Ήταν μια Πέμπτη του Οκτώβρη. Το ημερολόγιο έγραφε 12 Οκτωβρίου 1944.

Η σημαία της ντροπής, του μίσους και της απέχθειας κατεβαίνει από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Χωρίς αγήματα, χωρίς τυμπανοκρουσίες μόνο με την ντροπή ενός μόνο ναζιστή στρατιώτη, ο αγκυλωτός του φασισμού εξαφανίζεται από τον Παρθενώνα.

Οι Γερμανοί υποχωρούν. Εγκαταλείπουν βιαστικά την πρωτεύουσα της Ελλάδας για να υποχωρήσουν ντροπιαστικά στη χώρα τους που πολιορκείται από τον κόκκινο στρατό της Σοβιετικής Ένωσης. Εκεί που έμελλε να γνωρίσουν την καταδίκη τους.


Τέσσερα χρόνια, εξαθλίωσης, εκτελέσεων, πείνας και αβάστακτου πόνου.

Παιδιά, σαπισμένα στα σοκάκια της Αθήνας, νεκρά από την πείνα. Πολίτες κρεμασμένοι για βδομάδες από τα δεντρά. Να λειτουργούν αποτρεπτικά σαν σκιάχτρα για οποιαδήποτε άλλη αντιστασιακή πράξη.

Αυτοί ήταν οι Γερμανοί ναζιστές, οι φασίστες Βούλγαροι και οι Έλληνες δοσίλογοι, ταγματασφαλίτες και μαυραγορίτες που έτρεχαν να κρυφτούν εκείνο το πρωι.

Στυγνοί δολοφόνοι.

Πριν φύγουν, φρόντισαν να διαλύσουν υποδομές, να κρεμάσουν ολόκληρες γειτονιές της ηρωικής Καισαριανής για να κάμψουν ακόμα και την ύστατη ώρα το ηθικό του ελληνικού λαού.

Οι αγριεμένοι γενειοφόροι, το πιο λαμπρό κομμάτι της ελληνικής αντίστασης, ο τρόμος και ο φόβος των Ναζί χθες και σήμερα, οι άντρες και οι γυναίκες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παρελαύνουν στην Αθήνα και με μίσος πολεμάνε τους εναπομείναντες φασίστες. Καταφέρνουν να γλιτώσουν τον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό, να συλλάβουν στρατιώτες και να κυνηγήσουν μέχρι τους πρόποδες της Πάρνηθας του Γερμανούς.

Θα μπουν στην Αθήνα λυτρωτές, δαφνοστεφανωμένοι και με το χαμόγελο να ξεπροβάλει μέσα πό τα πυκνά, μαύρα γένια τους.

Η Αθήνα είναι λεύτερη.

Κόκκινες σημαίες, κόκκινα χαμόγελα, κόκκινα πανό, τρία γράμματα κόκκινα παντού στην Αθήνα. ΕΑΜ.

Τα αδέρφια που χάθηκαν στα τέσσερα εφιαλτικά αυτά χρόνια, πότισαν με το άιμα τους το δέντρο της λευτεριάς.

Τίποτα δεν θα είναι πια ίδιο. Τα παιδιά στην αλάνα δεν τρέχουν για παιχνίδι. Τα παιδιά στην αλάνα πέθαναν από την πείνα. Οι γειτονιές ξεκληρίστηκαν, βαμμένες με αίματα, τα χωριά κάηκαν, το ψωμί χάθηκε, η γη χόντρυνε από τα πτώματα.

Και τα στόματα να φωνάζουν, ποτέ ξανά, ποτέ ξανά, ποτέ ξανά.

Χρέος μας στους νεκρούς, να μην ξεχάσουμε, να μην ξεχαστούμε, να μην επιτρέψουμε στο τέρας να ξανά περπατήσει. Να μην επιτραπεί στους δοσίλογους και τους ταγματασφαλίτες του σήμερα να σηκώσουν ξανά κεφάλι.

Αθήνα, για πάντα λεύτερη από φασίστες.

Τάσος Αναστάση

Μας έχεις Like στο Facebook ;