Η γενική τάση του Τούρκου Προέδρου είναι να πολιτεύεται με βασικό στόχο την «παντοτινή επικράτηση»

 

Συνέντευξη στη Μαρία Φράγκου

Στο φόβο του λαού του, πως όλα όσα επιτεύχθηκαν μπορεί να αμφισβητηθούν, επενδύει ο Ταγίπ Ερντογάν ενόψει των επικείμενων αυτοδιοικητικών εκλογών. Την ίδια ώρα, επισύρει τον κίνδυνο της «άγνωστης αλλαγής» που ενδεχομένως θα επικρατήσει αν το κόμμα του χάσει τις εκλογές, τις οποίες έχει μετατρέψει περίπου ως στοίχημα για τη διατήρηση της εξουσίας. Για όλα αυτά, τη σημασία και τον αντίκτυπό τους εντός κι εκτός Τουρκίας, συνομιλούμε με τον δρα Τουρκικών Σπουδών, Νίκο Μούδουρο.

 

  • Ο ίδιος ο Ερντογάν έχει μετατρέψει τις εκλογές συνειδητά σε ένα είδος πρόκλησης και σημείου καμπής για τη διατήρηση της εξουσίας του
  • Το HDP κατάφερε «δια της απουσίας του» από τις δυτικές περιοχές να καταγράψει μια ισχυρή «πολιτική παρουσία» διαμόρφωσης νέων συγκλίσεων για τα δεδομένα της Τουρκίας

******

Γιατί οι δημοτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου θεωρούνται «πρόκληση» για τον Ερντογάν και το κόμμα του;

Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δημοτικών εκλογών της 31ης Μαρτίου είναι και το ότι ο ίδιος ο Ερντογάν τις έχει μετατρέψει συνειδητά σε ένα είδος πρόκλησης και σημείου καμπής για τη διατήρηση της εξουσίας του. Από την προώθηση του συγκεκριμένου ιδεολογικού άξονα προκύπτουν ουσιαστικά δύο αλληλένδετες πτυχές που μπορούν ίσως να μας βοηθήσουν σε μια πληρέστερη κατανόηση των λόγων που οι δημοτικές εκλογές σήμερα παρουσιάζονται να έχουν τέτοια κρίσιμη σημασία για το μπλοκ εξουσίας.

Η πρώτη πτυχή είναι η γενική τάση του Ερντογάν να πολιτεύεται με βασικό στόχο την «παντοτινή επικράτηση». Στις ιδεολογικές παραδόσεις του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, η εκλογική διαδικασία είναι η αποθέωση της κοινωνικής νομιμοποίησης. Η εκλογική πλειοψηφία είναι ολοκληρωτικά ταυτισμένη με τη δημοκρατία. Τίποτε πέραν και εκτός κάλπης δεν μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατικά νομιμοποιημένο. Η ίδια η κάλπη και το νικηφόρο αποτέλεσμα θεωρούνται ως οι βασικότεροι πυλώνες της αναπαραγωγής της εξουσίας. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που το ΑΚΡ από ένα σημείο και μετά λειτουργεί περισσότερο ως ένας τεράστιος εκλογικός μηχανισμός και μηχανισμός κινητοποίησης για την επιβεβαίωση της εξουσίας και της επιρροής του ηγέτη του.

Η δεύτερη πτυχή σχετίζεται με την οικονομική αποσταθεροποίηση στην οποία εισήλθε η χώρα κυρίως μετά το καλοκαίρι του 2018. Σήμερα η οικονομία της Τουρκίας χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού (περίπου 30% στα φαγώσιμα), τα οποία σε συνδυασμό με την υποτίμηση της αξίας της τουρκικής λίρας και τα επίσης υψηλά ποσοστά ανεργίας έχουν πλήξει καθοριστικά το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων και των μεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας. Αυτά τα μέρη της κοινωνίας αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα της εκλογικής βάσης του κυβερνώντος κόμματος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Ερντογάν κατανοεί πλήρως την απόσταση που χωρίζει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο προώθησε την υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος από τη σημερινή κατάσταση. Η βασική κατεύθυνση του προγράμματος για την έγκριση του προεδρικού συστήματος οικοδομήθηκε στη θέση ότι η θεσμική και πολιτική σταθερότητα θα οδηγούσε σύντομα στην οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη.

Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε…

Αντίθετα, εξαιτίας της οικονομικής αποσταθεροποίησης καταγράφηκαν φυγόκεντρες δυναμικές που αποδυνάμωσαν έστω και σχετικά την επιρροή του ΑΚΡ. Έτσι η έντονη υπογράμμιση της αντίληψης ότι η κάλπη της 31ης Μαρτίου δεν θα κρίνει μόνο την Τοπική Αυτοδιοίκηση αλλά τους γενικότερους προσανατολισμούς της εξουσίας στην Τουρκία, αποτελεί ενεργοποίηση «αμυντικών αντανακλαστικών». Μέσα από αυτό το είδος της πόλωσης ο Ερντογάν απευθύνεται με ένα απλό μήνυμα στην εκλογική βάση των δύο κομμάτων: Η παρούσα εξουσία πρέπει να επιβιώσει, να διατηρηθεί, αφού ο «κίνδυνος» ανατροπής ισορροπιών θα γεννήσει τις προοπτικές επικράτησης μιας «άγνωστης αλλαγής». Το μήνυμά του απευθύνεται στα «αρνητικά ένστικτα» και υπενθυμίζει ότι όλες οι προηγούμενες οικονομικές και πολιτιστικές κατακτήσεις του συντηρητικού κομματιού της κοινωνίας που επιτεύχθηκαν με τη διεύρυνση της εξουσίας του Ερντογάν θα τεθούν ξανά υπό αμφισβήτηση.

Είναι και για την αντιπολίτευση το διακύβευμα των εκλογών ανάλογο με αυτό του κυβερνώντος κόμματος;

Ο βασικός στόχος της αντιπολίτευσης είναι η αποδυνάμωση του κυβερνητικού συνασπισμού. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης θεωρούν ότι η απώλεια μητροπολιτικών δήμων από το ΑΚΡ και το ΜΗΡ -με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα- θα οδηγήσει σε βαθύτερες πολιτικές ανακατατάξεις και ανατροπές. Παρόλο που κάτι τέτοιο δεν είναι απίθανο σενάριο, εντούτοις το μέλλον της εξουσίας Ερντογάν δεν θα καθοριστεί μόνο από το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών. Η πορεία της οικονομίας και η αντοχή της Συμμαχίας του Λαού είναι επίσης βασικοί πυλώνες της βιωσιμότητας της εξουσίας Ερντογάν τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει αναφορά στην τακτική του κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP). Το κόμμα αποφάσισε ότι θα διεκδικήσει με κομματικές υποψηφιότητες του δήμους των νοτιοανατολικών – κουρδικών περιοχών, στους οποίους έχει διοριστεί κρατικός επίτροπος από την κυβέρνηση, ενώ σε ό,τι αφορά άλλες μεγάλες πόλεις των δυτικών περιοχών θα υποστηριχθεί υποψηφιότητα της αντιπολίτευσης και κυρίως του CHP. Αυτή η τακτική έχει μετατρέψει τους ψηφοφόρους του HDP σε «στρατηγική πηγή» ευρύτερων συνεργασιών. Το κόμμα κατάφερε «δια της απουσίας του» από τις δυτικές περιοχές να καταγράψει μια ισχυρή «πολιτική παρουσία» διαμόρφωσης νέων συγκλίσεων για τα δεδομένα της Τουρκίας.

Η συνεργασία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με τους εθνικιστές του Μπαχτσελί πιστεύετε πως θα ενισχυθεί σε αυτές τις εκλογές; Ποιον εξυπηρετεί περισσότερο αυτή η συνεργασία;

Το αποτέλεσμα των εκλογών θα κρίνει ως ένα βαθμό και το μέλλον αυτής της συνεργασίας. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Συμμαχία του Λαού, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν μοιάζει με άλλες πιο συγκυριακές συνεργασίες του Ερντογάν. Η συνεργασία με το ΜΗΡ φαίνεται να μετατρέπεται σε μια βάση κατοχύρωσης των βασικών ιδεολογικών χαρακτηριστικών του τουρκικού κράτους για τα επόμενα χρόνια. Στον πολιτικό πυρήνα της συνεργασίας είναι η εδραίωση του προεδρικού συστήματος. Υπό αυτή την έννοια μια πιθανή επιδίωξη περαιτέρω ενίσχυσης της συνεργασίας των δύο κομμάτων ίσως να έχει και το χαρακτήρα μιας βαθύτερης ανακατάταξης των κομματικών ισορροπιών στο νέο προεδρικό σύστημα με την ίδρυση νέων και την εξαφάνιση παλαιότερων κομμάτων. Στο ιδεολογικό υπόβαθρο της Συμμαχίας του Λαού περιλαμβάνεται ο καθορισμός μιας νέας «τουρκο-ισλαμικής» ταυτότητας με πιο ξεκάθαρους γεωπολιτικούς προσανατολισμούς, όπως είναι η αναζήτηση αυτονομίας στην εξωτερική πολιτική και αύξηση της περιφερειακής επιρροής της Τουρκίας.

Οι σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον και οι σχέσεις Άγκυρας – Βρυξελλών βρίσκονται στο πιο χαμηλό, το χαμηλότερο ίσως, σημείο που βρέθηκαν ποτέ. Ποιος θα κάνει, αν θα κάνει, το βήμα για ομαλοποίηση της κατάστασης;

Λόγω του ότι η σημερινή κατάσταση στις σχέσεις Τουρκίας – Δύσης δεν θεωρείται «βιώσιμη» με βάση παλαιότερα κριτήρια, κάποιος θα μπορούσε να υπολογίσει ότι βήματα ομαλοποίησης θα γίνουν από όλες τις πλευρές. Όμως στο σημείο αυτό προκύπτουν κάποιες ποιοτικές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν. Η σημερινή εξουσία στην Τουρκία δείχνει να αντιλαμβάνεται πλήρως το βάθος της μετακίνησης ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο. Φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι η Δύση και πιο συγκεκριμένα οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια έπαψαν να αποτελούν τον «μοναδικό και αδιαμφισβήτητο» ηγεμονικό πόλο στις διεθνείς σχέσεις. Στη βάση αυτής της προοπτικής η Άγκυρα επιθυμεί σαφώς να βελτιώσει τις σχέσεις της με ΗΠΑ και Ε.Ε., χωρίς όμως να είναι έτοιμη να αποδεχτεί οπισθοχώρηση από βασικές πτυχές της διεκδικούμενης αυτονόμησης της στην περιοχή. Γι’ αυτό την ίδια στιγμή επιδιώκει να αφήνει ανοιχτά τα κανάλια διαλόγου τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με τη Ρωσία. Ένας αστάθμητος παράγοντας που προκύπτει σε αυτό το σημείο είναι η μελλοντική σχέση της Τουρκίας με το ΔΝΤ. Μέχρι στιγμής πάντως ο Ερντογάν επιμένει ότι παρά τα διάφορα οικονομικά προβλήματα, η Άγκυρα δεν θα προχωρήσει σε νέα συμφωνία με το ΔΝΤ.

Όλα όσα περιγράψατε πιο πάνω, πόσο επηρεάζουν την τ/κ κοινότητα; Και πόσο ακόμα πιο εξαρτημένο καθίσταται το ψευδοκράτος από την Τουρκία;

Σε ένα πλαίσιο αναπαραγωγής της διχοτόμησης καθίσταται πραγματικά δύσκολο να εντοπιστούν κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά πεδία που σήμερα παραμένουν «εκτός ενσωμάτωσης». Ιδιαίτερα η περίοδος μετά τα δημοψηφίσματα του 2004 στιγματίζεται από την ολοκληρωτική ανατροπή στον τρόπο που διαχειρίζεται η Άγκυρα την οικονομία των κατεχομένων. Χαρακτηρίζεται επίσης από τη δραστική αλλαγή στη δραστηριότητα πολιτικών φορέων, όπως είναι για παράδειγμα η «νέα» και αναβαθμισμένη λειτουργία της τουρκικής πρεσβείας καθώς και πολλών ισλαμικών οργανώσεων, μέχρι πρόσφατα άγνωστων προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι αλλαγές που προέκυψαν στο δομικό επίπεδο της σχέσης Τουρκίας – κατεχομένων τα τελευταία χρόνια παραπέμπουν σε ανατροπές που φτάνουν μέχρι και στον πυρήνα της καθημερινής ζωής της κοινότητας. Οι δομικές αλλαγές έχουν πολλαπλασιάσει και εντείνει την αποκοπή των Τουρκοκυπρίων από όλες τις παραγωγικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα η κοινότητα να βιώνει μια συνεχή πολιτική κρίση και κατάρρευση.

Από την άλλη, υπάρχει και «αντίσταση» από Τ/κ στον ολοένα και αυξανόμενο έλεγχο της Άγκυρας…

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι προαναφερθείσες αλλαγές δεν έχουν συνέπειες μόνο προς μια κατεύθυνση. Αντίθετα έχουν απελευθερώσει διαφορετικές δυναμικές. Η «επιθετική μορφή» ενσωμάτωσης στρατηγικών τομέων της οικονομίας στην Τουρκία, αλλά και η προσπάθεια επιβολής του θρησκευτικού συντηρητισμού σε μια κατ’ εξοχήν κοσμική κοινότητα όπως η τουρκοκυπριακή, γέννησαν νέες ιδεολογικές αντιδράσεις ενάντια στην Άγκυρα. Μια σημαντική διαφορά με το πρόσφατο παρελθόν είναι ότι οι αντιδράσεις αυτές ξεπερνούν το τουρκοκυπριακό πολιτικό σύστημα, δεν εκφράζονται μέσα από τις επίσημες θέσεις κομμάτων. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα οι αντιδράσεις αυτές ξεπερνούν τα «παραδοσιακά» πλαίσια της τουρκοκυπριακής Αριστεράς και επεκτείνονται σε ευρύτερα ιδεολογικά ρεύματα. Η αντιπολίτευση ενάντια στην Άγκυρα αναπαράγεται σε άλλες μορφές κοινωνικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Όμως η αδυναμία σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν είναι ότι στη σημερινή συγκυρία αυτές οι αντιδράσεις δεν μπορούν να εκφραστούν σε ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό πρόγραμμα.