Από τις 15 μέχρι τις 22 Ιανουαρίου 1950 πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο η συλλογή υπογραφών υπέρ τη Ένωσης με την Ελλάδα.

Αυτή η συλλογή έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «δημοψήφισμα» και είχε ως αποτέλεσμα το 97% όσων Ελληνοκύπριων είχαν δικαίωμα, να ψηφίσουν υπέρ της Ένωσης.

Παρά την αντιπαράθεση που υπήρχε την εποχή εκείνη μεταξύ Δεξιάς κι Αριστεράς, κυρίως ως συνέπεια του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, η Αριστερά παραμέρισε τις διαφορές και συνεργάστηκε με την Εθναρχία και τη Δεξιά στην πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος και στην πλήρη επιτυχία του.

Όμως η Δεξιά δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση την επικράτηση της ενότητας.

Πρόσκληση από τον ΕΑΣ για συνεργασία

Ενόψει της σύγκλισης της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ που θα συγκαλείτο στο Λέικ Σαξές των ΗΠΑ ο ΕΑΣ[1] με επιστολή του προς την Εθναρχία ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1949 ζητούσε την υποβολή κοινού υπομνήματος από τη Δεξιά και την Αριστερά προς τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και την αποστολή κοινής αντιπροσωπείας (Πρεσβείας) στη Γενική Συνέλευση του Διεθνούς Οργανισμού για υποστήριξη του αιτήματος της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Παράλληλα ο ΕΑΣ εισηγείτο και την πραγματοποίηση κοινού Παγκύπριου Συλλαλητηρίου στη Λευκωσία για υποστήριξη του κοινού υπομνήματος αλλά και της Κυπριακής Αποστολής.

Σε αυτή την επιστολή ο ΕΑΣ προσπάθησε να θέσει τέρμα στη διαμάχη με την Δεξιά και την κύρια έκφρασή της την Εθναρχία και ενδεικτικό τούτου είναι ότι στην ανακοίνωση η λέξη «Εθναρχία» δεν μπήκε εντός εισαγωγικών όπως συνέβαινε το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Μόνο ζημιά προκαλεί ο διχασμός

Στην επιστολή γινόταν η επισήμανση ότι «ο ξένος κυρίαρχος ουδόλως σκέπτεται να παραχωρήση εις την Κύπρον το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως και να αφήση αυτήν ελευθέραν να αποκατασταθή εθνικώς και να ενωθή μετά της μητρός Πατρίδος Ελλάδος, η πολιτική της διαιρέσεως των λαϊκών δυνάμεων αποβαίνει προς εξυπηρέτησιν των σχεδίων του νέου κυριάρχου. Συνεπώς δέον όλοι να αντιληφθώμεν ότι ο εν Κύπρω διχασμός μόνον εις βάρος του λαού και της υποθέσεως μας αποβαίνει, και όσοι επιμένουν εις την καλλιέργειαν του διχασμού τούτου φέρουν σοβαράν την ευθύνην έναντι του τόπου. Ημείς διά μίαν εισέτι φοράν επαναλαμβάνομεν ότι είμεθα έτοιμοι να χωρήσωμεν εις συνεργασίαν προς προώθησιν της τόσον δικαίας υποθέσεως μας.»[2]

Το δεύτερο σημείο που έθιγε η επιστολή αφορούσε την επικέντρωση της προσοχής των Κυπρίων για τα μέτρα που λαμβάνουν οι Βρετανοί όσον αφορά την διεθνή ενημέρωση και ειδικότερα την ενημέρωση της αρμόδιας επιτροπής του ΟΗΕ. Μια ενημέρωση, όπως επισημαίνεται η οποία δεν ήταν σωστή και η οποία στόχευε να δικαιολογήσει την αποικιακή διακυβέρνηση.

Γι’ αυτό και ο ΕΑΣ καλούσε σε συνένωση δυνάμεων για να γίνουν «εντεύθεν σοβαρά διαβήματα και να καταβληθούν συστηματικαί και ενιαίαι προσπάθειαι διά την ανακίνησιν ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης του εθνικού μας ζητήματος. Υποβάλλομεν ότι η Γενική Συνέλευσις του ΟΗΕ, ήτις ήρχισεν ήδη τας εργασίας της αποτελεί την καλυτέραν ευκαιρίαν διά την ανακίνησιν της υποθέσεως μας».[3]

Στη βάση αυτών ο ΕΑΣ εισηγείτο:

Α) Την υποβολή κοινού υπομνήματος προς την Γενική Συνέλευση και αντιγράφου προς όλες τις αντιπροσωπείες οι οποίες θα λαμβάνουν μέρος σε αυτήν.

Β) Την μετάβαση στις ΗΠΑ κοινής εθνικής αποστολής για την εξεύρεση υποστηρικτών του ζητήματος και ανακίνηση της υπόθεσης της Κύπρου.

Γ) Την συγκρότηση κοινού παγκύπριου εθνικού συλλαλητηρίου στη Λευκωσία για υποστήριξη του κοινού υπομνήματος και των διαβημάτων της Αποστολής.

Η άρνηση της Εθναρχίας

Η Εθναρχία απάντησε αρνητικά με δική της επιστολή ημερομηνίας 1ης Οκτωβρίου 1949 και την οποία υπέγραφε ο Γραμματέας του Εθναρχικού Συμβουλίου Ξενοφών Κουμπαρίδης.

Στην απάντηση τονιζόταν ότι δεν θα γίνει καμία συνεργασία με εκείνους που πρόδωσαν τον ενωτικό αγώνα του ελληνικού κυπριακού λαού.

Η επιστολή απευθυνόταν προς τον «Δήμαρχο Λεμεσού Κ. Παρτασίδη και λοιπούς”.[4]

Η απάντηση της Εθναρχίας ήταν πολύ εχθρική και ο σημερινός μελετητής βλέποντας τις ανακοινώσεις της εποχής αντιλαμβάνεται ποιοι ήταν οι αίτιοι για τη μη ύπαρξη ενότητας και ποιοι διαχώριζαν τον λαό από τότε σε πατριώτες και προδότες. Μια νοοτροπία η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα και η οποία στοίχισε στον τόπο. Και δυστυχώς αυτή η νοοτροπία προάγεται από τους πολιτικούς απογόνους εκείνων των καταστάσεων.

Στην επιστολή της η Εθναρχία ανάμεσα σ’ άλλα σημείωνε ότι απαξιώνει οποιονδήποτε έγγραφο το οποίο προέρχεται από ανθρώπους οι οποίοι «Διά της μέχρι τούδε στάσεως των κατεπρόδωσαν τον υπέρ εθνικής υποστάσεως και αποκαταστάσεως της φυλής ιερόν αγώνα της μητρός Πατρίδος, συνταχθέντα αναφανδόν μετά των εχθρών του Έθνους και εξυβρίζοντα συνεχώς την Ελλάδα, την Α.Μ. τον Βασιλέα ημών, τας εκάστοτε Ελληνικάς Κυβερνήσεις και τα ιερά και τα όσια της φυλής,

  1. Διά της καταφώρου αλληλεγγύης των μετά των εχθρών της Ελληνικής Πατρίδος αντεστρατεύθησαν και αντιστραστεύονται τας εθνικάς διεκδικήσεις και τα καθόλου εθνικά δίκαια, προς όφελος των πολεμίων αυτής.
  2. Διά της εν γένει πολιτείας των έπληξαν και επρόδωσαν τον ενωτικόν αγώνα του Ελληνικού Κυπριακού Λαού, ησέβησαν προς τας θρησκευτικάς και εθνικάς παραδόσεις, υπενόμευσαν την παραδεδεγμένην εθνικήν γραμμήν, εδίδαξαν το μίσος και βαδίζοντας την αυτήν σκολιάν οδόν, προσεπάθησαν και προσπαθούσι να διδάξωσι τας ηθικάς δυνάμεις της δούλης Κύπρου».

Η ΠΕΚ ζητά καταδίκη του κομουνισμού

Λάδι στη φωτιά έριξε και ο τότε Γ.Γ. της ΠΕΚ, πρώην αξιωματικός του ελληνικού στρατού Σωκράτης Λοϊζίδης.

Ο Λοϊζίδης με δική του ανακοίνωση κάλεσε τον ΕΑΣ αντί να απέστελλε υπόμνημα στον ΟΗΕ για το θέμα της Κύπρου, να απέστελλε άλλο υπόμνημα ζητώντας την καταδίκη των ανατολικών χωρών για τη στάση τους απέναντι στην Ελλάδα.

Ο Λοϊζίδης τόνιζε ότι δεν συμφωνούσε με τις εισηγήσεις του ΕΑΣ και πρόσθετε:

«Εάν είχετε και ίχνος καν Ελληνικής συνειδήσεως, το ελάχιστον το οποίον είχετε να πράξετε ήτο να αποκηρύξητε δημοσίως και ειλικρινώς τους εχθρούς της φιλτάτης πατρίδος τον προδοτικόν και εγκληματικόν συμμοριτισμόν παρ’ όλον ότι ούτος έχει ήδη εξοντωθή εντός της Ελλάδος, και τους διοργανωτάς και ενισχυτάς του Σλαύους».

Ζητούσε επίσης «Την παρεμπόδισιν νέας εισβολής των Σλαύων και των οργάνων των συμμοριτών εις τα άγια ελληνικά εδάφη, την επιστροφήν των κρατουμένων υπό των δορυφόρων της Ρωσσίας δύσμοιρων ελληνοπαίδων, και την Ένωσιν της Βορείου Ηπείρου μετά της μητρός Ελλάδος, θα ήτο επί του παρόντος το καλύτερον που έχετε να κάμετε διότι τούτο ακριβώς το θέμα συζητείται σήμερον εις τον Οργανισμόν Ηνωμένων Εθνών και επί τούτου χρειάζεται σήμερον ενίσχυσιν η ηρωϊκή πατρίς μας».

Σημειώνεται ότι ο Σωκράτης ΛοΙζίδης πρωτοστάτησε στα επόμενα χρόνια στην ίδρυση της ΕΟΚΑ. Ήταν στενός συνεργάτης του Γρίβα και διατηρούσαν μεταξύ τους μια λυκοφιλία.

Ο Γρίβας στο Ημερολόγιο και τα Απομνημονεύματα του καταφέρεται συνέχεια εναντίον του Λοϊζίδη και στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του. Ο Γρίβας θεωρούσε ότι ο Σωκράτης μαζί με τον αδελφό του Σάββα Λοϊζίδη, ο οποίος δραστηριοποιείτο πολιτικά στην Ελλάδα, ήταν μπλεγμένοι σε δολοπλοκίες εναντίον του για να του πάρουν την δόξα.

Πέραν τούτων ο Λοϊζίδης συνελήφθη το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου 1955 όταν ανέμενε στην παραλία της Χλώρακας να επιβιβαστεί στο πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος» για να επιστρέψει στην Αθήνα. Το πλοιάριο ανακόπηκε από τους Βρετανούς και συνελήφθηκε το πλήρωμα του επί αυτού, ενώ ο Λοϊζίδης συνελήφθη στην παραλία.

Στη δίκη που ακολούθησε υπήρξαν υπόνοιες ότι ο Λοϊζίδης είχε αποκαλύψει πολλά απ’ όσα γνώριζε αναφορικά με τον αγώνα της ΕΟΚΑ.

Επισημάνσεις

Τόσο από το απαντητικό κείμενο της Εθναρχίας όσο και της ΠΕΚ (Σ. Λοϊζίδη) φαίνεται ξεκάθαρα η εμφυλιοπολεμική αντιμετώπιση των πραγμάτων από πλευράς Δεξιάς, σε αντίθεση με την Αριστερά η οποία επιχειρούσε ανακωχή και συνεργασία για το καλό του τόπου. Κι αυτό παρά τις έντονες αντιπαραθέσεις εκείνης της περιόδους.

Το δεύτερο αξιοσημείωτο είναι ότι για τη Δεξιά και την Εθναρχία εχθροί ήταν η Σοβιετική Ένωση και οι κομουνιστές. Το μίσος και ο φανατισμός φαίνεται να ήταν τόσο μεγάλος που μέσα στις τρεις παραγράφους της επιστολής της Εθναρχίας επαναλαμβάνεται τρεις φορές ή αναφορά σε εχθρούς της Ελλάδας και του έθνους.

Παράλληλα ολόκληρη η ανακοίνωση της ΠΕΚ είναι αφιερωμένη στους εχθρούς της Κύπρου.

Τρίτο και τελευταίο, οι αναφορές της Δεξιάς αφήνουν να αιωρείται μια περίεργη θέση απέναντι στους Βρετανούς. Είναι εκπληκτικό, η πλευρά η οποία σε τέσσερα χρόνια διοργάνωσε ένοπλο αγώνα εναντίον των Βρετανών, να μην τους περιλαμβάνει μέσα στους εχθρούς της.

Αυτό βέβαια έχει δύο εξηγήσεις. Η Δεξιά ήταν η ευνοούμενη της αποικιοκρατίας στην Κύπρο με διορισμούς δημάρχων, βουλευτών και άλλων κρατικών αξιωματούχων, σε αντίθεση με την Αριστερά που ήταν κυνηγημένη.

Ο δεύτερος λόγος είναι προφανώς το ότι ως υποστηρικτής της μοναρχίας στην Ελλάδα και της κατάστασης όπως διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και αργότερα, δεν μπορούσαν να τα βάλουν εκείνη την ώρα και προφανώς δεν θεωρούσαν εχθρούς τους τους Βρετανούς οι οποίοι αποτελούσαν τον ένα πνεύμονα με τον οποίο ανέπνεε η Ελλάδα.

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

  1. Το πρώτο φύλλο υπογραφών του 1950. Πρώτη διακρίνεται η υπογραφή του αρχ. Μακαρίου Γ’.
  2. Ομιλία του Γ.Γ. του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου την περίοδο του 1950.
  3. Πίνακας που απεικονίζει τη θέληση των Ελληνοκυπρίων να ενωθούν με την Ελλάδα.

Μιχάλης Μιχαήλ

 

[1] ΕΑΣ = Εθνικός Απελευθερωτικός Συνασπισμός. Ήταν ο συνασπισμός των δυνάμεων της Αριστεράς με επικεφαλής το ΑΚΕΛ με προοδευτικές δυνάμεις της Δεξιάς κι άλλων παραγόντων.

[2] «Νέος Δημοκράτης» 27 Σεπτεμβρίου 1949.

[3] Βλ. στο ίδιο.

[4] Η αναφορά σε «λοιπούς» καταδεικνύει την περιφρόνηση με την οποία η Εθναρχία και η Δεξιά αντιμετώπιζαν την Αριστερά.