Του Βαγγέλη Γέττου

Πριν από 5 μέρες, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας προειδοποίησε ότι σε περίπτωση κατάχρησης των εξαιρέσεων της απαγόρευσης μετακίνησης, θα διατάξει την πλήρη απαγόρευση χωρίς εξαιρέσεις. Η συγκεκριμένη εξαγγελία μου θύμισε πολύ τον κλασικό κινηματογραφικό διάλογο: «Προειδοποίηση ή απειλή;», «Πάρ’ το όπως θες».

Η δήλωση αυτή αν δεν ήταν επικίνδυνη, θα ήταν σίγουρα κωμικοτραγική. Η κυβέρνηση που μέχρι πρόσφατα συμβουλευόταν ξενοδόχους και άλλα οικονομικά λόμπι για να αποφασίσει πότε θα προστατεύσει τους πολίτες της, τώρα αποφασίζει ότι πρέπει να επιδείξει έναν δασκαλίστικο πατερναλισμό.


Η κυβέρνηση που μιμούμενη τον αποτρόπαιο παράδειγμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έριξε τα ρέστα της στην αποθέωση της «ατομικής ευθύνης» ως απόλυτου κριτηρίου ευόδωσης των όποιων μέτρων, τώρα τραβάει εκ νέου το αυτί των πολιτών που στην συντριπτική τους πλειοψηφία τηρούν ευλαβικά τα μέτρα. Ο κυβέρνηση αντιμετωπίζει τον κυπριακό λαό σαν έναν λόχο που πρέπει να «φάει καμπάνα» επειδή ένας οπλίτης δεν έστρωσε το κρεβάτι του. Ή σαν μια σχολική τάξη δημοτικού η οποία «τρώει» συλλογική τιμωρία επειδή δύο αλάνια στα πίσω θρανία δεν σταματούν να ενοχλούν τον νευρωτικό δάσκαλο.

Είναι καιρός για όλους μας να καταλάβουμε ότι οποιοδήποτε μέτρο είναι άχρηστο αν προκαλέσει μεγαλύτερα τραύματα σε μία ήδη οικονομικά, ψυχικά και κοινωνικά κλονισμένη κοινωνία. Όσο και αν οι ελίτ διατείνονται ότι ο εγκλεισμός λειτουργεί ισότιμα – περίπου σαν τον θάνατο- για όλους τους πολίτες, αυτό επερωτάται. Από τη μία, ίσως επί του παρόντος, ο Πρόεδρος που δεν μπορεί να συναγελαστεί τους υψηλούς προσκεκλημένους να νιώθει την ίδια μοναξιά με μένα που δεν μπορώ να πιω ένα ποτό στην Παλιά Λευκωσία. Αλλά η ανασφάλεια που βιώνει η δική μου γενιά και η δική μου οικονομική και κοινωνική τάξη για την επαύριο -θα έχουμε δουλειά; Θα κλείσει η επιχείρηση; Θα πάρουμε επίδομα ανεργίας;- δεν συγκρίνεται ούτε για αστείο με το προκαθορισμένο και αενάως ανθηρό μέλλον των πλουσίων. Και δυστυχώς, εξ όσων είδα και έψαξα, δεν είδα κάποια σοβαρή αντίδραση από τις επιστημονικές ενώσεις ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, κοινωνικών λειτουργών, ειδικών της εργασίας επ’ αυτής της δήλωσης.

Μία αστεία μειοψηφία που η κυβέρνηση έχει τρόπο να ελέγξει και να της επιβάλλει αποτρεπτικές κυρώσεις δεν μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για μία τέτοια κατρακύλα. Η κυβέρνηση ας εξαπολύσει επιχειρήσεις σε παραλίες όπου αυτοί οι λίγοι, φαιδροί τύποι συνεχίζουν να κάνουν τις σούβλες τους. Στις γνωστές αλυσίδες φούρνων, το Σάββατο το πρωί επικρατούσε το αδιαχώρητο. Από μπροστά περνούσαν περιπολικά χωρίς να σταματούν. Αλλά και πάλι οι ασυνείδητοι είναι ελάχιστοι. Αυτό το αποδεικνύουν οι στατιστικές, όχι οι δικές μου εικασίες.

Και για να θέσω το ερώτημα που υπονοώ εδώ και ώρα με τον πιο απλό και κατανοητό τρόπο: θέλουν αυτοκτονίες; Θέλουν εκτίναξη της κατάθλιψης; Θέλουν ανάπτυξη συλλογικής ψυχοπαθολογίας; Θέλουν καταβύθιση του συλλογικού ηθικού στην πιο στρατιωτικοποιημένη ζώνη της Ευρώπης και σε μια περίοδο που οι τουρκικές προκλήσεις αποτελούν την ημερήσια διάταξη ακόμα και εν μέσω της παγκόσμια κρίσης δημόσιας υγείας; Η ιστορία του κατ’ οίκον εγκλεισμού με ή χωρίς διατάγματα, όπως έγινε κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής των μνημονίων στην Ελλάδα, έχει πολλά να διδάξει, σε όλες και όλους εμάς που δίνουμε τον καθημερινό μας αγώνα για την δημιουργία, την αυτοπραγμάτωση και την αναβάθμιση των συνθηκών διαβίωσής μας. Για όλες και όλους εμάς, που όπως λέει η ελληνική παροιμία, «δεν έχουμε μπάρμπα στην Κορώνη».

Κι επιτέλους, «σκασμός οι ρήτορες, πολύ μιλήσατε». Το βαθύ ελληνοκυπριακό κατεστημένο, σε κάθε κρίσιμη καμπή έχει αποδείξει ότι ως συνομιλητή δεν θέλει λαό αλλά μαθητούδια που υπακούν τρομαγμένα στον πατερναλισμό του. Απαιτεί εμπέδωση της κοινωνικής μωρίας για να διευκολύνει τις οικονομικές ραδιουργίες που απεργάζεται για την επόμενη κιόλας ημέρα. Σε κάθε κρίσιμη στροφή της Ιστορίας, το ελληνοκυπριακό κατεστημένο διασωληνώνεται με τους κατασκευαστές του που κατακρεούργησαν ηθικά την κυπριακή κοινωνία. Συνδέουν την ηχώ της φωνής θλιβερών ταγών όπως ο «πατερούλης» Γρίβας με τους ενισχυτές της συλλογικής συνείδησης. Γιατί τώρα που τα εκατομμύρια από τα χρυσά διαβατήρια και το “I Love Napa’’ μπορεί να κάνουν φτερά, τώρα που η σαθρή βάση της κυπριακής οικονομίας ξεγυμνώνεται και πάλι μέσα σε μια επταετία, είναι η ώρα να φταίξει και πάλι ο συνειδητός και σοβαρός πολίτης. Έτσι, οι εικόνες από την Ισπανία όπου ο κοινωνικός αυτοματισμός έσπρωξε πολίτες να βγαίνουν στα μπαλκόνια τους απ’ όπου φτύνουν και κανιβαλίζουν περαστικούς, δεν θα απέχει πολύ από το να γενικευθεί και στο νησί μας.
Είναι η ώρα να θέσουμε το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων. Είναι η ώρα να απαιτήσουμε από μια κυβέρνηση που λογοδοτεί απέναντι στον λαό και μόνο, σ’ έναν λαό που ακούει τους ειδικούς -όταν δεν βγαίνει σε εξαγνιστική λιτανεία στο Παραλίμνι- να σταματήσει να μας το παίζει υπεύθυνος γονέας όταν έχει αποδείξει ότι συνομιλεί αποκλειστικά και μόνο με αλλότρια συμφέροντα. Γιατί μπορεί η υγεία μας να τελεί υπό αίρεση, αλλά αυτό δεν μπορεί να ισχύει για κανέναν λόγο και με την λογική μας.