Του Ανδρέα Πιπερίδη

Ο Μαρξ στο δοκίμιο του «Το Εβραϊκό Ζήτημα», με αφορμή το τότε ανερχόμενο ρεύμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διαχώρισε τη σφαίρα του Πολιτικού (Political State) από τη σφαίρα της Κοινωνίας των Πολιτών/Μπουρζουά Κοινωνία (Civil Society/Bürgerliche Gesellschaft). Μέσα από αυτόν το διαχωρισμό, κατάφερε να δείξει πως παρόλο που το φιλελεύθερο κίνημα ανέτρεψε την ανισότητα των πολιτών στη σφαίρα του Πολιτικού, εξασφαλίζοντας ίσα δικαιώματα/πολιτική ισότητα, η νέα άρχουσα τάξη προσπάθησε παράλληλα να παραπλανήσει τους πολίτες πως αυτή η ελευθερία επεκτείνεται στη σφαίρα της Κοινωνίας των Πολιτών, δηλαδή στην οικονομική ζωή και στις κοινωνικές σχέσεις. Με αυτό το ιδεολογικό κατασκεύασμα, η Ηγεμονία της αστικής τάξης έχει καταφέρει να αποκρύψει τον τρόπο με τον οποίο αναπαράγονται οι δομές εκμετάλλευσης, παρά την επίφαση της πολιτικής ισότητας.

Στις πλείστες φιλελεύθερες δυτικές χώρες, η γυναίκα έχει καταφέρει να αποκτήσει ισότητα στη σφαίρα του Πολιτικού και η μάχη του φεμινιστικού κινήματος έχει μετατοπιστεί, στη σφαίρα της Κοινωνίας των Πολιτών (π.χ. αιτήματα για ίση αμοιβή και αντιμετώπιση της πατριαρχικής κουλτούρας), κρατώντας όμως παράλληλα ανοικτές τις συζητήσεις στη σφαίρα του Πολιτικού για θετική αναγνώριση της ισότητας (affirmative action), με αιτήματα όπως την ποσόστωση για την εκλογή σε δημόσια αξιώματα. Εντούτοις, ένα από τα ζητήματα που συζητείται ακόμα έντονα στη σφαίρα του Πολιτικού είναι η ποινική αντιμετώπιση του βιασμού και ιδιαίτερα, στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όπως η ύπαρξη συναίνεσης.


Στην πατριαρχική κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού, η γυναίκα αντιμετωπίζεται ακόμη ως ιδιοκτησία του άνδρα, αρχικά του πατέρα και μετέπειτα του συζύγου. Αν και αυτός ο ετεροκαθορισμός της γυναίκας ως περιουσιακό δικαίωμα του άνδρα έχει σε σημαντικό βαθμό εξαλειφθεί στο επίπεδο του Πολιτικού, στο επίπεδο της Κοινωνίας των Πολιτών η πατριαρχία δρώντας ως νομιμοποιούσα Ιδεολογία συνεχίζει να συντηρεί αυτές τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Μολαταύτα, στη Κύπρο, όπου τα προοδευτικά ρεύματα του φιλελευθερισμού δεν ήταν ποτέ ισχυρά, η Ηγεμονία της πατριαρχίας έχει ακόμα εμφανή σημάδια στη σφαίρα του Πολιτικού και ειδικότερα, στον Ποινικό Κώδικα.

Συγκεκριμένα, παρόλο που η κρατούσα προσέγγιση στα σύγχρονα ποινικά συστήματα είναι η ποινικοποίηση του βιασμού ως προστασία του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος[1], ο περί Ποινικού Κώδικα Νόμος (ΚΕΦ.154) θέτει τα «ήθη» ως το έννομο αγαθό που προστατεύεται με την προκείμενη ποινικοποίηση. Ουσιαστικά, με την κατηγοριοποίηση του εγκλήματος του βιασμού στο Μέρος IV που τιτλοφορείται ως «Ποινικά Αδικήματα εναντίον των Ηθών» ο Ποινικός Κώδικας της Κύπρου αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως ιδιοκτησία.

Η πατριαρχική αντίληψη που αποτυπώνει αυτή η κατηγοριοποίηση του βιασμού ως έγκλημα που στρέφεται ενάντια στα «ήθη», γίνεται πιο εμφανής με μια συγκριτική μελέτη του αντίστοιχου άρθρου του ελληνικού Ποινικού Κώδικα αλλά και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας που θέτει το βιασμό ως ποινικοποίηση της παραβίασης της γενετήσιας ελευθερίας, αναγνωρίζει το θύμα ως ένα υποκείμενο δικαιωμάτων, τα οποία ο δράστης έχει παραβιάσει. Συγκεκριμένα, καθώς η σεξουαλική ζωή αποτελεί συστατικό στοιχείο της προσωπικότητας του κάθε ατόμου,  η γενετήσια ελευθερία θεωρείται επέκταση του δικαιώματος ενός εκάστου να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του, η οποία προστατεύεται από το άρθρο 5 του ελληνικού Συντάγματος και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).[2] Βεβαίως, ο βιασμός, καθώς εξ ορισμού προσβάλλει βίαια την αξιοπρέπεια ενός ατόμου, έχει κριθεί επανειλημμένως από το ΕΔΔΑ ότι παραβιάζει και άλλα δικαιώματα, πρωτίστως την απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρο 3 ΕΣΔΑ).[3]

Αντίθετα, στη Κύπρο, με την θεώρηση του προστατευόμενου έννομου αγαθού ως τα «ήθη», η γυναίκα χάνει το ρόλο της ως φορέας δικαιωμάτων και εξαφανίζεται εντελώς από τη συζήτηση (discourse). Κατ’ ουσίαν, με την σεξουαλική πράξη ο άνδρας ασκεί το δικαίωμα του στην σεξουαλική ελευθέρια και η γυναικά υποβιβάζεται σε ένα όργανο ηδονής και απλό μέσο για τη πραγμάτωση του δικαιώματος της σεξουαλικής ελευθερίας του άνδρα. Τα «ήθη» αποτελούν τα άκρα όρια άσκησης του δικαιώματος του άνδρα στη σεξουαλική ελευθέρια και στο βαθμό που τα ήθη αυτά είναι τα πατριαρχικά ήθη, η σύγκρουση δικαιωμάτων μπορεί να αναχθεί στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων: το δικαίωμα του δράστη στη σεξουαλική ελευθέρια συγκρούεται με το περιουσιακό δικαίωμα του άνδρα στη γυναικά και άρα παραβιάζει τα «ήθη» στο βαθμό που απειλεί γενικότερα την τάξη πραγμάτων που αναπαράγει το περιουσιακό δικαίωμα του άνδρα στη γυναίκα.

Δηλαδή, ο Ποινικός Κώδικας της Κύπρου, αντιμετωπίζει το βιασμό ως ένα έγκλημα κατά το οποίο ο δράστης έχει ασκήσει «καταχρηστικά» το δικαίωμα του στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας/γενετήσια ελευθερία παραβιάζοντας τα «ήθη». Η προστασία της γυναίκας ως φορέας δικαιωμάτων δεν απασχολεί τον ποινικό μας κώδικα, καθώς αυτός μειώνει την προστασία στον περιορισμό της γενετήσιας ελευθερίας του άνδρα. Ουσιαστικά, μια αόριστη έννοια όπως τα «ήθη» φετιχοποιείται και ανάγεται στο βαθμό του αντικειμένου του εγκλήματος, ενώ το πραγματικό θύμα, η γυναίκα, αποσιωπάται ως ένα απλό μέσο για την παραβίαση των «ηθών».

Συνεπώς, ο αποσιωπημένος ρόλος της γυναίκας στο έγκλημα του βιασμού, δεν διαφέρει ιδιαίτερα από το ρόλο της περιουσίας στο έγκλημα της κλοπής. Αυτό γίνεται ακόμα πιο εμφανές, όταν προσπαθήσουμε να συγκεκριμενοποιήσουμε την έννοια των «ηθών». Τα ήθη αυτά, είναι, σε μεγάλο βαθμό, τα ήθη της πατριαρχίας που μετατρέπουν τη γυναίκα από δρών υποκείμενο και φορέα δικαιωμάτων σε ένα περιουσιακό δικαίωμα του άνδρα. Κατ’ επέκταση, θα μπορούσε να λεχθεί ότι τα «ήθη» που προστατεύονται από τον Ποινικό Κώδικα της Κύπρου αντιπροσωπεύουν την έμφυλα εκμεταλλευτική τάξη πραγμάτων, της οποίας την εσωτερική λογική θέτουν σε κίνδυνο πράξεις, όπως ο βιασμός, που παραβιάζουν το περιουσιακό δικαίωμα των ανδρών στη γυναίκα τους.

Προς επίρρωση των πιο πάνω για την πατριαρχική φύση των «ηθών» που προστατεύονται, παρατίθεται, το σχετικό άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα:

  1. Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεση της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός.

Επειδή ακριβώς η ποινικοποίηση του βιασμού έχει ως σκοπό τη προστασία του περιουσιακού δικαιώματος του άνδρα στη γυναίκα, που αποτελεί την έκφανση της πατριαρχίας στα «ήθη» της κοινωνίας μας, το έγκλημα του βιασμού κατά τον ποινικό μας κώδικα συντελείται μόνο ενάντια σε γυναίκες. Έτι δε περισσότερο, η ρητή αναφορά σε παντρεμένη γυναίκα και στο σύζυγο της έχει άμεση συνάφεια με την ιδιοκτησιακή σχέση μεταξύ συζύγου και γυναίκας που αποτελεί κατάλοιπο της αναχρονιστικής κοινωνικής λειτουργίας του γάμου, μέσα από την οποία ο πατέρας της γυναίκας μεταβίβαζε, ωσάν περιουσιακό στοιχείο, τη γυναίκα στον σύζυγο. Συνεπώς, σε σχέση με το έγκλημα του βιασμού, το αναχρονιστικό στοιχείο είναι διάχυτο στη προσέγγιση του Ποινικού Κώδικα, καθώς ο πυρήνας της φιλοσοφίας του αποσιωπά το ρόλο της γυναίκας ως αυτόνομο και ίσο υποκείμενο, αποτυγχάνοντας να εξασφαλίσει τα δικαιώματα της γυναίκας στη σφαίρα του Πολιτικού.

Συνελόντι ειπείν, η υπόθεση της νεαρής Αγγλίδας που έστρεψε ξανά για όλους τους λάθους λόγους το βλέμμα των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων στη χώρα μας, δεν είναι παρά το σύμπτωμα ενός βαθιά νοσηρού συστήματος εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων. Πράγματι, η πατριαρχία δεν θα εξαφανιστεί με την αλλαγή ενός μέρους του Ποινικού Κώδικα, γιατί ακριβώς η πατριαρχία δεν περιορίζεται μόνο στη σφαίρα του Πολιτικού. Όμως, για να αποδομηθεί η Πατριαρχία, όπως κάθε Ιδεολογία που συντηρεί εξουσιαστικές δομές, πρέπει να αρθρώνεται – να ξεσκεπάζεται πάντα και παντού. Μόνο όταν την βγάλουμε από τις σκιές και αντιληφθούμε την έκταση της ζημιάς που προκαλεί θα μπορέσουμε να την ανατρέψουμε.

 

[1] Για παράδειγμα στην Ισπανία το έγκλημα του βιασμού τοποθετείται στο Μέρος VIII του Ποινικού Κώδικα που φέρει τίτλο “Delitos contra la libertad e indemnidad sexuales”, στη Γερμανία στην ενότητα 13 του Ποινικού Κώδικα που φέρει τίτλο “Straftaten gegen die sexuelle Selbstbestimmung”  και στη Γαλλία στο δεύτερο βιβλίο του Ποινικού Κώδικα: “Chapitre II: Des atteintes à l’intégrité physique ou psychique de la personne”, “Section 3 : Des agressions sexuelle”.

[2] Ενδεικτικά, Bărbulescu v. Romania (no. 61496/08) και Συγκλίνουσα Γνώμη του Δικαστή Tulkens στην M.C. v. Bulgaria (no. 39272/98).

[3] Ενδεικτικά, M.C. v. Bulgaria (no. 39272/98) και E.B. v. Romania (Application no. 49089/10).