοδεύεται από την «εγκατάσταση» όλο και περισσότερων θεσμών εξουσίας της Τουρκίας στα κατεχόμενα. Συνοδεύεται από την όλο και πιο έντονη περιθωριοποίηση των Τουρκοκυπρίων από τις οικονομικές και πολιτικές διεργασίες. Στο σημείο αυτό λοιπόν αποκτά περισσότερη σημασία η ύπαρξη των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της κοινότητας, οι οποίες συνεχίζουν να εκφράζουν ένα διαφορετικό από την Άγκυρα γεωπολιτικό όραμα για την Κύπρο.

Όλοι υποστηρίζουν ότι όπως και στην περίπτωση της επίθεσης εναντίον του κ. Ακιντζί από τους αξιωματούχους της Άγκυρας, έτσι και το θέμα της Αμμοχώστου εντάσσονται στις προεκλογικές σκοπιμότητες. Εσείς γιατί διαχωρίζετε το θέμα της Αμμοχώστου;

Οι όποιες σκοπιμότητες με εκλογικούς στόχους εκφράζονται περισσότερο μέσα από τη χρονική συγκυρία των κινήσεων της Τουρκίας σε σχέση με την περίκλειστη πόλη των Βαρωσίων. Ωστόσο το ζήτημα της διάνοιξης της περίκλειστης πόλης των Βαρωσίων υπό την αρμοδιότητα του ψευδοκράτους δεν είναι νέο ζήτημα. Οι στόχοι αυτής της πρωτοβουλίας της Άγκυρας ξεπερνούν τα όρια των προεκλογικών αντιπαραθέσεων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Σχετίζονται με κεντρικά ζητήματα του κυπριακού προβλήματος και με τις αρνητικές δυναμικές που απελευθέρωσε η κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά. Η Τουρκία επιδιώκει σταδιακά να προχωρήσει σε μονομερείς πολιτικές που να υποβαθμίζουν τα κατοχικά χαρακτηριστικά της παρουσίας της στην Κύπρο και να ομαλοποιούν τη σημερινή διχοτομική κατάσταση. Επιδιώξεις, όπως οι αλλαγές στις νομοθεσίες που αφορούν ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα, η οικονομική ενίσχυση της επιτροπής αποζημιώσεων και οι σχεδιασμοί για τη σταδιακή διάνοιξη της περίκλειστης πόλης των Βαρωσίων είναι συστατικά μέρη μιας ευρύτερης αντίληψης. Η συγκεκριμένη αντίληψη επιδιώκει να προωθήσει την «επίλυση» βασικών ζητημάτων του Κυπριακού χωρίς να τεθούν στο πλαίσιο της συνολικής και περιεκτικής επίλυσης του προβλήματος. Δηλαδή να «διευθετηθούν» εκτός των επίσημων διαπραγματεύσεων. Κεντρικό σημείο αυτής της αντίληψης είναι η ενθάρρυνση μέτρων και πολιτικών που θα απευθύνονται απευθείας σε Ελληνοκύπριους χωρίς την αντιπροσώπευσή τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αλλά την ίδια στιγμή αυτές οι μορφές διευθετήσεων δεν θα οδηγούν σε δυναμικές επανένωσης του χώρου και του πληθυσμού. Χαρακτηριστικό του προαναφερθέντος είναι και η προσπάθεια διεύρυνσης της αρμοδιότητας της επιτροπής αποζημιώσεων για τις περιουσίες εντός της περίκλειστης πόλης των Βαρωσίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι προσπάθειες «ομαλοποίησης και κανονικοποίησης» της διχοτομικής κατάστασης επεκτείνονται και σε ζητήματα πρωτοβουλιών για σχετική άρση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων. Επομένως οι πρόσφατες ενέργειες της Τουρκίας θα πρέπει να μελετηθούν σε ευρύτερα πλαίσια.

Με έντονη ιδεολογική φόρτιση το θέμα των εγγυήσεων

Βλέπετε να υπάρχει αντίφαση από κάποιους υποψηφίους στην προστασία της κυπριακής ταυτότητας των Τ/κ από τη μια και στη συνέχιση των τουρκικών εγγυήσεων από την άλλη;  

Όντως υπάρχει ένας βαθμός αντίφασης, ο οποίος πλέον συζητείται πολύ πιο έντονα και εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Το ζήτημα των εγγυήσεων της Τουρκίας συνεχίζει να είναι θέμα που χαρακτηρίζεται από έντονη ιδεολογική φόρτιση. Αυτή η φόρτιση αναπαράγεται και εξαιτίας της καχυποψίας ή της έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Όμως είναι γεγονός ότι η γενική αντιπαράθεση για το ζήτημα της μορφής των σχέσεων Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων δεν μπορεί παρά να επεκταθεί και στο θέμα των εγγυήσεων. Ωστόσο η συγκεκριμένη πτυχή εντός τουρκοκυπριακής κοινότητας διατηρεί έντονες ταυτίσεις με τη συνολική επίλυση του Κυπριακού. Γι’ αυτό το λόγο σήμερα ίσως παρουσιάζεται υποβαθμισμένη δίπλα στα υπόλοιπα θέματα οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με την Άγκυρα.