• Το Κυπριακό μπορεί να μην επηρεάζεται άμεσα από τις ανακατατάξεις σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει τις έμμεσες επιρροές

Συνέντευξη στη Μαρία Φράγκου

• Κάποτε διαμέσου της διπλωματίας, κάποτε μέσα από την ενεργοποίηση σκληρής ισχύος, η Τουρκία επιλέγει να προωθηθεί ως ένας παράγοντας που θα έχει άμεσο ρόλο στις εξελίξεις

Στη λεκάνη της Μεσογείου, για άλλη μια φορά, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Στη Συρία δοκιμάζεται η ισχύς των συνήθων πρωταγωνιστών, ενώ οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταβάλλονται και νέοι δημιουργούνται. Για όλα αυτά, τη σημασία τους στην ευρύτερη περιοχή αλλά και στην Κύπρο, μιλά στην «Κυριακάτικη Χαραυγή» ο λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κύπρου, Νίκος Μούδουρος.

 

Ποια η σημασία των εξελίξεων στην περιοχή μας για την ίδια τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο; Και ποια η σημασία τους για την Κύπρο;

Οι σημερινές εξελίξεις στην περιοχή μας, είτε αφορούν στους ανταγωνισμούς για την ενέργεια είτε στην εμφάνιση των νέων δεδομένων στην Μέση Ανατολή με επίκεντρο την Συρία, αποτελούν προϊόν μιας μακροχρόνιας διαδικασίας μετακίνησης των ισορροπιών ισχύος. Οι σημερινές εξελίξεις, αλλά και οι πρωταγωνιστές που φαίνεται να επηρεάζουν και να τις καθορίζουν, είναι αποτελέσματα της σταδιακής μετάβασης σε μια «πολυ-πολική» διεθνή τάξη πραγμάτων. Στα πρώτα χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετική Ένωσης είναι γεγονός ότι σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, και ιδιαίτερα στη Δύση, επικράτησε η αντίληψη περί του «τέλους της Ιστορίας» και της οριστικής νίκης του φιλελευθερισμού ως πλαισίου διακυβέρνησης και οικονομικής ανάπτυξης. Στο επίκεντρο του «τέλους της Ιστορίας» βρέθηκε κυρίως το μοντέλο των ΗΠΑ. Σήμερα η πραγματικότητα «αναποδογυρίζει» και αμφισβητεί τις προβλέψεις των αρχών του 21ου αιώνα. Η «επιστροφή» της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, ο ρόλος του Ιράν, η εντατικοποίηση των λεγόμενων εμπορικών πολέμων μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας, είναι ενδείξεις του «αργού θανάτου» του παλιού και της «μη γέννησης» του νέου. Ωστόσο, η χρήση της έννοιας του νέου δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε μηχανικά συμπεράσματα περί της αναπόδραστης επικράτησης μιας θετικότερης κατάστασης. Η νοτιοανατολική Μεσόγειος αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα της ενίσχυσης των ανταγωνισμών και της δυσκολίας της υπερδύναμης να διοχετεύσει την ηγεμονία της.

 

Με αποτέλεσμα νέες συμμαχίες;

Μπροστά τις νέες δυνάμεις που εμφανίζονται οι ΗΠΑ εξαναγκάζονται σε αναδιαμόρφωση των συμμαχιών τους. Παρόλο που διατηρούν τα χαρακτηριστικά του ισχυρότερου κράτους, εντούτοις οι ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες δεν μπορούν να επιβάλουν χωρίς όρους και προϋποθέσεις τους σχεδιασμούς τους. Σε συγκεκριμένες συγκυρίες αδυνατούν να εξάγουν την ηγεμονία τους. Η Κύπρος λοιπόν δεν μπορεί παρά να επηρεάζεται από τη συγκεκριμένη μετακίνηση ισχύος. Στον ένα ή στον άλλο βαθμό η αναδιαμόρφωση της περιφερειακής κατάστασης αλλάζει και τη σύνθεση των δρώντων που επηρεάζουν την εξέλιξη του κυπριακού προβλήματος. Με λίγα λόγια το κυπριακό πρόβλημα μπορεί να μην επηρεάζεται άμεσα από τις ανακατατάξεις σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει τις έμμεσες επιρροές. Για παράδειγμα, σήμερα ο ρόλος της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πολύ διαφορετικός σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Το ίδιο ισχύει και το ρόλο του Ισραήλ. Το ίδιο ισχύει και για το ρόλο της Ρωσίας ή και των ΗΠΑ. Συνεπώς, διαφορετικές θα είναι και οι επιρροές που ασκούνται σε μια ανοιχτό πρόβλημα όπως το Κυπριακό.

 

Τι συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν για το Κυπριακό από τις εξελίξεις στη Συρία και τη συμπεριφορά της Τουρκίας;

Εξαιτίας της πυκνότητας των γεγονότων και της ταχύτητας των εξελίξεων αυτή τη στιγμή ίσως είναι αδύνατον να γίνουν άμεσες συνδέσεις για τις πιθανές επιπτώσεις των εξελίξεων στη Συρία επί του Κυπριακού. Ωστόσο είναι εφικτό να εξαχθούν ευρύτερα συμπεράσματα για τις προσπάθειες της Τουρκίας και τα νέα στοιχεία που επικρατούν στις αντιλήψεις της για την περιοχή. Στη βάση των συμπερασμάτων πρέπει να τεθεί σε προτεραιότητα ο στόχος της Άγκυρας για σχετική αυτονόμηση. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην περιοχή μας, η Τουρκία υλοποιεί μέσα από πολλές δυσκολίες έναν συγκεκριμένο άξονα περιφερειακής ενίσχυσης. Διεκδικεί να κερδίσει θέση ως ένα από τα κράτη που θα καθορίσουν άμεσα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του «νέου» που δημιουργείται στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Κάποτε διαμέσου της διπλωματίας, κάποτε μέσα από την ενεργοποίηση σκληρής ισχύος, η Τουρκία επιλέγει να προωθηθεί ως ένας παράγοντας που θα έχει άμεσο ρόλο στις εξελίξεις.

 

Ως εκ τούτου, τι να περιμένουμε;

H σταθερότητα με την οποία η Άγκυρα διεκδικεί την παρουσία της στις εξελίξεις γύρω από το φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Οι συνεργασίες της Κυπριακής Δημοκρατίας με κράτη όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος και οι πρωτοβουλίες που επικεντρώνονται στο φυσικό αέριο χωρίς την παράλληλη ύπαρξη ουσιαστικού διαλόγου στο Κυπριακό είναι εξελίξεις που ενεργοποιούν τα αρνητικά αντανακλαστικά του τουρκικού κράτους. Η Άγκυρα κατασκευάζει το εξής σενάριο: Η Κυπριακή Δημοκρατία μετατρέπεται σε μια δομή που με τις συνεργασίες της συμβάλλει στην «εχθρική περικύκλωση» και τον αποκλεισμό της Τουρκίας. Ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης ιδεολογικής κατασκευής, η εξαγωγή της ναυτικής ισχύος στη θάλασσα γίνεται με στόχο να ακυρωθούν «απειλητικά τετελεσμένα» πριν φτάσουν σε επίπεδο ολοκλήρωσης. Υπό αυτή την έννοια και εφόσον παραμένει άλυτο το Κυπριακό, η παρουσία της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο με τον τρόπο που αναπτύσσεται δεν αποτελεί επικοινωνιακό τέχνασμα, αλλά μια προϋπολογισμένη επιλογή. Ανεξαρτήτως του βαθμού επιτυχίας της, στο παρόν στάδιο η Τουρκία δεν φαίνεται να εγκαταλείπει το σχεδιασμό για έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο ζήτημα της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

 

Πού μπορεί να οδηγήσει η, κατά τεκμήριο, θαρραλέα στάση του Τ/κ ηγέτη έναντι της Άγκυρας;

Αυτή τη στιγμή οι δημόσιες παρεμβάσεις του Μουσταφά, συνειδητά ή ασυνείδητα, έχουν ήδη σχηματίσει τις αρχικές γραμμές αντιπαράθεσης της επικείμενης ψηφοφορίας για την εκλογή του νέου Τ/κ ηγέτη. Ο Ακιντζί κατάφερε να θέσει στο δημόσιο διάλογο το ερώτημα για το ποια θα πρέπει να είναι η παρούσα και η μελλοντική σχέση της τ/κ κοινότητας με την Τουρκία. Μάλιστα έφερε στο προσκήνιο αυτή την πτυχή μέσα από μια κριτική προσέγγιση του πρόσφατου παρελθόντος και της ιστορίας. Από τη μια κατάφερε να δημιουργήσει ρήγματα στην κυρίαρχή αντίληψη για την εισβολή που την παρουσίαζε ως μια «ειρηνική επιχείρηση». Από την άλλη, κατάφερε να προωθήσει το ζήτημα του μελλοντικού ρόλου της Τουρκίας σε σχέση με τους Τ/κ. Οι συνεχείς αναφορές στη διαφορετικότητα της πολιτικής κουλτούρας των Τ/κ, της διαφορετικής αντιμετώπισης της θρησκείας, της υπογράμμισης της κοσμικότητας, αποτέλεσαν και μια πολιτική υπενθύμιση της ανάγκης για ιδεολογική αποκοπή των Τ/κ από το «ευρύτερο τουρκικό έθνος», στο οποίο επιδίωξε για δεκαετίες να τους εγκλωβίσει ο τουρκικός εθνικισμός. Όμως εξαιτίας της χρονικής απόστασης από τις εκλογές του ερχόμενου Απριλίου, οι πραγματικές επιπτώσεις των δημόσιων παρεμβάσεων Ακιντζί θα αναδιαμορφωθούν αναλόγως και των θέσεων που θα βρεθούν στην αντίπερα όχθη εντός της προεκλογικής εκστρατείας. Πάντως πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι όποιο και να είναι το τελικό αποτέλεσμα, η τ/κ κοινότητα βιώνει ένα μεταβατικό στάδιο στις σχέσεις της με την Τουρκία. Το πλαίσιο χαρακτηρίζεται τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες περισσότερο από την κριτική προσέγγιση για την παρουσία της Τουρκίας.

 

Και γιατί ολοένα και συχνότερα αμφισβητείται η «Επιχείρηση Ειρήνης και Ευτυχίας»;

Ο βασικότερος λόγος είναι τα ίδια τα βιώματα και οι εμπειρίες της τ/κ κοινότητας. Η 20ή Ιουλίου του 1974 ήταν μια μορφή «ανακούφισης» για ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας, εξαιτίας της προηγούμενης εμπειρίας του εγκωβισμού στους θύλακες. Όμως η εμπειρία -σχηματικά από την 21η Ιουλίου και μετά- είχε αντιφατικά αποτελέσματα. Γιατί στο επίκεντρό της τέθηκαν οι διαφορετικές μορφές αποξένωσης των Τ/κ από την ιδιαίτερή τους πατρίδα. Ο πολιτικός, οικονομικός και πολιτισμικός εκτουρκισμός του χώρου που επιδιώχθηκε από την Άγκυρα απείλησε την κυπριακή ταυτότητα της κοινότητας. Αυτή η βιωματική πολιτική θέση των δυνάμεων εκείνων που αντιπολιτεύονται τη διχοτόμηση μέχρι σήμερα εκφράζεται με διαφορετικές θέσεις και σε διαφορετικές συγκυρίες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας που εμφανίστηκαν στην τ/κ κοινότητα ιδιαίτερα μετά το 1974 έχουν στο επίκεντρό τους συνθήματα και πολιτικές διεκδικήσεις αναφοράς στην ανάγκη «επιστροφής στην πατρίδα», στην ανάγκη «προστασίας της κοινοτικής ύπαρξης», αλλά και στη διεκδίκηση αυτοδιοίκησης της κοινότητας.

 

Ανάδειξη Τ/κ ηγέτη

Πώς διαμορφώνεται το σκηνικό στην άλλη πλευρά του νησιού μας, δεδομένου του γεγονότος ότι σε μερικούς μήνες οι Τ/κ συμπατριώτες μας θα επιλέξουν τον ηγέτη τους;

Εξαιτίας των συνεχόμενων αποτυχιών ομοσπονδιακής λύσης στο Κυπριακό, είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια καταγράφεται διαφοροποίηση πολιτικών θέσεων ακόμα και στις εκλογές για τον Τ/κ ηγέτη. Σήμερα πολλά στρώματα στην τ/κ κοινότητα εκφράζονται με απαισιοδοξία σε σχέση με τις προοπτικές περιεκτικής επίλυσης, ωστόσο η ιδέα της κυπριακής ομοσπονδίας διατηρεί ένα πλειοψηφικό ρεύμα. Στο σημείο αυτό προκύπτει μια ακόμα σοβαρή αντίφαση. Ενώ στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς η ομοσπονδία συνεχίζει να αποτελεί κεντρική πολιτική θέση, εντούτοις η μείωση της αισιοδοξίας και των προοπτικών οδηγεί σε διαφορετικές αναζητήσεις. Για παράδειγμα, εάν τις προηγούμενες δεκαετίες η μη επίλυση του Κυπριακού καταγραφόταν ως η «μήτρα όλων των κακών» της κοινότητας, σήμερα καταγράφεται πιο έντονα η αντίληψη ότι μέχρι την επίλυση του Κυπριακού μπορούν να αναπτυχθούν πολιτικά προγράμματα βελτίωσης της καθημερινότητας των Τ/κ. Η αντίφαση προκύπτει εξαιτίας του καθεστώτος εξαίρεσης. Η αναζήτηση της βελτίωσης της καθημερινότητας των Τ/κ χωρίς την προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού προσκρούει «νομοτελειακά» στις μορφές οικονομικής και πολιτικής ενσωμάτωσης των κατεχομένων στην Τουρκία. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο που ανατροφοδοτεί τα αδιέξοδα και που εξαναγκάζει τελικά κάποιες δυνάμεις των Τ/κ να τοποθετηθούν επί της ουσίας. Έτσι δεν θα αποτελέσει έκπληξη στην επικείμενη προεκλογική εκστρατεία εάν το Κυπριακό παρουσιαστεί υποβαθμισμένο στη δημόσια αντιπαράθεση. Όμως το ίδιο ισχύει και για το δεδομένο ότι ανεξαρτήτως της «δημόσιας θέσης» του Κυπριακού, η βασική αντιπαράθεση θα διεξαχθεί ανάμεσα στις δυνάμεις εκείνες που διεκδικούν την ενσωμάτωση των Τ/κ στο νόμιμο διεθνές περιβάλλον μέσα από μια ομοσπονδιακή συνεργασία με τους Ε/κ και εκείνων των δυνάμεων που προτιμούν τη συνέχιση μιας ανταγωνιστικής σχέσης με την ε/κ κοινότητα.