Navigator: ∆ορυφορική παρακολούθηση αρχαίων µνηµείων που βρίσκονται σε κίνδυνο

Έλα στο Google News
  • Η συνεργασία ΤΕΠΑΚ και Γερµανικού Οργανισµού ∆ιαστήµατος στο πλαίσιο του έργου «∆ορυφορικά ∆εδοµένα Copernicus για την Πολιτιστική Κληρονοµιά» (NAVIGATOR), έχει ως γενικό στόχο την παρακολούθηση του δοµηµένου αρχαιολογικού περιβάλλοντος και την καταγραφή φυσικών και ανθρωπογενών κινδύνων που δύναται να το επηρεάσουν, καθώς και την καταγραφή εναλλαγών που έχουν επέλθει σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος
  • Τηλεπισκόπηση από το ΤΕΠΑΚ των πρόσφατων πυρκαγιών που σάρωσαν ορεινές περιοχές των επαρχιών Λεµεσού και Λάρνακας θέτοντας, µεταξύ άλλων, σε κίνδυνο 13 αρχαία µνηµεία

 

Του Χρήστου Χαραλάμπους

Καθοριστικής σηµασίας εργαλείο στην παρακολούθηση της εξέλιξης και της καταγραφής της πορείας µιας πυρκαγιάς, του είδους και του µεγέθους των καταστροφικών αποτελεσµάτων της, καθίσταται η χρήση της τεχνολογίας κι αυτό διαφάνηκε και στην πρόσφατη πύρινη λαίλαπα που στις αρχές Ιουλίου σάρωσε σειρά κατοικηµένων περιοχών και µεγάλων εκτάσεων δάσους και αγροτικής γης σε αρκετές κοινότητες της ορεινής περιοχής των επαρχιών Λεµεσού και Λάρνακας.

Αυτό έγινε µε τη χρήση δορυφορικής τηλεπισκόπησης από το Τεχνολογικό Πανεπιστήµιο Κύπρου, µε απώτερο σκοπό την παρακολούθηση των µνηµείων πολιτιστικής κληρονοµιάς που βρίσκονται στις πληγείσες περιοχές και είτε υπέστησαν καταστροφές είτε αντιµετώπισαν σοβαρό σε κίνδυνο. Τα στοιχεία που καταγράφηκαν είναι πραγµατικά ενδιαφέροντα και παρέχουν πολύτιµες πληροφορίες.

Θερµικοί αισθητήρες ανιχνεύουν την ακριβή θέση και την ένταση µιας ενεργούς πυρκαγιάς

Η δυνατότητα αυτων των καταγραφών δόθηκε µέσα από το ερευνητικό έργο «∆ορυφορικά ∆εδοµένα Copernicus για την Πολιτιστική Κληρονοµιά» (NAVIGATOR), το οποίο υλοποιείται στα πλαίσια του προγράµµατος «Νησίδες Αριστείας» των Προγραµµάτων «RESTART 2016-2020» για Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτοµία, του Ιδρύµατος Έρευνας και Καινοτοµίας Κύπρου και συντονίζεται από το Τµήµα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Γεωπληροφορικής (Εργαστήριο Τηλεπισκόπησης και Γεωπεριβάλλοντος) του ΤΕΠΑΚ, υπό τον καθηγητή ∆ιόφαντο Χατζιµιτσή και µε εξωτερικό ερευνητικό συνεργάτη τον Γερµανικό Οργανισµό ∆ιαστήµατος. Τη διεπιστηµονική οµάδα ερευνητών που δραστηριοποιούνται στο εν λόγω έργο και ασχολήθηκε µε τη συγκεκριµένη ανάλυση και επεξεργασία των δεδοµένων αποτελούν οι ∆ρ Michael Nolde και ∆ρ Simon Plank του Γερµανικού Οργανισµού ∆ιαστήµατος και οι ∆ρ Άθως Αγαπίου και ∆ρ Βασιλική Λυσάνδρου εκ µέρους του ΤΕΠΑΚ.

Μέσα από τις δορυφορικές εικόνες παρέχονται πολύτιµες πληροφορίες, καθώς οι θερµικοί αισθητήρες έχουν τη δυνατότητα να ανιχνεύσουν την ακριβή θέση και την ένταση µιας ενεργούς πυρκαγιάς τη στιγµή που περνάει ο δορυφόρος. Αυτές οι πληροφορίες, όπως επισηµαίνεται, µπορούν να προκύψουν και να διανεµηθούν σε σχεδόν πραγµατικό χρόνο, επιτρέποντας µια εικόνα της τρέχουσας δραστηριότητας της πυρκαγιάς. Ωστόσο, όπως διευκρινίζεται, «η παραγωγή του µεγέθους και του σχήµατος µιας ήδη πληγείσας περιοχής είναι πιο περίπλοκη και τις περισσότερες φορές δεν είναι διαθέσιµη η απαιτούµενη πληροφορία µέσα σε σύντοµο χρονικό διάστηµα». Υποδεικνύεται, δε, ότι για τη λήψη επειγόντων και άµεσων αποφάσεων θα ήταν επιθυµητό να είναι διαθέσιµες αυτές οι πληροφορίες σε σχεδόν πραγµατικό χρόνο και σε µεγάλη κλίµακα.

Ψηλή ποιότητα ανίχνευσης σε σχεδόν πραγµατικό χρόνο

Σε περιστατικά πυρκαγιών στην Ευρώπη έχει αποδειχθεί ότι αυτή η µέθοδος µπορεί να επιτύχει υψηλή ποιότητα ανίχνευσης σε σχεδόν πραγµατικό χρόνο. Η µεγάλης κλίµακας σύγκριση δείχνει ότι τα αποτελέσµατα συµπίπτουν µε το 63% -76% της καµένης περιοχής στα σύνολα δεδοµένων αναφοράς. Ενώ αυτά τα καθιερωµένα σύνολα δεδοµένων είναι διαθέσιµα µόνο µε χρονική καθυστέρηση αρκετών µηνών ή δηµιουργούνται µε χειροκίνητη αλληλεπίδραση, η προσέγγιση που παρουσιάζεται παράγει αποτελέσµατα σε σχεδόν πραγµατικό χρόνο πλήρως αυτόµατα.

Με τον ίδιο τρόπο πραγµατοποιήθηκε και η χαρτογράφηση των καµένων περιοχών της ορεινής Λεµεσού και Λάρνακας, η οποία βασίστηκε στις παρατηρήσεις από τα δεδοµένα των δορυφόρων Sentinel-3A και Sentinel-3B, οι οποίοι περνούσαν πάνω από τη συγκεκριµένη περιοχή και κατέγραφαν δεδοµένα δύο φορές την ηµέρα στο διάστηµα 1-7 Ιουλίου.

13 αρχαία µνηµεία στη δίνη της πύρινης λαίλαπας

Σε σχετική ανακοίνωσή του το Τµήµα Αρχαιοτήτων ανέφερε ότι στις περιοχές που πλήγηκαν από την καταστροφική πυρκαγιά βρίσκονται 13 συνολικά αρχαία µνηµεία. Συγκεκριµένα, πρόκειται για τις εκκλησίες Τίµιου Σταυρού και Παναγίας Ιαµατικής στον Αρακαπά, το Γεφύρι της Ακαπνού, τις εκκλησίες Αγίου Γεωργίου και Παναγίας του Κάµπου στην Ακαπνού, τις εκκλησίες της Αγίας Μαρίνας στην Οδού, της Παναγίας στη Βαβατσινιά, της Παναγίας Χρυσελεούσας στη Μελίνη, τον οικισµό Παρσάτα στην Ορά, τις εκκλησίες των Αγίων Αναργύρων στους Αγίους Βαβατσινιάς, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και το Νερόµυλο στη ∆ιερώνα και τον Ελιόµυλο στη Συκόπετρα.

Τα αποτελέσµατα της ανάλυσης παρουσιάζουν τη φωτιά κατά τη µέγιστη έκτασή της στις 3 και 4 Ιουλίου (κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς) και στις 5 Ιουλίου (µετά την πυρκαγιά). Παράλληλα, αναπαράγουν σε αυτές τα µνηµεία της περιοχής. Οι τιµές στις εικόνες αποτελούν ένδειξη της σοβαρότητας της καύσης τη χρονική στιγµή της λήψης, δηλαδή, όπως επισηµαίνεται, «όσο υψηλότερες είναι οι τιµές, τόσο ισχυρότερη ήταν η ένταση της πυρκαγιάς».

Παράλληλα, µέσα από τις συγκεκριµένες εικόνες οπτικοποιείται η γειτνίαση ή η απόσταση της φωτιάς από το κάθε µνηµείο σε συνάρτηση µε την έντασή της. Το άµεσο αποτέλεσµα αυτής της επεξεργασίας είναι η έγκαιρη, σχεδόν σε πραγµατικό χρόνο, αξιολόγηση της κατάστασης κατά τη διάρκεια και αµέσως µετά την πυρκαγιά. Κατ’ επέκταση, η αµεσότητα της µεθόδου αποτελεί εργαλείο για τις προτεραιότητες των δράσεων από τους εµπλεκόµενους φορείς.

Σε πορεία υλοποίησης το έργο NAVIGATOR

Αξίζει να αναφερθεί ότι το έργο NAVIGATOR, το οποίο ξεκίνησε να υλοποιείται τον Οκτώβριο του 2019 και έχει διάρκεια 24 µηνών, συγχρηµατοδοτείται από διαρθρωτικά ταµεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κύπρο και από την Κυπριακή ∆ηµοκρατία.

Γενικός στόχος του έργου είναι η παρακολούθηση του δοµηµένου αρχαιολογικού περιβάλλοντος και η καταγραφή φυσικών και ανθρωπογενών κινδύνων που δύναται να το επηρεάσουν, καθώς και η καταγραφή εναλλαγών που έχουν επέλθει σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, οι οποίες έχουν επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες διαχρονικά, όπως για παράδειγµα η αστικοποίηση, οι σεισµοί κ.λπ.

Αποτέλεσµα της µη-επεµβατικής αυτής παρακολούθησης είναι, ανάµεσα σε άλλα, η ιεράρχηση προστασίας των διαφόρων περιοχών αρχαιολογικού αποθέµατος, ο καθορισµός προτεραιοτήτων σε ό,τι αφορά στη διενέργεια αρχαιολογικών ανασκαφών, αλλά και η µαζική καταγραφή και αποτύπωση αρχαιολογικών καταλοίπων σε περιοχές στις οποίες έχουν διενεργηθεί σωστικές ανασκαφές.

Η παρακολούθηση πραγµατοποιείται εξ ολοκλήρου µέσα από δεδοµένα τηλεπισκόπησης, τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές. Ανάµεσα σε αυτές περιλαµβάνεται και η χρήση δεδοµένων που προέρχονται από το Ευρωπαϊκό ∆ιαστηµικό Πρόγραµµα Copernicus, το οποίο αποτελεί το Ευρωπαϊκό Πρόγραµµα για την Παρατήρηση και Παρακολούθηση της Γης.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.