Ανοιχτός ορίζοντας/ Ορίζοντας/ Άννοιξη του 1980: με την γιαγιάν σπίτιν μας στα Λατσ̆ιά.

Ο κόσμος τούτος τούντης γης παίρνει π’ αλλού την χάρην[i]

Καταγράφω τες ιστορίες των άλλων, επειδή εν εμπόρεσα ποττέ να καταγράψω την δικήν της. Όταν επέθανεν, ακριβώς πριν τριάντα χρόνια, ήταν το καλοτζ̆αίριν πριν να πάω γυμνάσιον, θκυο μήνες πριν να κλείσω δώδεκα χρονών.

Η γιαγιά η Μαρία, «η Κουστρού», όπως την εξέραν, που τον παππούν τον Νικόλαν, «τον Κούστρον», ήταν παντελώς αγράμματη. Δεν έξερεν ούτε να γράφει ούτε να θκιαβάζει τζ̆’ ως το τέλος της ζωής της εμίλαν Κυπριακά χρωματισμένα με τους ιδιωματισμούς τζ̆αι τες προσωδίες του χωρκού της. Εγεννήθηκεν στο Παραλίμνιν το 1908, τότε που εν είχαν ακόμα σημμασίαν τα γενέθλια. «Μάρτην, κοντά στην γιορτήν της Παναΐας, κοντά στην Λαμπρήν.» Όταν εμεγαλώσαμεν εμείς, οι αγγόνισσες της, τζ̆’ εξεκινήσαμεν να θεωρούμεν τα γενέθλια σημαντικά, είπαμεν ότι εγιόρταζεν τες 25 του Μάρτη τζ̆’ έτσι εγιόρταζεν με την Παναΐαν, γιορτήν τζ̆αι γενέθλια μαζίν.

Σε αντίθεσην με την Παναΐαν, όμως, εν είσ̆εν έναν, αλλά έξι παιθκιά: πέντε γιούες τζ̆αι μιαν κόρην, την μάμμαν μου, που εγεννήθηκεν όταν η γιαγιά ήταν 42 χρονών – όσον δηλαδή είμαι εγώ τωρά. Τον τζ̆αιρόν τζ̆είνον ελαλούσαν ότι «ήταν μεγάλη» που έκαμεν την κόρην της. Κάποτε έτσι ενόμιζα τζ̆’ εγώ.

«Εθέλαμεν να κάμουμεν κόρην, κόρη μου», ελάλεν μου χρόνια μετά, «για να μας σάζει που ’ταν να γεράσουμεν». Τζ̆’ έτσι έγινεν όντως. Μαζίν με το σπίτιν, η μάμμα μου στον γάμον της εκληρονόμησεν τζ̆αι τους παππούδες μου – πρώτα στο Βαρώσιν τζ̆’ ύστερα, μετά το ’74, στην προσφυγιάν. Ο παππούς επέθανεν το ’81, όταν ήμουν ανάμιση χρονών, τζ̆’ έτσ’ εν τον αθθυμούμαι, η γιαγιά όμως έζησεν ως το ’91 τζ̆’ έτσι έφτασα την καλά.

1. Yiayia Ca. 19546797
Η πιο παλιά φωτογραφία της γιαγιάς που έχουμεν – μάλλον γύρω στο 1954: έξω που το σπίτιν τους στον άην λουκάν του βαρωσ̆ιού, με τέσσερα που τα έξι παιθκιά της. Η μάμμα μου εν το μωρόν που κρατά ο θείος ο αντρίκκος, με την στολήν του σχολείου τζ̆αι το πηλίκιον. Μπροστά ο γιώρκος (με μαύρον) τζ̆αι ο τάσος (με άσπρον).

Γύρω στες αρχές της δεκαετίας του 1930 οι γονιοί της επαντρέψαν την με τον Κούστρον, γνωστόν παλλικάριν του Παραλιμνιού. Τούτον έγινεν μάλλον γύρω στο 1932, αφού το πρώτον τους παιδίν, ο μακαρίτης ο θείος ο Μιχάλης, εγεννήθηκεν το 1933. Όπως οι παραπάνω Παραλιμνίτες τότε, πριν ν’ αποχτήσουν αξίαν οι περιουσίες πά’ στην θάλασσαν, ήταν τζ̆’ οι παππούδες μου φτωσ̆οί περβολάρηες τζ̆αι ρεσ̆πέρηες. Τζ̆αι όπως πολλοί Παραλιμνίτες τότε, εγυρέψαν τζ̆αι τζ̆είνοι την τύχην τους στον Άην Λουκάν του Βαρωσ̆ιού, τζ̆ει̮αμαί που είσ̆εν περιουσίαν η αρχιεπισκοπή τζ̆’ εμπόραν οι φτωσ̆οί να νοικιάσουν χωράφκια για να ζήσουν. Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’40, τζ̆αι αφού αποφασίσαν να στείλουν τα παιθκιά τους γυμνάσιον, να μεν μείνουν αγράμματα σαν τζ̆είνους, εξηπουλήσαν ούλλην τους την περιουσίαν στο Παραλίμνιν για να γοράσουν έναν σπίτιν στον Άην Λουκάν. Η μάμμα μου εγεννήθηκεν τζ̆ει̮αμαί.

Μνημονεύκω την γιαγιάν μου σε κάθε βιβλίον που γράφω, γιατί ξέρω ότι, χωρίς τζ̆είνην, εν θα ’μάθθαιννα ποττέ να γυρεύκω τες ιστορίες του τόπου τες ήσυχες τζ̆αι τες ταπεινές, τζ̆είνες που πραγματικά αξίζουν.

Αθθυμούμαι την γιαγιάν την δεκαετίαν του ’80, όταν οδηγούσαμεν που το Παραλίμνιν στον Πρωταράν για να δει «τους τόπους της», που έδειχνεν που το παράθυρον του αυτοκινήτου τζ̆ει̮αμαί που εχτίζουνταν τότε τα πρώτα ξενοδοχεία τζ̆’ ελάλεν: «τούτον ήταν δικόν μου, τούτον ήταν του παππού σου, τούτον ήταν δικόν μου, τούτον ήταν του παππού σου…» Η αξία, όμως, τότε εν ήταν στα χτήματα που τα ’πιαννεν η θάλασσα, «τα παλιοχώραφα τ’ αρμυρά», αλλά στην μόρφωσην που ’ταν να δώκουν των παιθκιών τους. Τζ̆’ έτσι το ’74 ήρταν πρόσφυγες που το Βαρώσιν, χωρίς έναν κομματούιν χωράφιν στ’ όνομαν τους εις το χωρκόν που τους εγέννησεν.

Τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής μου εν επήα σχολείον· ήμουν σπίτιν με την γιαγιάν. Κάθε πρωίν επηαίνναμεν να δούμεν τες γειτόνισσες τζ̆αι να πιούμεν καφέν: σήμμερα στην κυρίαν Ελένην, αύριον στην κυρίαν Αντριάναν, μεθαύριον στους γέρους της Παναγιώτας. Ήταν μια μαυροφορεμένη παρέα οι γειτόνισσες, ούλλες με τα φουστάνια τους τα μακριά τζ̆αι τα τσ̆εμπέρκα τους τα μαύρα, που τα ’φορούσαν – αννοιχτόχρωμα πρώτα – που τότε που ’ταν κοπέλλες τζ̆’ εν εγίνετουν να μεινίσκουν ξησκούφωτες. Σε τζ̆είνες τες συναντήσεις έπρεπεν να κάθουμαι τζ̆αι ν’ ακούω, αλλά να μεν επεμβαίννω. Εδιούσαν μου έναν πισκοττούιν τζ̆αι λλίον νερόν, η γιαγιά εσ̆όνωννεν μου τζ̆αι λλίον που τον καφέν της τον γλυτζ̆ύν μες το πιατούιν να τον πιω, τζ̆’ εκάθουμουν τζ̆’ άκουα. Τζ̆’ έτσι άκουα για τα χωρκά των κοτζ̆άκαρων τζ̆αι τες περιουσίες που αφήκαν πίσω, για τα παιθκιά τζ̆αι τ’ αγγόνια τους, για τες αρρώσκειες τους τζ̆αι τα κακά που τες ήβραν μετά το ’74. Η καθεμιά εμίλαν λλίον διαφορετικά, έσυρνεν την φωνήν της άλλωσπως, εχρησιμοποίαν λλίον διαφορετικές λέξεις, άλλες εκφράσεις, άλλον ύφος. Τζ̆αι ούλλες ελαλούσαν τες ιστορίες τους ξανά τζ̆αι ξανά. Τες ίδιες ιστορίες, αλλά κάθε φοράν λλίον διαφορετικά ειπωμένες, όπως συμβαίννει με κάθε καλόν αφηγητήν που ξέρει να κρατά το ενδιαφέρον του κοινού του αμείωτον. Οι φωνές τζ̆’ οι εκφράσεις τους εν’ μες τα φκια μου κόμα: «Νναι, κυρία Ελένη, αλλά έννεν έτσι που κάμνουμεν τα βαζάνια!» «Ποττέ, κυρία Μαρία, εμείς εις το χωρκόν μας…» «Μα πού να ’θώρες το παναΰριν τότε, κυρία Αντριάνα, ίνταλος το ’κάμναμεν εις το χωρκόν μας εμείς…»

2Pappoudes6798
Οι παππούδες στην προσφυγιάν, γύρω στο 1976. Μαρία–νικόλας ταντελέ (α), αντρέας–βαρβαρού δημητρίου (δ).

Όταν – υποχρεωτικά – επήα νηπιαγωγείον στα πέντε μου, έπαθα κρίσην. Έκλαια ακατάπαυστα τζ̆’ έθελα να φύω. Οι τρεις πρώτοι μήνες ήταν κόλαση. Δεν έθελα να μιλήσω με κανέναν, δεν έθελα να παίξω με κανέναν, δεν έθελα να κάμω τίποτε που τούτα που μου ’λαλούσαν ότι έπρεπεν να κάμω. Τζ̆ει̮αμαί που ούλλη μέρα εγύριζα με την γιαγιάν στην γειτονιάν τζ̆’ επίνναμεν καφέδες με τες κοτζ̆άκαρες, έπρεπεν ξαφνικά να κάτσω σε μιαν αίθουσαν με τριάντα άλλα μωρά της ηλικίας μου, ν’ ακούω την δασκάλαν τζ̆αι να τρώω σάντουιτς̆. Ενόμιζα ότι η γιαγιά μου τζ̆’ η μάμμα μου επελλάναν τζ̆’ εγκαταλείψαν με. Ένας συμμαθητής μου που ήρτεν ευγενικά μιαν ημέραν τζ̆’ εισηγήθηκεν μου να παίξουμεν έφαεν τέθκοιαν κλωτσ̆ιάν στο καννίν του που την εθθυμάτουν χρόνια μετά. Τζ̆είνον το σ̆οκ της εγκατάλειψης έμεινεν μαζίν μου για πολλά χρόνια· ύστερα εκατάλαβα το τζ̆’ επέρασεν μου. Τζ̆είνον που εν μου ’πέρασεν ποττέ ήταν η επιθυμία να κάθουμαι μαζίν με γέρους τζ̆αι κοτζ̆άκαρες τζ̆αι ν’ ακούω τες ιστορίες τους.

4. June 19806796
Ιούνης του 1980, έξω που το «σπιτούιν» της γιαγιάς – «τα πισινά» στα λατσ̆ιά: γλυκοθωρώ την τζ̆αι γλυκοθωρεί με. Κρατά με η μάμμα μου, η ζαφείρω, τζ̆αι μπροστά οι αρφάες μου, η μαρία (α) τζ̆αι η βαρβάρα (δ)
5. Yiayia 46799
Γύρω στο 1983-84, τον τζ̆αιρόν των καφέδων με τες γειτόνισσες, λιαζούμαστεν στην βεράνταν του σπιθκιού μας στα λατσ̆ιά.

Πολλά χρόνια μετά, μετά το νηπιαγωγείον, μετά το σχολείον, μετά τες σπουδές, πολλά χρόνια μετά που ’πέθανεν η γιαγιά, ο φίλος μου ο Σταύρος ο Καραγιάννης είπεν να μου κάμει μιαν συνέντευξην για την δουλειάν που έκαμνα τότε για τους φκιολάρηες. Ερώτησεν με αν μου εφαίνετουν περίεργον που εβρέθουμουν με τούτους τους αθρώπους μεγάλης ηλικίας, που εκάθουμουν τζ̆ει̮αμαί μαζίν τους τζ̆’ εμιλούσαμεν τόσες ώρες, παρά την διαφοράν ηλικίας. «Όι», είπα του, «εν’ το πιο φυσικόν πράμαν στον κόσμον. Εν’ τούτον που κάμνω πιο εύκολα που ούλλα.» Τότε, για πρώτην φοράν, είδα τον εαυτόν μου στο παρόν να κάθεται τζ̆αι να μεν μιλά, να πίννει καφέν τζ̆αι ν’ ακούει τες ιστορίες των γέρων τζ̆αι των κοτζ̆άκαρων που επήαιννα να ηχογραφήσω για την δουλειάν μου. Είδα τον εαυτόν μου ξανά όπως τότε, τεσσάρων-πέντε χρονών, που εκάθουμουν με την γιαγιάν την Μαρίαν τζ̆’ επίνναμεν καφέν με τες άλλες κοτζ̆άκαρες της αυτοστέγασης. Άκουα τζ̆’ εν εμίλουν. Τζ̆’ εκατάλαβα, πολλά χρόνια μετά, ότι τούτον το πράμαν εσυνέχισα να το κάμνω στην ζωήν μου χωρίς να το συνειδητοποιώ, επειδή τούτον είχα μάθει πρώτον: έφκαιννεν φυσικά τζ̆’ αβίαστα, σαν την γλώσσαν την μητρικήν. Εκατάλαβα ότι ο τρόπος που εμίλουν όταν ήμουν με τους γέρους, ο τρόπος που εκάθουμουν, ο τρόπος που τους απηύθυνα τον λόγον, ο τρόπος που εδέχουμουν ή αρνούμουν το τζ̆έρασμαν τους ήταν ούλλα περασμένα μέσα μου βιωματικά, όι που το πανεπιστήμιον, όι που τα θκιαβάσματα μου, αλλά που τζ̆είνα τα δώδεκα πρώτα χρόνια της ζωής μου που έζησα με την γιαγιάν τζ̆αι, κυρίως, τα πέντε πρώτα χρόνια μιας εδεμικής για μέναν ευδαιμονίας.

Την γιαγιάν μου εν επρόλαβα να την καταγράψω. Καταγράφω, όμως, ούλλους τους άλλους τωρά, σαν μνημόσυνον για τζ̆είνους που οι λέξεις τζ̆’ οι ιστορίες τους εχαθήκαν. Τζ̆αι μνημονεύκω την γιαγιάν μου σε κάθε βιβλίον που γράφω, γιατί ξέρω ότι, χωρίς τζ̆είνην, εν θα ’μάθθαιννα ποττέ να γυρεύκω τες ιστορίες του τόπου τες ήσυχες τζ̆αι τες ταπεινές, τζ̆είνες που πραγματικά αξίζουν.

Αιωνία σου η μνήμη, γιαγιά. Μαρία Δημήτρη Μεταξά–Ταντελέ, Παραλίμνι, 25(;)/03/1908–Λατσιά, 27/07/1991

Νικολέττα Δημητρίου

Η Νικολέττα Δημητρίου σπούδασε εθνομουσικολογία και δημιουργική γραφή. Δίδαξε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης από το 2012 μέχρι το 2019 και υπήρξε αναπληρώτρια διευθύντρια του ίδιου προγράμματος (2018). Υπήρξε επίσης επισκέπτρια ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Στο παρόν στάδιο, διδάσκει δημιουργική γραφή στη Λευκωσία.

[i] Στίχος του Μιχάλη Πασιαρδή

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.