Η «κλιματική δικαιοσύνη» έγινε μακράν το πιο δημοφιλές σύνθημα

Καθώς πληθαίνουν διεθνώς οι κινητοποιήσεις μαθητών και όχι μόνο με αίτημα τα μέτρα ενάντια στην κλιματική αλλαγή, παραθέτουμε μέρος του άρθρου του Jos D’Haese, μέλους του Κόμματος Εργατών Βελγίου. Το οικολογικό ζήτημα κινητοποιεί στο Βέλγιο τις λαϊκές μάζες, μεγάλο μέρος των οποίων κάνει τη σύνδεση με τα κοινωνικά αιτήματα.

Του Jos D’Haese

(…) Στις 29 Δεκεμβρίου, δύο κορίτσια στο Βέλγιο ξεκίνησαν μια έκκληση για σχολικές απεργίες μαθητών υπέρ της προστασίας του κλίματος. Οργισμένες από την έλλειψη πολιτικής για το κλίμα από μέρους της βελγικής κυβέρνησης, εμπνεύστηκαν ταυτόχρονα από το παράδειγμα της δεκαεξάχρονης Σουηδής Γκρέτα Τούνμπεργκ, που είχε ξεκινήσει παρόμοια απεργία στη χώρα της. Κανείς δεν περίμενε μεγάλη συμμετοχή (…) Αλλά δύο εβδομάδες αργότερα, η χώρα έμεινε έκπληκτη, καθώς τουλάχιστον τρεις χιλιάδες παιδιά διέσχισαν τους δρόμους των Βρυξελλών σε μια μη εξουσιοδοτημένη αλλά ενθουσιώδη διαδήλωση.

Αυστηρές δηλώσεις άρχισαν να στοιβάζονται για να αποθαρρύνουν τις προσπάθειές τους. «Δεν είμαι θαυμαστής του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, ούτε επίσης του κλιματικού φονταμενταλισμού». Τάδε έφη ο Ρικ Τορφς, πρώην διευθυντής του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν. «Το “κλιματικό” κίνημα φαίνεται αρκετά φιλικό, αλλά μέσα του διεισδύει το Κόμμα Εργατών Βελγίου και άλλοι εξτρεμιστές», δήλωσε ο φιλελεύθερος οικονομολόγος Γκερτ Νόελς.

Η απάντηση των μαθητών; «Ευχαριστούμε που μας υποτιμήσατε» (…) Μέχρι τις 24 Ιανουαρίου, τριάντα πέντε χιλιάδες μαθητές βγήκαν στους δρόμους, απαιτώντας μια θαρραλέα πολιτική για το κλίμα. Ακόμη και αντιμέτωπες με την πολιτική περιφρόνηση, αυτές οι απροσδόκητες διαδηλώσεις δείχνουν ότι οι νέοι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να υπερασπιστούν το μέλλον τους (…)

Εργάτες συνενώνουν δυνάμεις

Το απεργιακό κίνημα για την κλιματικά αλλαγή έχει ήδη γίνει η μεγαλύτερη κινητοποίηση μαθητών στο Βέλγιο εδώ και τέσσερις δεκαετίες και έχει αρχίσει να εξαπλώνεται σε πόλεις και κοινότητες σε όλη τη χώρα.

Αυτό έχει επίσης γίνει μέρος μιας ευρύτερης εξέγερσης ενάντια στη λιτότητα. Αν και οι μέτοχοι σε βελγικές εταιρείες έλαβαν πέρσι πάνω από 12 δισ. ευρώ σε μερίσματα, τα επίσημα όρια για την αύξηση των μισθών των εργαζομένων (που εκδόθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο για την Οικονομία) καθορίστηκαν στο 0,8%. Πράγματι, χρησιμοποιώντας τη δικαιολογία ότι υπάρχει «διαφορά αμοιβής» στις γειτονικές χώρες, η βελγική κυβέρνηση εμποδίζει τις αυξήσεις των μισθών για πάνω από δύο δεκαετίες. Οι νέοι φόροι επί των καυσίμων, της ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και της ζάχαρης, έχουν αυξήσει σημαντικά το κόστος ζωής τα τελευταία χρόνια, πιέζοντας την αγοραστική δύναμη των Βέλγων. Οι υπουργοί που αμείβονται με €10.000 μηνιαίως δεν κατάφεραν να καταλάβουν ότι οι άνθρωποι είχαν αρκετούς μισθολογικούς περιορισμούς.

(…) Στις 13 Φεβρουαρίου, η μεγαλύτερη απεργία των τελευταίων πέντε χρόνων ακινητοποίησε τη χώρα. Ο βελγικός εναέριος χώρος ήταν εντελώς κλειστός, η δραστηριότητα στα τρία λιμάνια της χώρας είχε σχεδόν σταματήσει. Σχεδόν οκτώ στις δέκα μεγάλες εταιρείες αντιμετώπισαν οχλήσεις. Η κυβέρνηση δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ανακοινώσει ότι θα υπολογίσει εκ νέου το περιθώριο για μισθολογικές αυξήσεις.

Αυτό ήταν και το σημείο στο οποίο συνδυάστηκαν οι διαδηλώσεις για το κλίμα και ενάντια στη λιτότητα. Νωρίς το πρωί της γενικής απεργίας, οι μαθητές που εισήλθαν στην έκτη εβδομάδα των σχολικών απεργιών τους επισκέφθηκαν τις απεργιακές περιφρουρήσεις για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους. Την επόμενη μέρα, μια νέα ομάδα συνδικαλιστών και εργαζόμενων Βέλγων, που αποκαλούνται «Εργαζόμενοι για το Κλίμα», έκανε την εμφάνισή της υποστηρίζοντας τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδες νέους σε μια νέα πορεία στους δρόμους των Βρυξελλών, ενώ πολλές χιλιάδες περισσότεροι εμφανίστηκαν σε διαμαρτυρίες σε ολόκληρη τη χώρα. Ενώ «διαμορφωτές κοινής γνώμης», δημοσιογράφοι και πολιτικοί ήταν πεπεισμένοι ότι οι μισθολογικές απαιτήσεις και η κλιματική πολιτική ήταν ασυμβίβαστες, οι «κλιματικοί» απεργοί και οι συνδικαλιστές συνένωσαν τις δυνάμεις τους, ζητώντας μια παγκόσμια κλιματική απεργία στις 15 Μαρτίου.

«Η μετάβαση σε ένα ελεύθερο από διοξείδιο του άνθρακα Βέλγιο πρέπει να είναι κοινωνικά δίκαιη»

Μόλις πριν από τρεις μήνες όλο αυτό το σενάριο ήταν εντελώς απρόβλεπτο. Τον Δεκέμβριο, οι επικεφαλίδες κυριαρχούνταν από την άκρα δεξιά, καθώς η κυβέρνηση του Βελγίου κατέρρευσε σε μια κρίση για την υπογραφή σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη μετανάστευση. (..)

Αυτό που αγνόησαν ήταν ότι στις 2 Δεκεμβρίου είχαν συγκεντρωθεί εξήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι στη μεγαλύτερη περιβαλλοντική πορεία που είχε ποτέ δει το Βέλγιο. Ακόμα και ο φιλελεύθερος Υπουργός Περιβάλλοντος συμμετείχε στη συγκέντρωση, επιμένοντας ότι είχε λάβει υπόψη τα αιτήματα των διαδηλωτών. Πολλοί συμμετέχοντες ήλπιζαν ότι τελικά η κυβέρνηση θα αναλάβει δράση για το κλίμα.

Όμως την επόμενη μέρα το Βέλγιο αρνήθηκε να συμμετάσχει στην ομάδα χωρών που ζητούν ταχείες πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (High Ambtion Coalition). Δύο ημέρες μετά την τεράστια πορεία, το Βέλγιο ψήφισε κατά των υψηλότερων ευρωπαϊκών στόχων για την ενεργειακή απόδοση και στη συνέχεια απείχε από την ψηφοφορία για υψηλότερους στόχους για την ανανεώσιμη ενέργεια.

Αυτό ήταν ένα κρύο ντους για όσους ήλπιζαν ότι οι φωνές τους θα εισακουστούν. Και ένα μήνυμα αφύπνισης για τη νεολαία να περάσει σε πιο ριζοσπαστική δράση: στις σχολικές απεργίες (…)

Το κατεστημένο έκανε ό,τι είναι δυνατόν για να φανεί το ανερχόμενο κίνημα για το κλίμα ως έκκληση προς τους πολίτες να αναλάβουν πρόσθετο οικονομικό βάρος. Σαν να ήταν απλώς μια έκκληση για υψηλότερους οικολογικούς φόρους στα αεροπλάνα, τον άνθρακα ή τα μίλια στο αυτοκίνητο. Τα δεξιά κόμματα προσπάθησαν να θέσουν μια σφήνα ανάμεσα σε οικολογικά και κοινωνικά ζητήματα. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το αντίθετο ήταν αλήθεια: ενώ επτά στους δέκα ερωτηθέντες έδειξαν σοβαρές ανησυχίες για την υπερθέρμανση του πλανήτη, έξι στους δέκα δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν επιπλέον φόρους για την επίλυση του προβλήματος.

Προσπαθώντας να απαντήσει σε αυτή την αντίφαση, το μανιφέστο που εξέδωσε ο όμιλος Φοιτητές για το Κλίμα (αποτελούμενο από φοιτητές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) έθεσε αμέσως το πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. «Η μετάβαση σε ένα ελεύθερο από διοξείδιο του άνθρακα Βέλγιο πρέπει να είναι κοινωνικά δίκαιη», δήλωσαν. «Λέμε ναι σε κοινωνικά μέτρα, όπως προσιτές δημόσιες μεταφορές και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά λέμε όχι στην άδικη φορολογία που επιβάλλεται στους απλούς πολίτες».

Στις εβδομαδιαίες διαδηλώσεις, η «κλιματική δικαιοσύνη» έγινε μακράν το πιο δημοφιλές σύνθημα. Και εκεί όπου τα πολιτικά κόμματα έπρεπε να βρουν νέες προτάσεις για μια φιλόδοξη πολιτική για το κλίμα, τώρα έπρεπε να αποδείξουν ότι τα μέτρα τους θα ήταν κοινωνικά δίκαια. Και πάλι, οι νέοι οδήγησαν την ατζέντα.

Τα συνδικάτα ακολούθησαν παρόμοια γραμμή. Μετά από πέντε χρόνια υπό μια δεξιά κυβέρνηση, ο δημόσιος διάλογος κυριαρχείται από τέτοιου είδους «αειθαλείς» ρητορείες όπως ότι «είναι οι επιχειρηματίες που δημιουργούν τον πλούτο» και «οι μισθοί θα πρέπει να κρατηθούν ακόμη περισσότερο, προκειμένου να κρατηθεί το Βέλγιο ανταγωνιστικό με τους γείτονές μας». Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» που άρχισε στη Γαλλία είχε ήδη αναδείξει το ζήτημα των υπερβολικών φόρων και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης στη βελγική δημόσια συζήτηση -όπως λένε, όταν βρέχει στο Παρίσι, στάζει στις Βρυξέλλες (…)

Η εντυπωσιακή απεργία της 13ης Φεβρουαρίου απαιτούσε ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι να μεταβεί σε εκείνους που τον παράγουν. «Δεν υπάρχει περιθώριο για την αύξηση των μισθών», απάντησε ο επικεφαλής της βελγικής ένωσης εργοδοτών. Αλλά μόλις οι επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα βρέθηκαν ακινητοποιημένες, αποδείχθηκε ότι υπήρχε χώρος για να μειωθεί η πίεση στην αγοραστική δύναμη.

Κόκκινο και πράσινο έρχονται μαζί

(…) Εκατοντάδες ώρες κενών περιεχομένου ομιλιών από τα βελούδινα κοινοβούλια δεν μας οδήγησαν πουθενά. Μόνο χάρη σε αυτόν τον αναβρασμό από τα κάτω, που οι ιδέες για το κλίμα και τη διανομή του πλούτου αλλάζουν.

Οι ανησυχητικές αναφορές κλιματικών αλλαγών και οι ακραίες καιρικές συνθήκες του περασμένου καλοκαιριού δεν οδήγησαν σε αυστηρά μέτρα για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι μελέτες που δείχνουν τη μετατόπιση του εισοδήματος από την εργασία στο κεφάλαιο δεν οδήγησαν σε ευρύτατη συζήτηση σχετικά με την αύξηση της ανισότητας. Αντίθετα, το κίνημα για το κλίμα και τα συνδικάτα μπόρεσαν να θέσουν την ατζέντα κινητοποιώντας δεκάδες χιλιάδες απεργούς.

Και οι δύο κινήσεις έχουν τον ίδιο εχθρό. Οι μεγάλες επιχειρήσεις που ευθύνονται για την εξάντληση της φύσης είναι οι ίδιες που εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας σε έναν νεκρό πλανήτη. Και οι ακτιβιστές του κλίματος κατανοούν ότι μια κλιματική πολιτική που δεν είναι κοινωνικά δίκαιη δεν θα μπορέσει ποτέ να κινητοποιήσει ολόκληρη την κοινωνία πίσω από τον αγώνα για μια πράσινη οικονομία.

(…) Μαζί, οι κλιματικοί απεργοί και οι εργαζόμενοι μπορούν πραγματικά να αρχίσουν να κάνουν τη διαφορά (…)

11 Μαρτίου 2019 Περιοδικό “Jacobin”