Νέα καταγγελία για τις συνθήκες σε θαλάμους Covid: «Σύρνουν μας το φαΐ που την πόρτα όπως τους λεπρούς…»

Ανοικτή επιστολή με θέμα την απαξίωση των ασθενών στο θάλαμο Covid του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, απέστειλε πολίτης προς τον Υπουργό Υγείας, τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας, και τον πρόεδρο του ΟΚΥπΥ.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η εν λόγω πολίτης, προχώρησε στην αποστολή της επιστολής για να εκφράσει το παράπονό της για την ταλαιπωρία και την αμέλεια που υπέστη ο πατέρας της, ο οποίος απεβίωσε από κορωνοιό στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 31 Ιουλίου 2021.

Μέσω της επιστολής γίνονται καταγγελίες για μη ενημέρωση των συγγενών σχετικά με την κατάσταση του ασθενή καθώς επίσης και για κακές συνθήκες όσον αφορά το φαγητό.

Παρατίθενται μάλιστα αναφορές του εκλιπόντος, ο οποίος είπε χαρακτηριστικά πως «σύρνουν μας το φαΐ που την πόρτα, όπως τους λεπρούς στην Σπιναλόγκα».

Αυτούσια η επιστολή:

«Αξιότιμοι,

Όλοι κατανοούμε ότι η κατάσταση στα νοσοκομεία μας, ιδιαίτερα λόγω της συνεχιζόμενης πανδημίας, είναι βεβαρημένη. Επίσης γνωρίζουμε πως γιατροί και νοσηλευτές βρίσκονται στα όρια τους και πως πολλοί τα έχουν ήδη ξεπεράσει κάνοντας εξαιρετική δουλειά, νιώθοντας πως ασκούν ένα λειτούργημα και όχι επάγγελμα. Σε αυτούς οφείλουμε ένα μεγάλο εύγε και ευχαριστώ. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που αμαυρώνουν αυτό το λειτούργημα αφήνοντας ανθρώπους να πεθαίνουν αβοήθητοι.

Στις 18/07/21 διαγνώστηκε ο πατέρας μου θετικός στον κορωνοιό. ‘Ήταν πλήρως εμβολιασμένος με AstraZeneca και μέχρι τις 22/7 είχε ήπια συμπτώματα. Νοσηλεύτηκε από τις 22/7 για ένα 24ωρο στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας και μετά στον θάλαμο covid – χειρουργικό Β, μέχρι τις 31/07/21 όπου και κατέληξε. Τα όσα ζήσαμε τις μέρες που νοσηλεύτηκε, ήταν από απίστευτα, έως και τραγικά απαράδεκτα. Όλες αυτές τις μέρες παρατηρήσαμε απαράδεκτες συμπεριφορές και ανεπάρκεια στην φροντίδα των ασθενών.

Τις πρώτες μέρες της νοσηλείας του, μιλούσαμε μαζί του στο τηλέφωνο, αν και με δυσκολία λόγω της μάσκας οξυγόνου. Σύμφωνα με τον πατέρα μου, τους κτυπούσε το κουδούνι γιατί χρειαζόταν βοήθεια για την τουαλέτα και καθυστερούσαν πολύ να πάνε, με αποτέλεσμα μια φορά να δοκιμάσει μόνος του με το Π να πάει και να πέσει, ενώ μια άλλη φορά κατάφερε και πήγε μόνος στην τουαλέτα αλλά λόγω της έλλειψης οξυγόνου δεν μπορούσε να επιστρέψει στο κρεββάτι του. Τους κτυπούσε το κουδούνι και πέρασαν 40’ – 45’ μέχρι να πάνε. Σε επικοινωνία με τον θάλαμο όταν αναφέραμε το περιστατικό μας είπαν «Ναι όντως μας κτύπησε αλλά ξέρετε, ο νοσηλευτής θέλει και 20 λεπτά μέχρι να φορέσει την στολή να μπει μέσα». Και ρωτώ, αν συμβεί κάτι πιο σοβαρό, αν λιποθυμήσει, αν δεν μπορεί να αναπνεύσει, θα περιμένει ο ασθενής να φορέσουν την στολή τους και μετά να πάθει οτιδήποτε; Δεν θα έπρεπε σε ένα θάλαμο covid να είναι έτοιμος ο νοσηλευτής ανά πάσα στιγμή;

Σε άλλη περίπτωση όταν αναφέραμε στην προϊσταμένη ότι έχουμε παράπονα από τον άνθρωπο μας πως δεν υπάρχει σωστή φροντίδα, δεν ανταποκρίνονται όταν τους κτυπούν η απάντηση ήταν η εξής «όλοι τους παραπονιούνται, είναι από τα φάρμακα που τους βάζουμε για το covid». Άκουσον, άκουσον! Το φαγητό δε τους το άφηναν στην πόρτα. Όπως μου είπε ο πατέρας μου, σε ερώτηση δική μου αν μπορούσε κάποιος νοσηλευτής να του κόψει ένα φρούτο για να μπορέσει να το φάει «μα τι λαλείς, δαμέ σύρνουν μας το φαΐ που την πόρτα, όπως τους λεπρούς στην Σπιναλόγκα». Όταν ένας ασθενής δεν μπορεί να σηκωθεί, δεν μπορεί να φάει μόνος του τότε τι γίνεται;

Σημειώνω δε πως ούτε και μία φορά δεν μας πήραν από το θάλαμο για ενημέρωση, ακόμα και για πράγματα που χρειάζονταν να τους στείλουμε έβαζαν τον άρρωστο να μας τα ζητά. Όσες φορές έπαιρνα εγώ για ενημέρωση η απάντηση ήταν πάντα η ίδια «η κατάσταση του είναι σταθερή». Τις τελευταίες τρεις μέρες δεν απαντούσε στα τηλέφωνα μας, ούτε μας έπαιρνε ο ίδιος. Το ανέφερα στον θάλαμο χωρίς κανένας να φιλοτιμηθεί να δει τι συμβαίνει. Καμιά έγνοια για την ψυχολογία του ασθενή, που νιώθει ότι βρίσκεται αβοήθητος στο έλεος τους και παρατημένος. Και ρωτώ με τέτοια ψυχολογία πως θα βρει κάποιος την δύναμη να αγωνιστεί για την ζωή του; Όταν μιλούσα με τον πατέρα μου κάθε μέρα και λιγότερο και ακούγοντας τον να μου λέει «Είναι κόλαση δαμέσα», «Είμαστε στο έλεος τους, εν να μας πεθάνουν», καταλάβαινα πως μέρα με την μέρα έχανε τη δύναμη του και παραδινόταν. Αυτό γιατί δεν υπήρχε στήριξη. Έναν άνθρωπο δεν τον σώζουν μόνο τα φάρμακα.

Την τελευταία ημέρα (Παρασκευή 30/07/21) άρχισα τα τηλέφωνα από το πρωί, εξηγώντας πως εδώ και τρεις μέρες δεν έχει επικοινωνήσεις μαζί μας και ανησυχούμε. Με απαντήσεις όπως «μα είναι σταθερή η κατάσταση του», «γίνεται χαμός, πάρτε σε μια, δυο ώρες», «πάρτε αργότερα», φτάσαμε στο απόγευμα με αποτέλεσμα να επιμένω περισσότερο. Στις 18.07μ.μ. στην επιμονή μου μια νοσηλεύτρια μου απάντησε με αναίδεια «το τηλέφωνο του είναι δίπλα του, το ακούει. Αν δεν θέλει να σου απαντήσει δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι». Όταν της είπα πως ίσως δεν μπορεί να απαντήσει μου είπε πως σε εκείνους μιλά υπονοώντας πως ίσως δεν θέλει να μου μιλήσει. Μετά από έντονη συζήτηση, υποχώρησε λέγοντας μου: «εντάξει, όταν θα μπουν οι νοσηλευτές σε λίγο, να σου κτυπήσουν από το τηλέφωνο του να σου μιλήσει», πράγμα που έγινε στις 6.15μ.μ. Και ρωτώ, έπρεπε να κάνω όλη αυτή την διαδικασία και όλες αυτές τις συζητήσεις για να γίνει το αυτονόητο; Δεν έπρεπε σαν νοσηλευτικό προσωπικό να τους νοιάζει η ψυχολογία ενός ανθρώπου που παλεύει για την ζωή του; Μέχρι τις 6.00 το απόγευμα της 30/07/21 μου έλεγαν από τον θάλαμο πως η κατάσταση είναι σταθερή και στις 3.38 τα ξημερώματα με πήραν να μου πουν πως κατέληξε, χωρίς καν να με ειδοποιήσουν ότι η κατάσταση επιδηνώθηκε. Η πιστοποίηση θανάτου (πνευμονία λόγω covid) έγινε στις 4.00 π.μ. 31/07/21 από εκπαιδευόμενη ορθοπεδικό άλλου θαλάμου. Αυτό σημαίνει πως δεν υπήρχε , όχι πνευμονολόγος αλλά ούτε καν παθολόγος σε αυτό τον θάλαμο, όταν τον χρειάζονταν οι ασθενείς.

Ο πατέρας μου ήταν 82 χρονών με υποκείμενα νοσήματα. Ένας τέτοιος ασθενής δεν θα έπρεπε να είναι σε θάλαμο αυξημένης φροντίδας ή εντατικής θεραπείας; Ίσως επειδή ήταν 82 χρονών δεν νοιάστηκε κανένας. Αυτός ο άνθρωπος όμως, ήταν ο δικός μας πατέρας, παππούς, αδελφός, θείος. Αυτός ο άνθρωπος δούλεψε παραγωγικά και πρόσφερε σ΄αυτό τον τόπο από τα 12 του χρόνια μέχρι τα 75 και βάλε. Και αυτόν τον άνθρωπο, αυτό το κράτος τον άφησε να πεθάνει μόνος του νιώθοντας παρατημένος. Δεν αξίζει τέτοιος θάνατος σε κανέναν άνθρωπο. Ίσως να μην τα κατάφερνε ακόμα και αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αυτό όμως δεν είναι δικαιολογία για κανένα, να αφήνει αβοήθητο έναν άνθρωπο που τις τελευταίες του ώρες βρίσκεται μόνος του σ’ ένα θάλαμο χωρίς κανένα δικό του δίπλα του. Ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να έχει την φροντίδα που του αξίζει.

Γράφω αυτή την επιστολή με την ελπίδα πως υπάρχει ακόμα λίγη ανθρωπιά σ ’αυτό τον τόπο και θα φροντίσετε να σταματήσουν αυτές οι πρακτικές και να στελεχωθούν τα νοσοκομεία μας με τους σωστούς ανθρώπους ώστε να μην ζήσει τέτοιες στιγμές κανένας άλλος άνθρωπος.

Αιμιλία Ανδρέου»

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.