Με τον Αχιλλέα Κυριακίδη συγγραφέα, σκηνοθέτη, μεταφραστή

Πώς θα «συστήνατε» σε κάποιο νέο αναγνώστη το έργο του Μπόρχες;

Να ετοιμαστεί να καταδυθεί στην άβυθη και απέραντη θάλασσα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Να ξεχάσει ό,τι έχει διαβάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, για τον πολύ απλό λόγο ότι θα το ξαναβρεί, διηθημένο και μεταπλασμένο με απαράμιλλη δεξιοτεχνία στα αφηγήματα και τα δοκίμια αυτού του μείζονος διανοητή του 20ού αιώνα. Κι αν δεν το αναγνωρίσει, τόσο το καλύτερο: πέρα απ’ την αισθητική, θα νιώσει και τη συγκίνηση του αρχαιολόγου που βρίσκει θησαυρούς στα εκθαμβωτικά ναυάγια της ανθρώπινης ιστορίας.

Με κάποιο αναγνώστη του Μπόρχες, τι θα θέλατε να μοιραστείτε; Τι σας συγκινεί εσάς στο έργο του;

H πρώτη μου επαφή με το έργο του, πριν από σαράντα τόσα χρόνια και μέσα από μιαν άχυμη αγγλική μετάφραση διηγημάτων του, ήταν αποκαλυπτική. Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στον Πλανήτη Τλον, η πρώτη μου συνδρομή στη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ, η πρώτη μου παρουσία στην κλήρωση του βαβυλωνιακού λαχείου, η αρχή μιας θητείας που δε λέει να «έχει τέλος». Εύχομαι στον αναγνώστη που θα μπει πρώτη φορά σ’ αυτή τη σαγηνευτική περιπέτεια (και που τον… ζηλεύω), το έργο του Μπόρχες να του αλλάξει, όπως άλλαξε και σε μένα, τον τρόπο να βλέπει τον κόσμο και να τον διαβάζει – δηλαδή, να ζει.

Για σας είναι η μετάφραση μια δεύτερη συγγραφή;

Εκλαμβάνω (και ερμηνεύω) την ερώτηση με τρεις τρόπους. Αν υπονοείται ότι ο μεταφραστής επανασυγγράφει το έργο που μεταφράζει, τότε η απάντηση είναι: «Ναι, αλλά μόνο με την έννοια της κρατούσας αναγνωστικής θεωρίας κατά την οποία κάθε έργο “ξαναγράφεται” από κάθε αναγνώστη (του ίδιου του συγγραφέα συμπεριλαμβανομένου) με βάση τις εμπειρίες του, και την οποία ασπάζομαι». Αν με ρωτάτε αν θεωρώ ότι ο μεταφραστής έχει δικαίωμα (ή και καθήκον) να επέμβει στο πρωτότυπο και να το «βελτιώσει» κατά το δοκούν, τότε η απάντησή μου δεν μπορεί παρά να είναι: «Επ’ ουδενί. Ο μεταφραστής είναι υπόδουλος του συγγραφέα και, ως τέτοιος, έχει χρέος να τον υπηρετήσει όσο το δυνατόν πιο πιστά». Αν, τέλος, η ερώτησή σας είναι τελείως αθώα, άμεση, απαλλαγμένη από θεωρητικούς υπαινιγμούς και θέλει να μου εκμαιεύσει το αν θεωρώ τη μετάφραση ισάξια δημιουργική πράξη με τη συγγραφή, τότε η απάντησή μου θα είναι απερίφραστη: «Ναι».

Πόσο εύκολο ήταν η μετάφραση ενός τέτοιου πεζογράφου με έντονη διακειμενικότητα στο έργο του αλλά και έντονα εικονοπλαστικό;

Δεν νοείται εύκολη μετάφραση. Δεν υπάρχει βαθμός 0 δυσκολίας στη μετάφραση οποιουδήποτε κειμένου. Η θερμοκρασία του μεταφραστικού μόχθου ακολουθεί την αντίστοιχη του ανθρώπινου σώματος: ξεκινά από το 36-37 και ακολουθεί την ανοδική πορεία του πυρετού. Πόσο μάλλον, όταν ο μεταφραστής έχει να κάνει με κείμενα όπως αυτά του Μπόρχες, όχι μόνο λόγω της διακειμενικότητάς τους (όπως σωστά επισημαίνετε), αλλά και επειδή πρόκειται για έναν συγγραφέα που κάθε, με κάθε λέξη του έχει το πρέπον βάρος για την ισορροπία του συνόλου.

Θεωρείτε πως ο Μπόρχες είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στην λογοτεχνία; Από πού θεωρείτε πως επηρεάστηκε και ποιους ενδεχομένως επηρέασε;

Ασφαλώς και αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, ακριβώς γιατί έχει επηρεαστεί από όλη την παγκόσμια γραμματεία και κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα απόλυτα προσωπικό έργο χωρίς να απαρνηθεί ποτέ την ταπεινότητά του και χωρίς ποτέ να αρνηθεί ή να κρύψει τις λογοτεχνικές καταβολές του. Ένας ένθερμος θιασώτης αυτής της κοσμοθεωρητικής λογοτεχνίας (ο ίδιος που τον τιμήσατε με τις ερωτήσεις σας) έχει φτάσει στο σημείο να πει ότι δεν πρέπει να μιλάμε για Άπαντα τα Πεζά του Μπόρχες, αλλά για Άπαντα τα Πεζά.

Υπάρχει μέσα σε όλες αυτές τις ιστορίες μια που την θυμάστε ιδιαίτερα;

Για πολύ προσωπικούς λόγους (που, όμως, ταίριαξαν απόλυτα και με μια μεταγενέστερη, πιο ψύχραιμη και αντικειμενική εκτίμηση), όταν τελείωσα την ιστορία «Ο Νότος» από τις Μυθοπλασίες, ένιωσα ότι είχα μόλις διαβάσει το τέλειο διήγημα.

Αφιέρωμα στον Μπόρχες από το Βιβλιοτρόπιο, Πέμπτη 29 Νοεμβρίου, 19:30 στο Παλιό Ξυδάδικο