Η θλιβερή συχνά κατάσταση της γυναίκας σε κλεισμένες σε μια ξεπερασμένη παράδοση κοινωνία, ήταν το θέμα σε δυο από τις ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος της φετινής 69ης Μπερλινάλε: την τουρκική “Ιστορία τριών αδερφών” του Έμίν Άλπερ και την ταινία της Βόρειας Μακεδονίας, “Ο θεός υπάρχει, ονομάζεται Πετρούνια” της Τεόνα Στρούγκαρ Μιτέβσκα.

Η βυθισμένη στη φτώχεια, τις παραδόσεις και την αμάθεια Ανατόλια δεν έπαψε να είναι το θέμα πολλών Τούρκων σκηνοθετών, ξεκινώντας από τον μοναδικό Γιλμάζ Γκιουνέι και φτάνοντας ως πιο σύγχρονους σκηνοθέτες όπως ο Καπλάνογλου και ο Τσεϊλάν.

Σ` αυτούς πρέπει να προσθέσω και τον Εμίν Άλπερ που, με τη συγκινητική αυτή, δοσμένη με λυρισμό, ταινία του, παρουσιάζει το δράμα τριών νέων γυναικών, αδερφών, χρησιμοποιώντας το ξεπερασμένο, αν και όχι ακόμη ξεχασμένο, έθιμο του “μπεσλεμέ”, της αποστολής νεαρών κοριτσιών σε σπίτια πλουσίων, όπου αντιμετωπίζονται όχι απλά ως ανάδοχα παιδιά αλλά και ως υπηρέτριες, έθιμο όμως που, από την άλλη, έδινε την ευκαιρία στα κορίτσια πό του να γλιτώσουν από τα ξεπερασμένα έθιμα και τις παραδόσεις του χωριού και τους έδινε τη δυνατότητα να παντρευτούν κάποιον στην πόλη.

“Η ψυχολογία του μπεσλεμέ είναι για μένα πάντα ενδιαφέρουσα”, ανάφερε ο σκηνοθέτης, “επειδή εμπλέκει ισχυρές συγκρούσεις και αμφιθυμία, Οι περισσότερες που ζουν ως μπεσλεμέ αισθάνονται απροσάρμοστες στους νέους τους χώρους στην πόλη, δεν αισθάνονται ότι βρίσκονται σε οικείο περιβάλλον, αλλά δεν επιθυμούν να επιστρέψουν σε μια ζωή φτώχειας γι` αυτό και βρίσκονται παγιδευμένες σ` ένα πουργατόριο.”

Η ταινία αρχίζει όταν τα τρία κορίτσια, για διάφορους λόγους έχουν επιστρέψει στο χωριό τους, στην Κεντρική Ανατόλια: η Ρέιχαν, έχει επιστρέψει έγκυος και ο πατέρας της αναγκάζεται να την παντρέψει εσπευσμένα με τον Σεβκέτ, ένα φτωχό, δειλό βοσκό, η Χάβα επιστρέφει όταν ο ανάδοχος αδερφός της πεθαίνει, ενώ τη Νούρχαν φέρνει πίσω ο πατριός της, Νετσάτι, επειδή φερόταν άσκημα στο μωρό της οικογένειας. Σ` ένα δείπνο (και το πιο σημαντικό κομμάτι της ταινίας) που ακολουθεί, ο πατέρας των κοριτσιών προσπαθεί να πείσει τον Νετσάτι να πάρει ως “μπεσλεμέ” τη Χάβα, η στάση όμως του Σεβκέτ θα προκαλέσει απρόβλεπτα προβλήματα και συγκρούσεις.

Ο Άλπερ αφηγείται με ένα ήρεμο, ράθυμο τόνο την ιστορία του, συνδυάζοντας με ισορροπία το χιούμορ με το δράμα, προσπαθώντας να σκιτσάρει με ειλικρίνεια και χωρίς να τους κρίνει τους διάφορους χαρακτήρες του (κανένας δεν είναι εντελώς καλός ή εντελώς κακός) χρησιμοποιώντας τους φυσικούς χώρους (τη φύση, τα χειμωνιάτικα, χιονισμένα τοπία της περιοχής), φωτογραφημένους με ξεχωριστή φροντίδα από τον Έρμε Ερκμέν, για να σχολιάσει τις καταστάσεις αλλά και να τονίσει τη ψυχολογική κατάσταση των διαφόρων χαρακτήρων του, ιδιαίτερα των τριών κοριτσιών, που η κάθε μια, με το δικό της, συχνά θλιβερό τρόπο (ιδιαίτερα η Νούρχαν που υποδύεται αρχικά την άρρωστη πιστεύοντας πως έτσι θα πείσει τον Νετσάτι να την ξαναπάρει, για να καταλήξει τελικά βαριά άρρωστη, χωρίς την κατάλληλη φροντίδα, εξαιτίας του αποκλεισμού από τα χιόνια), προσπαθεί να βρει τρόπο να φύγει από το χωριό.

Η ανδροκρατούμενη κοινωνία, η θρησκεία και οι παραδόσεις βρίσκονται στο στόχαστρο της πολύ ωραίας ταινίας “Ο θεός υπάρχει, ονομάζεται Πετρούνια” της Τεόνα Στρούγκαρ Μιτέβσκα από τη Βόρειο Μακεδονία, μια ακόμη ταινία γυρισμένη από γυναίκα, που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα του φετινού φεστιβάλ.

Η Μιτέβσκα (που η ταινία της “Είμαι από το Τίτο Βέλες” είχε προβληθεί στο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου της Αθήνας). Το σενάριο, γραμμένο από την ίδια και την Έλμα Ταταρίγκιτς, στρέφεται γύρω από την Πετρούνια (με μια έξοχη Ζόρικα Νούσεβα να τονίζει τη μαχητική πλευρά της), μια τολμηρή, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, 30χρονη γυναίκα, με πανεπιστημιακές σπουδές, που δυσκολεύεται να βρει την κατάλληλη εργασία σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία και, η οποία, κάποια στιγμή, έχοντας απορριφθεί για πολλοστή φορά από αίτηση για την κατάλληλη δουλειά, αποφασίζει ξαφνικά να πάρει μέρος στην ανάκτηση από το νερό του σταυρού που ρίχνουν, σύμφωνα με το θρησκευτικό έθιμο, την ημέρα των Επιφανείων, και που, παραδοσιακά αναλαμβάνουν μόνο άντρες.

Η Πετρούνια θα καταφέρει να ανασύρει τον ξύλινο σταυρό για να βρεθεί στο στόχαστρο των αντρών, της εκκλησίας και του κράτους, που απαιτούν να τους επιστρέψει το σταυρό. Θέμα που θα εκμεταλλευτεί μια δημοσιογράφος (πολύ καλή στο ρόλο η Λαμπίνα Μιτέβσκα, η αδερφή της σκηνοθέτριας και παραγωγός της ταινίας), περισσότερο για εντυπωσιακούς λόγους παρά για να τονίσει τη φεμινιστική πλευρά του θέματος.

Η Μιτέβσκα καταγράφει την όλη πορεία της Πετρούνια, με ένα ωραία ελεγχόμενο ρυθμό, διανθίζοντας τις σκηνές της με σατιρικό χιούμορ, ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με την εκκλησία αλλά και το κράτος, μέσα από σκηνές που τονίζουν την κατάσταση της γυναίκας που αγωνίζεται για τη δημιουργία μιας σύγχρονης, πιο ελεύθερης, κοινωνίας, σε μια κοινωνία όπου αυτή είναι υποχρεωμένη όχι μόνο να ακολουθεί ξεπερασμένες παραδόσεις αλλά και τις απαιτήσεις των αντρών και μόνο.

“Δεν έχω απάντηση για το πώς να ισορροπήσω τον εκσυγχρονισμό με την παράδοση, ούτε ποια θα είναι η θέση της παράδοσης στο μέλλον”, ανάφερε η σκηνοθέτρια.

“Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι πώς η παράδοση μπορεί να διαμορφωθεί ώστε, για παράδειγμα, να εμπλέξει το δεύτερο φύλο σε ένα επίπεδο μεγαλύτερης ισότητας…Για μένα η Πετρεούνια συμβολίζει τον εκσυγχρονισμό, αγωνίζετυαι ενάντια σε δο θεσμούς, την εκκλησία και το κράτος. Είναι ανίσχυρη μπροστά και στους δυο αλλά ελπίζω πως η παιδεία θα είναι η σωτηρία της”.

Στον Τζορτζ Όργουελ και το βιβλίο του “Η φάρμα των ζώων” στρέφεται η γνωστή Πολωνή σκηνοθέτρια (και διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου) Ανιέσκα Χόλαντ στην ταινία της “Ο κύριος Τζόουνς”, που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα της Μπερλινάλε.

Ο πρωταγωνιστής του τίτλου, ο Ουαλλός Γκάρεθ Τζόουνς ήταν ο δημοσιογράφος που, στη δεκαετία του `30 ταξίδεψε στη Μόσχα και από εκεί κατάφερε να πάει στην Ουκρανία και να δημοσιοποιήσει την καταπίεση και το λιμό του λαού της Ουκρανίας από το σταλινικό καθεστώς, παρά τις διαψεύσεις όχι μόνο των επισήμων αλλά και ενός πανίσχυρου δημοσιογράφου, ανταποκριτή στη Μόσχα των Ταίμς της Νέας Υόρκης και συνεργάτη των σοβιετικών αρχών. Δημοσιοποίηση που στάθηκε έμπνευση για το βιβλίο του Όργουελ και στο οποίο κάθε τόσο (ίσως περισσότερο από όσο χρειάζεται) αναφέρεται η ταινία.

Η αντιμετώπιση του θέματος από την Χόλαντ (“Europa, Europa”, “Νικώντας το σκοτάδι”), πρώην βοηθού του Βάιντα και του Ζανούσι, παραμένει κάπως ακαδημαϊκή αν και υπάρχουν σκηνές που θυμίζουν παλιό σοβιετικό κινηματογράφο (ακόμη και τα επίκαιρα του Ντζίγκα Βέρτοφ), ενώ η ιστορία αποκτά σταδιακά τέτοιο ενδιαφέρον (ιδιαίτερα στις σκηνές του Τζόουνς στη Μόσχα και την Ουκρανία και τις συναντήσεις του με διάφορα πρόσωπα), που η ταινία παρακολουθείται με ξεχωριστό ενδιαφέρον.