Στο ίδιο τραγικό έργο θεατής βρέθηκε για μια ακόμα φορά η κυπριακή κοινωνία, με συναισθήματα απογοήτευσης και οργής, αφού ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες «έκαναν αυτό που έπρεπε», ωστόσο μια ακόμα περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας κατέληξε σε δολοφονία μιας πολύτεκνης μητέρας με καταζητούμενο ως δράστη τον πατέρα των παιδιών της. Το στυγερό έγκλημα που διαπράχθηκε προχθές στην Πάφο με θύμα την 31χρονη Ghada Al Nouri από τη Συρία, η οποία μαχαιρώθηκε από τον 42χρονο εν διαστάσει σύζυγό της, Hussein Farouh, και μάλιστα μπροστά σε κάποια από τα ανήλικα παιδιά τους, πέραν από το συγκλονισμό που εμπεριέχει ως συμβάν, αποκαλύπτει για πολλοστή φορά την ανεπάρκεια των καθ’ ύλην αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, οι οποίες εμφανίζονται και πάλι να πετάνε το μπαλάκι της ευθύνης η μια στην άλλη.

Τα δεδομένα που συνθέτουν το όλο απαράδεκτο όσο και επικίνδυνο σκηνικό που εδώ και καιρό επικρατούσε στο χώρο της οικογένειας, μέχρι που η κατάσταση κατέληξε στο φόνο της γυναίκας, θα έλεγε κανείς ότι μιλούν από μόνα τους. Όπως τουλάχιστον αναφέρεται από γείτονες και συμπατριώτες της οικογένειας, ο 42χρονος είχε εδώ και χρόνια βίαιη συμπεριφορά απέναντι στο θύμα, η οποία εκδηλωνόταν με ξυλοδαρμούς και απειλές.

Από την πλευρά της η 31χρονη, φοβούμενη προφανώς την περαιτέρω οργή και τις προθέσεις του, υπέμενε μαρτυρικά τα όσα βίωνε. Ώσπου η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο και τον περασμένο Δεκέμβριο έκανε σχετική αναφορά στην Αστυνομία, χωρίς όμως να προβεί σε καταγγελία. Καταγγελία, σύμφωνα και με τον εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας, Χρίστο Ανδρέου, έγινε στις 10 Ιανουαρίου και μετά τον εντοπισμό και τη σύλληψη του 42χρονου, αυτός οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο διέταξε την κράτησή του για δύο μέρες.

Στη συνέχεια καταχωρίσθηκε η υπόθεση και ορίστηκε για ακρόαση στις 24 Φεβρουαρίου. Το δικαστήριο άφησε ελεύθερο τον 42χρονο εκδίδοντας διάταγμα απομάκρυνσής του από την κατοικία όπου διέμενε η σύζυγος και τα πέντε από τα επτά παιδιά τους, επιβάλλοντάς του ως περιοριστικά μέτρα την παράδοση των ταξιδιωτικών του εγγράφων, την εμφάνισή του σε αστυνομικό σταθμό δύο φορές την εβδομάδα και εγγύηση 2.000 ευρώ.

Και ενώ το Γραφείο Ευημερίας παρακολουθούσε την κατάσταση της οικογένειας, και ενώ υπήρχε το απαγορευτικό διάταγμα, αυτό δεν εφαρμόστηκε, αλλά αντίθετα, ο 42χρονος μπήκε ανενόχλητος στο σπίτι και κατέσφαξε τη γυναίκα. Από την πλευρά της η Αστυνομία υποστηρίζει ότι για τη μη τήρηση του διατάγματος θα έπρεπε να είχε δεχτεί σχετική καταγγελία, ώστε να επέμβει με σύλληψη του 42χρονου. Από την άλλη, το Γραφείο Ευημερίας επιρρίπτει την αποκλειστική ευθύνη του ελέγχου τήρησης του διατάγματος στην Αστυνομία. Σύμφωνα με τη Διευθύντρια του Γραφείου, Μαρία Κυρατζή, στο πλαίσιο ενδυνάμωσης της γυναίκας, προκειμένου να μπορεί να στηρίξει το απαγορευτικό διάταγμα, η προσπάθεια με τους λειτουργούς του Γραφείου ήταν συστηματική και προς τούτο το θύμα είχε στη διάθεσή του και τα προσωπικά τηλέφωνα των λειτουργών προκειμένου να επικοινωνεί. Όπως αναφέρεται, έγιναν όλες οι ενέργειες για στήριξη του θύματος προκειμένου να δοθούν επιλογές μετακίνησης από το χώρο και φιλοξενίας σε καταφύγιο, κάτι όμως που η ίδια η 31χρονη δεν ήθελε.

Υπήρχε συνεχής επικοινωνία με λειτουργούς, όπως αναφέρει η κα Κυρατζή, επισημαίνοντας ότι αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το θύμα εντοπίστηκε μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από λειτουργό του Γραφείου που πήγε να την επισκεφτεί.

Χρήστος Χαραλάμπους