Συναντήσεις/ Ορίζοντας

Νικολέττα Δημητρίου: Τα τσιαττιστά συνομιλούν άμεσα με την εποχή τους  

Ο Αντώνης Γεωργίου συζητά με την Νικολέττα Δημητρίου για τα τσαττιστά και το βιβλίο της «Τα τσιαττιστά του παλιωμάτου στον Κατακλυσμό Λάρνακας» ο τρίτος τόμος του οποίου αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα και θα αφορά την περίοδο 2010-2019  

Η παράδοση συνεχίζει, αλλά φυσικά μεταλλάσσεται, όπως οτιδήποτε άλλο που είναι ζωντανό

Τι είναι τα τσιαττιστά του παλιωμάτου;

Τσιαττιστά ονομάζονται τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα ανταγωνιστικού περιεχομένου, δηλαδή αυτά που εμπεριέχουν το στοιχείο του «καφκά», του «παλιωμάτου». Προκειμένου να υπάρχει το στοιχείο του «καφκά», τα τσιαττιστά εμπλέκουν δύο (τουλάχιστον) αντίπαλους ποιητές. Στη συνηθέστερή τους μορφή, τα τσιαττιστά είναι δίστιχα στιχουργήματα, που αποτελούνται από δύο στίχους των δεκαπέντε συλλαβών. Με άλλα λόγια, ένα ολοκληρωμένο τσιαττιστό αποτελείται από τριάντα συλλαβές. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες μορφές τσιαττιστών, τα οποία διπλασιάζουν κάποιο από τα ημιστίχιά τους, ενώ υπάρχουν και τρίστιχα ή τετράστιχα τσιαττιστά. Σήμερα ο όρος «τσιαττιστό» χρησιμοποιείται συχνά για να αναφερθεί σε κάθε ομοιοκατάληκτο δίστιχο, όμως στο παρελθόν αυτό δεν ίσχυε. Τα δίστιχα διαχωρίζονταν αναλόγως του περιεχομένου τους· για παράδειγμα, υπάρχουν τα ερωτικά δίστιχα, τα γνωμικά, τα κοφτά κ.λπ. Η διάκριση αυτή γίνεται ακόμα από τους ποιητές, αν και βλέπουμε ότι δεν γίνεται συνήθως από το ευρύ κοινό.

Η ιστορία των τσιατιστών είναι αρκετά παλιά;

Ξέρουμε ότι ποιητικοί διαγωνισμοί γίνονταν από την αρχαιότητα, τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και στην αρχαία Ρώμη. Η πρακτική, δηλαδή, των ποιητικών διαγωνισμών ήταν γνωστή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αυτό που ήταν γνωστό ήταν τα τσιαττιστά. Η μορφή που αναγνωρίζουμε σήμερα ως τσιαττιστό – ή, γενικότερα, ως ομοιοκατάληκτο δίστιχο σε δεκαπεντασύλλαβο – προέκυψε πολύ αργότερα, όταν εμφανίστηκαν στον ελληνόφωνο χώρο η ομοιοκαταληξία (γύρω στα τέλη του 14ου αιώνα), αλλά και η ίδια η μορφή του διστίχου (η διάδοσή του ξεκίνησε κατά τον 15ο και 16ο αιώνα). Μια πρώιμη αναφορά σε ποιητικό διαγωνισμό στην Κύπρο που θυμίζει τσιάττισμα μάς έρχεται από τον 16ο αιώνα – αναφορά που περιλαμβάνεται στην εισαγωγή του τρίτου τόμου του βιβλίου.

Επειδή τα τσιαττιστά συνομιλούν με μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή – τη στιγμή της δημιουργίας τους – σε αυτά βλέπουμε επίσης αναφορές που σχετίζονται με γεγονότα της εποχής: για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1990 έχουμε αναφορές στον Πόλεμο του Κόλπου ή στους πυραύλους S-300· σε διαφορετικές χρονιές έχουμε αναφορές στις ομάδες που κέρδιζαν το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου κ.λπ.

Πείτε μας λίγα λόγια για την έκδοση «Τα τσιαττιστά του παλιωμάτου στον Κατακλυσμό Λάρνακας», ο τρίτος τόμος της οποίας κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Η καταγραφή των τσιαττιστών του παλιωμάτου στον Κατακλυσμό Λάρνακας ήταν μια πρωτοβουλία του Ιδρύματος Φοίβου Σταυρίδη – Αρχεία Λάρνακας και συγκεκριμένα του διευθυντή του Ιδρύματος, Δρος Ιωσήφ Χατζηκυριάκου. Μαζί με τον Δρα Χατζηκυριάκου υποβάλαμε στα τέλη του 2016 αίτηση στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για να καταγράψουμε, σε τρεις τόμους, όλα τα τσιαττιστά που ειπώθηκαν στον Κατακλυσμό Λάρνακας από το 1980 (οπότε ο Δήμος Λάρνακας ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις και τις οπτικογραφήσεις του διαγωνισμού) μέχρι σήμερα. Το 2017 ξεκίνησε η έρευνα και η καταγραφή και σήμερα έχουν ολοκληρωθεί και οι τρεις τόμοι του έργου.

Ποιος ο λόγος για αυτή την καταγραφή;

Ο λόγος για τον οποίον επιλέξαμε τα τσιαττιστά και όχι οποιοδήποτε άλλο μουσικοποιητικό είδος από αυτά που παρουσιάζονται στον Κατακλυσμό Λάρνακας είναι απλός: ενώ τα κυπριακά ποιήματα και τα ερωτικά δίστιχα (στα οποία επίσης διαγωνίζονται οι ποιητές κάθε χρόνο) καταγράφονται και μάλιστα αποστέλλονται γραπτώς στην κριτική επιτροπή πριν από τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, τα τσιαττιστά, ως «τραούθκια της ώρας», δεν καταγράφονται. Λέγονται τη συγκεκριμένη στιγμή, μπροστά από ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, και χάνονται. Αυτό που θελήσαμε να κάνουμε, λοιπόν, ήταν να καταγράψουμε ένα προφορικό ποιητικό είδος, έτσι ώστε τόσο οι μελετητές, όσο και οι ίδιοι οι νεότεροι ποιητές να μπορούν να ανατρέξουν σ’ αυτό και να το μελετήσουν, να δουν πώς άλλαξε, πώς εξελίχτηκε. Να αναφέρω εδώ πως ο διαγωνισμός τσιαττιστών του Κατακλυσμού Λάρνακας θεσμοθετήθηκε το 1918, με πρωτοβουλία του Σκαλιώτη γιατρού και ιστοριοδίφη Ν. Γ. Κυριαζή. Πριν από το 1918 και πάλι υπήρχαν διαγωνισμοί τσιαττιστών και ποίησης στον Κατακλυσμό, όμως αυτοί δεν ήταν θεσμοθετημένοι. Να πούμε, βέβαια, ότι διαγωνισμοί τσιαττιστών γίνονται και σε άλλες πόλεις και επαρχίες: στη Λεμεσό, την Πάφο, την Αγία Νάπα, και πριν από το 1974 στο Βαρώσι, την Κερύνεια και τον Καραβά. Ο διαγωνισμός του Κατακλυσμού της Λάρνακας, όμως, ξεχωρίζει ως ο αρχαιότερος και μεγαλύτερος του είδους.

Όπως ανάφερες ξεκινήσατε από το 1980 οπότε υπάρχουν ηχογραφήσεις;   

Από την περίοδο προ του 1980 δεν υπάρχουν συστηματικές ηχογραφήσεις ή οπτικογραφήσεις του διαγωνισμού. Αποσπάσματα από τον Κατακλυσμό – και από ορισμένους διαγωνισμούς τσιαττιστών – υπάρχουν στο αρχείο του ΡΙΚ, όμως η συστηματική καταγραφή από τον Δήμο Λάρνακας (ηχογράφηση και οπτικογράφηση του διαγωνισμού) ξεκίνησε μόλις το 1980. Και όταν, όμως, ξεκίνησε δεν ήταν ολοκληρωμένη. Υπάρχουν πολλά κενά στο οπτικογραφημένο και ηχογραφημένο υλικό του διαγωνισμού, εξ’ ου και για κάποιες χρονιές (ιδιαίτερα της δεκαετίας του 1980) έχουμε ελάχιστο ή καθόλου υλικό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον ο πρώτος τόμος του βιβλίου καλύπτει δύο δεκαετίες (1980 και 1990), ενώ οι επόμενοι δύο τόμοι από μία δεκαετία.

Μελετώντας αυτά τα τσιαττιστά μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την κυπριακή κοινωνία της εποχής τους;

Τα τσιαττιστά – όπως και οποιοδήποτε άλλο δημιούργημα το οποίο συνομιλεί άμεσα με την εποχή του – καταγράφουν στοιχεία που σχετίζονται με το τι υπήρχε γύρω τους τη στιγμή της δημιουργίας τους. Αυτό που ξεχωρίζει πρώτα-πρώτα είναι οι διαφορές που υπήρχαν, σε παλαιότερα χρόνια, στο πώς οι ποιητές μιλούσαν Κυπριακά, το πώς διαφορετικοί ποιητές πρόφεραν τις ίδιες λέξεις. Διαφορετικά μιλούσε ένας ποιητής από τα Κοκκινοχώρια, για παράδειγμα, και διαφορετικά μιλούσε ένας ποιητής από την Κερύνεια. Με τον ίδιο τρόπο, ποιητές από διαφορετικές περιοχές τραγουδούσαν διαφορετικά, γιατί και η μουσική τους «γλώσσα» διέφερε. Πέραν αυτού, στα τσιαττιστά βλέπουμε εικόνες που σχετίζονται με το τι είχαν (ή έχουν) μπροστά τους ποιητές διαφορετικών εποχών. Για παράδειγμα, ένας ποιητής που ήταν γεωργός ή βοσκός μπορούσε να χρησιμοποιήσει στα τσιαττιστά του εικόνες από αυτά που είχε γύρω του, από την καθημερινότητά του. Με τον ίδιο τρόπο, οι σημερινοί ποιητές χρησιμοποιούν άλλες εικόνες, από τη δική τους πραγματικότητα. Ακόμα, επειδή τα τσιαττιστά συνομιλούν με μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή – τη στιγμή της δημιουργίας τους – σε αυτά βλέπουμε επίσης αναφορές που σχετίζονται με γεγονότα της εποχής: για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1990 έχουμε αναφορές στον Πόλεμο του Κόλπου ή στους πυραύλους S-300· σε διαφορετικές χρονιές έχουμε αναφορές στις ομάδες που κέρδιζαν το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου κ.λπ.

Ξέρουμε ότι υπήρχαν και υπάρχουν και γυναίκες τσιαττιστίνες, που είναι μάλιστα πολύ καλές. Στην παραδοσιακή κυπριακή κοινωνία, όμως, όπου υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, οι γυναίκες τσιάττιζαν μόνο στο σπίτι – για παράδειγμα σε οικογενειακά τραπέζια – μπροστά από συγγενείς και φίλους.

Συμμετέχουν γυναίκες στους διαγωνισμούς αυτούς;

Στον διαγωνισμό τσιαττιστών του Κατακλυσμού δεν συμμετέχουν γυναίκες – και, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν έχουν συμμετάσχει ποτέ. Αν και δεν υπάρχει κάποια απαγόρευση για τη συμμετοχή γυναικών στον διαγωνισμό, παραδοσιακά (και για λόγους που συζητούνται εκτενώς στον δεύτερο τόμο του βιβλίου) τα τσιαττιστά θεωρούνται ως ένα κατεξοχήν «αντρικό είδος». Ξέρουμε ότι υπήρχαν και υπάρχουν και γυναίκες τσιαττιστίνες, που είναι μάλιστα πολύ καλές. Στην παραδοσιακή κυπριακή κοινωνία, όμως, όπου υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, οι γυναίκες τσιάττιζαν μόνο στο σπίτι – για παράδειγμα σε οικογενειακά τραπέζια – μπροστά από συγγενείς και φίλους. Και εκεί, όμως, όπου οι γυναίκες μπορούσαν να τσιαττίσουν δημόσια (για παράδειγμα σε γιορτές τοπικού χαρακτήρα), και πάλι δεν γινόταν τσιάττισμα μεταξύ γυναίκας και άντρα, αλλά μόνο μεταξύ γυναικών. Το τσιάττισμα, όπως είπαμε και πιο πριν, εμπεριέχει το στοιχείο του ανταγωνισμού και οι προσβολές είναι εγγενείς στο είδος. Ένας από τους λόγους, λοιπόν, που δίνεται από ποιητές και ποιήτριες για το γιατί δεν τσιαττίζουν άντρες και γυναίκες μαζί είναι επειδή δεν θεωρείται πρέπον για έναν άντρα να προσβάλλει μια γυναίκα δημόσια.

Υπάρχει νέα γενιά «τσιαττιστάδων; Συνεχίζει η παράδοση αυτή παραμένοντας όμως  αυθεντική;

Αν και για πολλά χρόνια δεν υπήρχαν νέες συμμετοχές στον διαγωνισμό τσιαττιστών του Κατακλυσμού, την τελευταία δεκαετία βλέπουμε να τσιαττίζουν πολλοί νεαροί ποιητές. Ενδεικτικά, στον τρίτο τόμο του βιβλίου, που καταγράφει τη δεκαετία 2010–19, έχουμε σημειώσει την παρουσία 13 νέων ποιητών μεταξύ των ηλικιών 17 και 37 χρόνων. Η παράδοση, λοιπόν, συνεχίζει, αλλά φυσικά μεταλλάσσεται, όπως οτιδήποτε άλλο που είναι ζωντανό. Δεν θα ήταν ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι οι νεαροί ποιητές θα τσιαττίζουν σήμερα για τα ίδια θέματα που τσιάττιζαν οι ποιητές πριν από σαράντα ή πενήντα χρόνια, γιατί πολύ απλά η ζωή τους δεν είναι η ίδια, αλλά ούτε και τα ερεθίσματα που έχουν γύρω τους και τους εμπνέουν. Οι τσιαττιστές του προηγούμενου αιώνα τσιάττιζαν για τη δική τους πραγματικότητα. Το ίδιο κάνουν και οι τσιαττιστές του σήμερα.