Του Νιαζί Κιζιλγιουρέκ

Ο Τούρκος ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου σε πρόσφατες δηλώσεις του στα κατεχόµενα κατηγόρησε όλους αυτούς που θέλουν τον τερµατισµό της «συµφωνίας εγγυήσεως» του 1960 ως προδότες. Το άρθρο αυτό είναι η δική µου απάντηση. Είναι γνωστό ότι η µεγάλη πλειοψηφία της τ/κ κοινότητας, είτε προέρχεται από την Αριστερά είτε από τη ∆εξιά, είναι υπέρ της συνέχισης των τουρκικών εγγυήσεων. Για κάποιους εσαεί και για κάποιους µε χρονικό περιθώριο. ∆εν υπάρχει νόηµα στο να συζητάς το θέµα των εγγυήσεων µε όσους δεν θέλουν καν να σκεφτούν ένα οµοσπονδιακό κράτος στην Κύπρο.

Αξίζει όµως να συζητάς µε αυτούς που είναι µεν υπέρ ενός οµοσπονδιακού κράτους, αλλά επιµένουν στην τηρουµένων των αναλογιών συνέχιση της Συνθήκης Εγγυήσεως για µια περίοδο. Το κεντρικό τους επιχείρηµα είναι το εξής: «Ακόµα και να τεθεί σε ισχύ µια συµφωνία και ένας Τ/κ γίνει όντως Πρόεδρος, πώς ξέρουµε ότι οι Ε/κ θα το αποδεχτούν; Θα το υιοθετήσουν; Ή, όπως έγινε και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν και αυτή τη συµφωνία; Για όσο θα κτίζεται σιγά-σιγά η εµπιστοσύνη ανάµεσα στις δύο κοινότητες, ας βρίσκεται σε ισχύ και η Συνθήκη Εγγυήσεως». Αυτή η άποψη είναι, αν µη τι άλλο, άξια προσοχής, µια και η ιστορική εµπειρία στην οποία βασίζεται, εκ πρώτης όψεως, τη δικαιολογεί.


Η προσπάθεια της ε/κ ηγεσίας στις αρχές της δεκαετίας του 1960 να απαλλαγεί από τις Συµφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου αποτελεί µια ιστορική πραγµατικότητα. Εποµένως, εύλογα προκύπτουν ερωτήµατα για το ποιος εγγυάται ότι δεν θα επαναληφθεί κάτι παρόµοιο στις µέρες µας. Εξετάζοντας περαιτέρω αυτό το εκ πρώτης όψεως λογικοφανές επιχείρηµα, διαπιστώνει κανείς ότι αυτό βασίζεται περισσότερο στην εξής αντίληψη: οι Ε/κ δεν είναι ακόµα αρκούντως ώριµοι, δεν έχουν εµπεδώσει την ιδέα του οµοσπονδιακού κράτους, ως εκ τούτου πρέπει να τεθούν υπό ένα καθεστώς κηδεµονίας. Η «κηδεµόνας Τουρκία», εν ευθέτω χρόνω, θα αξιολογήσει την ωρίµανση των Ελληνοκυπρίων και θα δώσει τέλος στο καθεστώς κηδεµονίας! Αυτό οµολογουµένως φέρνει στο µυαλό µου το κεµαλικό Καθεστώς Κηδεµονίας.

Οι κεµαλιστές για χρόνια έθεσαν τη «λαϊκή βούληση» υπό κηδεµονία, ισχυριζόµενοι ότι ο τουρκικός λαός δεν ήταν «ώριµος». Επέβαλαν απαγορεύσεις και περιορισµούς στην πολιτική βούληση ιδιαίτερα των θρησκευόµενων, των αριστερών και των Κούρδων. Χάρη σε αυτή την αυταρχική προσέγγιση, στο πλαίσιο της οποίας οι ελίτ αναγορεύτηκαν αυθαίρετα ως «κηδεµόνες», καταπατήθηκαν η δηµοκρατία και το κράτος δικαίου στην Τουρκία. Ιδιαίτερα, η Μουσουλµανική Παράταξη του Ερντογάν ήταν το πρώτο θύµα αυτής της πολιτικής. Είναι ειρωνεία της Ιστορίας αυτή η παράταξη να θέλει να κηδεµονεύσει την Κύπρο! Η αυτο-αναγόρευση κάποιου σε «κηδεµόνα» και η εµµονή του σε αυτό το ρόλο δεν συνάδει, πρωτίστως µε τη δηµοκρατία, καθότι πρόκειται για µια ελιτίστικη προσέγγιση που στηρίζεται στην ισχύ και αψηφά τη βούληση των πολιτών. Συνιστά ένα είδος «επιβολής µιας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», την οποία, σύµφωνα µε τον Carl Schmitt, επιβάλλει µόνο ο κυρίαρχος. Άραγε µπορεί η εµπιστοσύνη ανάµεσα στις δύο κοινότητες να οικοδοµηθεί µε βάση το φόβο των Ε/κ προς την Τουρκία; Η απάντηση είναι όχι.

Η αρετή της εµπιστοσύνης πηγάζει από την αλληλεπίδραση και το σεβασµό στη διαφορετικότητα. Συχνά τονίζεται από την τουρκική πλευρά ότι η ε/κ πλευρά προσπάθησε να απαλλαγεί από τις Συµφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και κατ’ επέκταση τη Συµφωνία Εγγύησης. Όµως η πιο πάνω θέση είναι παραπλανητική και βασίζεται σε επιλεκτική µνήµη. Παραβλέπει το γεγονός ότι η Τουρκία καταπάτησε σε απόλυτο βαθµό τη Συνθήκη Εγγυήσεως, µε αποτέλεσµα οι Ε/κ να βιώσουν µεγάλα δεινά. Ό,τι και να λέει ο Τσαβούσογλου, όσο και να προσπαθεί επιλεκτικά να αιτιολογήσει την τουρκική πολιτική, υπάρχει ο Ιούλιος, που αποδεικνύει σθεναρά ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως δεν µπορεί να παραµείνει σε ισχύ…

Ο Ιούλιος µαρτυρά πώς η Τουρκία παραβίασε αυτή τη Συµφωνία και αντί να υπερασπίσει την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και τη συνταγµατική τάξη, όπως προβλέπει η Συµφωνία, διχοτόµησε την Κύπρο γεωγραφικά και δηµογραφικά. Είναι σηµαντικό, λοιπόν, τι ανακαλούµε στη µνήµη µας. Γιατί η επιλεκτική µνήµη καταδεικνύει τα όσα θέλουµε να ακούµε, να θυµόµαστε και να ξεχνάµε, καθώς επίσης και πού βρισκόµαστε στην ηθική, στο δίκαιο και πώς επεξεργαζόµαστε την ιστορική εµπειρία… Ο Τσαβούσογλου λοιπόν πρέπει να σκεφτεί διπλά πριν να ονοµάσει προδότες τους ανθρώπους που δεν µιλούν µε επιλεκτική µνήµη, κρατάνε ψηλά την ηθική και αγωνίζονται για την επανένωση της πατρίδας µας.