Οι εσωτερικοί πρωταγωνιστές, Ρ. Ντενκτάς, Μακάριος και Φ. Κιουτσούκ.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα των νεότερων χρόνων της σύγχρονης Κυπριακής Ιστορίας.

Ένα άλλο πρόσωπο που πληροί τα ίδια δεδομένα είναι ο Γεώργιος Γρίβας που μαζί με τον Μακάριο ήταν οι πρωταγωνιστές των πραγμάτων στην Κύπρο από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Ο Μακάριος έφυγε από τη ζωή στις 3 Αυγούστου 1977 βυθίζοντας κυριολεκτικά στο πένθος ολόκληρη την Κύπρο.

 

Οι δύο κατεξοχήν ηγέτες των Ε/κυπρίων δοξάστηκαν από μια μερίδα του λαού και μισήθηκαν πολύ από άλλη μερίδα. Η δε σύγκρουση τους που κορυφώθηκε στην περίοδο 1971-73, έφερε καταστροφικά αποτελέσματα για τον τόπο.

Έχοντας ως αρχή πως τα ιστορικά γεγονότα πρέπει να κρίνονται μέσα στις συνθήκες που έγιναν και τα ιστορικά πρόσωπα μέσα στις συνθήκες που έδρασαν, θα επιχειρήσουμε μια αδρομερή παρουσίαση της προσωπικότητα του.

 

Ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης

Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο Μακάριος, ο οποίος μάλιστα χαρακτηρίστηκε και ως χαρισματικός ηγέτης, υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Ε/κυπρίων από το τέλος της δεκαετίας του 1940, όταν ανέλαβε το πόστο του μητροπολίτη Κιτίου, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 οπότε κι εγκατέλειψε τα εγκόσμια.

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι το 1948 εξελέγη εν τη απουσία του ως Επίσκοπος Κιτίου, ενώ σπούδαζε θεολογία και θρησκευτική Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, ύστερα από  υποτροφία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Αναφέρουμε τον Μακάριο ως ηγέτη των Ε/κυπρίων διότι στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξε ηγέτης ολόκληρου του Κυπριακού λαού, Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πάντοτε ξεκινούσε τις ομιλίες του με την προσφώνηση «Ελληνικέ Κυπριακέ λαέ».

 

Ο Μακάριος επικρίνεται διότι εκλέχθηκε στη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας όντας αρχιεπίσκοπος, πράγμα αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα. Ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι για την εποχή εκείνη ήταν απόλυτα φυσιολογική εξέλιξη, όπως και ο τίτλος του «εθνάρχη» που τον περιέβαλλε. Κι αυτό γιατί μέχρι την Ανεξαρτησία της Κύπρου κι ενώ η Κύπρος ήταν υπόδουλη στους Οθωμανούς και τους Βρετανούς, ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος θεωρείτο ο αρχηγός των Ρωμιών της Κύπρου.

Ως αρχιεπίσκοπος ο Μακάριος ηγήθηκε των αγώνων των Ε/κυπρίων για ένωση, όπως προηγουμένως το ίδιο έκαναν και οι προκάτοχοι του.

Κρημνοβάτης

Ως προσωπικότητα ο Μακάριος πληρούσε όλα τα χαρακτηριστικά ενός ορθόδοξου ιεράρχη με τη διαφορά ότι ήταν από τους ελάχιστους που χαμογελούσαν αλλά είχε και ένα ιδιαίτερο τρόπο προσέγγιση των πολιτών. Κι αυτό τον έκανε αγαπητό.

Όσοι τον γνώρισαν έχουν να λένε για το πείσμα του αλλά και την αποφασιστικότητα του να εφαρμόζει αυτά που πραγματικά αποφάσιζε ότι θα έπρεπε να προωθήσει.

Από την άλλη, αγαπούσε την περιπέτεια και το τράβηγμα των πραγμάτων στα άκρα, όπως έλεγε ο ίδιος.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του στην Ιταλίδα δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι «Πάντα μου άρεσε να οδηγώ τον εαυτό μου ως την άκρη του γκρεμού, και τότε να σταματάω έγκαιρα, ώστε να μην πέσω. […] Οι άλλο, φυσικά, πιστεύουν ότι είμαι έτοιμος να πέσω, να αυτοκτονήσω. Αντίθετα, εγώ συνεχίζω πολύ ήρεμα, ξέροντας πότε να πατήσω φρένο» [1].

 

Αυτή η αναφορά του Μακαρίου δίνει ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύτηκε, διότι αυτό έκανε στην πράξη. Ωστόσο τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι τις περισσότερες φορές δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε να πατήσει φρένο.

Και μερικές φορές έπεσε ο ίδιος θύμα αυτής της υπεροψίας και της υπέρμετρης πίστης στις δυνάμεις του.

 

Εσφαλμένες αποφάσεις μέχρι το 1959

Κρίνοντας τα δεδομένα των εποχών ο Μακάριος φέρει την ευθύνη διότι ως επικεφαλής των Ε/κυπρίων συνέβαλε ενεργά στη διοργάνωση του αγώνα της ΕΟΚΑ.

Μια εντελώς εσφαλμένη απόφαση που αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων ότι οδήγησε σε μεγάλες περιπέτειες τον τόπο αφού δεν είχε ετοιμαστεί επαρκώς, δεν έλαβε υπόψη του τα γεωστρατηγικά δεδομένα και ουσιαστικά κανένα σύμμαχο. Δεν είναι σκοπός μας να κάνουμε τώρα αυτή την ανάλυση, αλλά το αναφέρουμε απλώς ενημερωτικά.

Λανθασμένη ήταν και η επιλογή του στρατιωτικού αρχηγού που με τον τρόπο αυτό τον κατέστησε πρωταγωνιστή στα πολιτικά πράγματα του τόπου. Έβγαλε από την αφάνεια έναν ιδιόρρυθμο στρατιωτικό που είχε μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, και ο ελληνικός λαός τον έστειλε στο σπίτι του μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες.

Κρημνοβασία ήταν και οι με τον υπουργό Αποικιών Λένοξ Μπόιντ τον Φεβρουάριο του 56 όπου ενώ δεν είχε πρόθεση να απορρίψει τις προτάσεις του, με τις επιμονές του αλλά και τις βόμβες που εξερράγησαν χάθηκε κάθε προοπτική.

Παιχνίδια έπαιξε και στο Λονδίνο όταν επιχείρησε να κερδίσει περισσότερα αλλά παρολίγον να τριχοτομηθεί η Κύπρος με το σχέδιο Μακμίλαν.

Είναι γνωστή η δήλωση του προς τον Καραμανλή: «Κύριε πρόεδρο, φανταστήκατε ότι δεν θα υπέγραφα;»

 

Μετά το 1960

Έχοντας το στίγμα του «επίορκου της Φανερωμένης» ο Μακάριος ενώ είχε αποδεχθεί την ανακήρυξη ανεξάρτητου κράτους, ουδέποτε απέκλινε από τον τελικό στόχο της ένωσης.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό ανέχθηκε την έλευση της Μεραρχίας, που παραβίαζε για πρώτη φορά τις συνθήκες που είχαν υπογραφεί.

Βρισκόταν πίσω από την Οργάνωση «Ακρίτας» που στόχευε στην πραξικοπηματική ένωση με την Ελλάδα.

Κι ασφαλώς ελέγχεται για τις προτάσεις για τροποποίηση του Συντάγματος.

Με άλλα λόγια ο Μακάριος παλινδρομούσε ανάμεσα στο τι ήθελε ενδόμυχα και τις πραγματικότητες.

 

Μετά τις συγκρούσεις του 1963-64 και τα διχοτομικά σχέδια Άτσεσον, ο Μακάριος αποφασίζει να στραφεί στην πολιτική του «εφικτού», εγκαταλείποντας (θεωρητικά τουλάχιστον) την πολιτική του «ευκταίου» (ένωσης).

Παρόλα ταύτα δήλωσε τον Φεβρουάριο του 1967 ότι οι Τούρκοι μέσα στους θύλακες δεν θα αντέξουν πάνω από 10 μήνες και θα παραδοθούν[2].

Η περίοδος της χούντας και της ΕΟΚΑ Β’

Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με την πραξικοπηματική άνοδο της χούντας στην Ελλάδα, τον παραγκωνισμό της κυπριακή κυβέρνησης από τις συνομιλίες που διεξήγαγε η Αθήνα με την Άγκυρα, τις προσπάθειες του Μακαρίου να βρει μια κοινή συνισταμένη με τη χούντα στο Κυπριακό, τις συνομωσίες της χούντας εναντίον του και την ίδρυση ένοπλων αντιμακαριακών οργανώσεων με κυριότερη την ΕΟΚΑ Β’ και την κάθοδο του Γρίβα στην Κύπρο.

Κρίνουμε ότι ο Μακάριος μετά το 1968 ο Μακάριος άρχισε να αντιλαμβάνεται πιο καθαρά τα παιχνίδι που παίζονταν εναντίον της Κύπρου και πως ο στόχος της ένωσης είχε οριστικά πεθάνει.

Από εκείνη τη στιγμή ο Μακάριος κατόρθωσε να έχει την πλήρη στήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού, των κομμάτων και των οργανώσεων.

Και η απάντηση στην πολιτική του Μακαρίου ήταν το πραξικόπημα που άνοιξε την πόρτα στον Αττίλα.

 

Ο «κλάδος ελαίας»

Ένα σημείο τριβής που προβάλλει μέσα από τις προσπάθειες παραχάραξης της ιστορίας που παρατηρείται κυρίως από πολιτικούς και άτομα προσκείμενα στη δεξιά, ότι για το πραξικόπημα ευθύνεται ο ίδιος ο Μακάριος ή ότι ακόμη αυτός το οργάνωσε. Και αρκετοί τα βάζουν με τον κλάδο ελαίας που έδωσε το 1974 ο Μακάριος. Ωστόσο κρίνοντας το κι αυτό μέσα στα δεδομένα, πρέπει να σημειώσουμε ότι σε μεγάλο βαθμό είχε δίκαιο μέσα στις δοσμένες συνθήκες. Η ΕΟΚΑ Β’ ήταν ακόμα πάνοπλη (διαλύθηκε το 1978) και μέχρι λίγο πριν την επιστροφή του προέβη σε δολοφονίες, ενώ οι απειλές για ένα νέο γύρο, έχοντας μέσα στην Κύπρο τον τούρκο εισβολέα, ήταν υπαρκτές. Κατά συνέπεια μια προσπάθεια εκείνη την ώρα να προβεί σε διώξεις, θα βύθιζε τον τόπο σε ένα νέο αιματοκύλισμα και πιθανότατα θα οδηγούσε σε νέα προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής.

 

Η εκμετάλλευση του Μακαρίου

Σαράντα ένα χρόνια μετά το θάνατο του, ο Μακάριος εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς. Θετικά ή αρνητικά, κυρίως όσον αφορά τη λύση του Κυπριακού.

Γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από όσους αντιδρούν σε μια ομοσπονδιακή λύση του Κυπριακού, αποδίδοντας του δηλώσεις που ουδέποτε έκανε ή για προθέσεις που ουδέποτε είχε.

Γίνεται επίσης προσπάθεια εκμετάλλευσης της αναφορά του Μακαρίου σε μακροχρόνιο αγώνα, επιδιώκοντας να σπρωχθεί στο Κυπριακό σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος χρόνου, ελπίζοντας ότι θα έχουμε να κερδίσουμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε αυτή τη στιγμή. Κάτι ωστόσο που δεν ισχύει, αφού το πέρασμα του χρόνου μόνο τους Ε/κύπριους δεν ωφελεί.

 

Δώσαμε σε αδρές γραμμές ένα σκιάγραμμα του Μακαρίου. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν κενά τα οποία δεν μπορούν να καλυφθούν σε μιας μικρής έκτασης σημείωμα όπως αυτό εδώ. Θα επανέλθουμε εξετάζοντας ξεχωριστά την κάθε περίπτωση.

[1] Οριάνα Φαλάτσι, «Συνάντηση με την Ιστορία», ΕκδόσειςΠάπυρος, Αθήνα 1976.

[2] Γ. Κρανιδιώτη, «Το Κυπριακό πρόβλημα 1960-1974», εκδόσεις Θεμέλιο 1984.