Του
Κωστή Πιτσιλλούδη

Στις 15 Ιουλίου του 1974 η ΕΟΚΑ Β’ και μια χούφτα ακροδεξιών φίλα προσκείμενων σε αυτήν, με τη βοήθεια της Χούντας των Αθηνών, επιχειρούν να καταλύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία και να ανατρέψουν τον εκλεγμένο Πρόεδρο, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’. Οι αποφράδες εκείνες μέρες του πραξικοπήματος, πέραν των δράσεων ακροδεξιών στοιχείων της Χούντας και των εδώ εγκάθετών της, «γέννησαν» και ήρωες που κοίταξαν κατάματα το πρόσωπο του φασισμού. Ήρωες όπως ο Νίκος Μοναγρίτης και ο Παναγιώτης Παναγιώτου, που υπηρέτησαν μέσα από τις τάξεις του Εφεδρικό Σώματος της Αστυνομίας Κύπρου (Εφεδρική Τακτική Μονάς).

Η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στην Κύπρο κατά τα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας, με τις δολοφονίες Ε/κ αριστερών και προοδευτικών, αλλά και Τ/κ, κορυφώθηκε με την ίδρυση της προδοτικής ΕΟΚΑ Β’. Τα οπλισμένα ακροδεξιά στοιχεία της ΕΟΚΑ Β’, που αλώνιζαν στις πλείστες περιοχές της Κύπρου και έσπερναν τον τρόμο, βρήκαν μπροστά τους την αντίσταση του ΑΚΕΛ, όπου μαζί με τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις στάθηκαν στο πλευρό της προάσπισης της Κυπριακής Δημοκρατίας προσπαθώντας με κάθε τρόπο για την αποτροπή των σχεδίων της ΕΟΚΑ Β’, όπως η ένταξή τους στο Εφεδρικό Σώμα της Αστυνομίας Κύπρου (Εφεδρική Τακτική Μονάς).

Η κυβέρνηση Μακαρίου προχώρησε στη σύσταση του Εφεδρικού, ενός μικρού ευέλικτου σώματος για την πάταξη της παράνομης δράσης της ΕΟΚΑ Β’. Φαίνεται όμως ότι σε αυτό το Σώμα διείσδυσαν και ακραία εθνικιστικά στοιχεία. «Από την πρώτη στιγμή ίδρυσης του Εφεδρικού (σ.σ. 13/03/1973) το ΓΕΕΦ θορυβήθηκε», δήλωσε ο Π. Παναγιώτου στη «Χαραυγή». «Άνθρωποι της ΕΟΚΑ Β’ κατάφεραν να διεισδύσουν στις τάξεις του Εφεδρικού. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι απέστειλε τον ταγματάρχη Μ. Αθανάσιο στο γραφείο του Διοικητή του Εφεδρικού με το πρόσχημα ότι ετοιμάζουν σχέδιο για αντιμετώπιση των Τούρκων για την απόσπαση πληροφοριών για την αριθμητική δύναμη και ισχύ πυρός που διέθετε το Σώμα», συνέχισε. «Βεβαίως ο Διοικητής μας τον αντέκρουσε και ο ταγματάρχης σηκώθηκε και έφυγε», πρόσθεσε ο κ. Παναγιώτου.

Οι αριστεροί και προοδευτικοί άνθρωποι βρίσκονταν σε συνεχή εκδιωγμό. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του κ. Παναγιώτου, ο οποίος αναφέρει ότι «τον Φεβρουάριο του 1974 ο λοχαγός Παστελόπουλλος ωρύεται γιατί είχε πληροφορίες ότι άνθρωποι του ΑΚΕΛ και της ΕΔΕΚ είχαν ενταχθεί στο Εφεδρικό Σώμα, δίνοντας εντολή να τους ανακαλύψουν και να τους διώξουν από το Σώμα».

Η μάχη του Εφεδρικού

Στις 5 και μισή τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου άρματα μάχης από την Κοκκινοτριμιθιά, τα οποία έμελλε να αποτελέσουν την ραχοκοκαλιά του πραξικοπήματος, όδευαν προς τη Λευκωσία. «Εκείνη την ημέρα βρισκόμουνα στο στρατόπεδο του Εφεδρικού και παρ’ όλη την κινητικότητα που σημειώθηκε από τους εν δυνάμει πραξικοπηματίες, εμείς στο Εφεδρικό ήμασταν σε εφησυχασμό και δεν λάβαμε υπόψιν την ψιθυρολογία που αναπτύχθηκε. Με λίγα λόγια μας έπιασαν εξ απροόπτου. Κατά τις 8 και μισή ακούσαμε ξαφνικά ριπές πολυβόλων και πριν προλάβουμε να συνταχθούμε βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από τεθωρακισμένα άρματα μάχης και από λοκατζήδες. Η μάχη που ακολούθησε ήταν σφοδρή, με τα ΛΟΚ να βάλλουν πυρ με λύσσα και να μάχονται με φανατισμό. Η μάχη κράτησε γύρω στις 3 με 4 ώρες και στη συνέχεια παραδοθήκαμε στις παράνομες δυνάμεις. Εμένα, με ορισμένους άλλους, μας μετέφεραν αρχικά στο ΡΙΚ και εκεί ακολούθησαν βασανιστήρια. Μας είχαν αφήσει γυμνούς από τη μέση και πάνω και μας είπαν να μείνουμε κάτω στο έδαφος, μετά άρχισαν να μας πατούν με τις αρβύλες και να μας σβήνουν τσιγάρα στα κορμιά μας, δεν θυμάμαι για πόση ώρα κράτησε ούτε πόσες φορές περάσανε τροχάδην από πάνω μας. Στη συνέχεια μάς μετέφεραν στο Αρχηγείο της Αστυνομίας, όπου μείναμε αιχμάλωτοι των πραξικοπηματιών μέχρι το Σάββατο όταν και ξεκίνησε η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής. Δεν πίστευα ότι θα έβγαινα ζωντανός από εκεί», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Παναγιώτου.

Η μάχη του Προεδρικού

Η 32η Μοίρα καταδρομών, κινούμενη από τον Άγιο Χρυσόστομο με διοικητή τον Ναπολέων Δαμασκηνό, ένας λόχος από την 31η Μοίρα καταδρομών, καθώς και πέντε άρματα μάχης προερχόμενα από την Κοκκινοτριμιθιά προελαύνουν προς το Προεδρικό Μέγαρο. «Η απόπειρα να αιφνιδιάσουν την Προεδρική Φρουρά και κατ’ επέκταση τον Μακάριο απέτυχε. Περνώντας έξω από τον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, τα άρματα μάχης εξαπέλυσαν εναντίον του ριπές πυροβολισμών, με αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτή η προέλασή τους στο Προεδρικό», δήλωσε στη «Χαραυγή» ο κ. Μοναγρίτης.

Οι καταδρομείς και τα άρματα μάχης, στην προσπάθειά τους να περικυκλώσουν το Προεδρικό, εφόρμησαν αρχικά από την είσοδο και αργότερα από την έξοδο στην ανατολική πλευρά. «Οι πραξικοπηματίες αναστατώθηκαν, καθώς το πορευόμενο άρμα του Παπασπύρου ακινητοποιήθηκε από αντιαρματικό ρουκετοβόλο και αυτομάτως ακινητοποιήθηκαν και τα υπόλοιπα. Εγώ, ακούγοντας τους πυροβολισμούς και χωρίς κάποια διαταγή, άρπαξα το όπλο μου και έτρεξα από την Ακαδημία (σ.σ. ο Νίκος Μοναγρίτης φοιτούσε στην Αστυνομική Ακαδημία) με κατεύθυνση το Προεδρικό. Στον δρόμο μου βρήκα ένα παρατημένο τυφέκιο, όπου με βοήθησε στη συνέχεια να βγω ζωντανός από τη μάχη. Την περιοχή την γνώριζα αρκετά καλά και με το που έφθασα κοντά στο Προεδρικό και στο ύψος της Αγγλικής Σχολής ήξερα σε ποιο σημείο θα έπρεπε να λάβω θέση και τότε άρχισα να βάλλω κατά των πραξικοπηματιών. Με την εξάντληση των σφαιρών που είχα στην κατοχή μου και με το πέρας αρκετής ώρας, αποφάσισα να κρυφτώ σε μία αλεπότρυπα. Με το που σταμάτησα να πυροβολώ κόπασαν και οι πυροβολισμοί από τη μεριά των πραξικοπηματιών και τότε παρατήρησα μια φιγούρα να έρχεται προς το μέρος μου, χρησιμοποιώντας το βάδισμα της γάτας. Τον αιφνιδίασα και τον σημάδεψα με το τυφέκιο και του είπα να παραδώσει το πιστόλι του και τότε διαπίστωσα πως επρόκειτο για Έλληνα υπολοχαγό και του είπα “όπως έχεις μάνα εσύ έχω μάνα και εγώ και θέλω να ζήσω”. Ο αξιωματικός με χαρακτηριστική φωνή μου είπε ”βρε πατριώτη είσαι ένα γενναίο παλικάρι, που όμοιο του δεν ξανά είδα”. Μου έδωσε και το μαχαίρι του, το οποίο ακόμη και σήμερα το κρατάω ως ενθύμιο εκείνης της στιγμής και έφυγα τρέχοντας.Είχα βρει μια μικρή ημιτελή οικία στην οποία είχα κρυφτεί, καθώς ήμουνα εξαντλημένος φέροντας τραύματα σε όλο μου το σώμα. Κατά τις δώδεκα το βράδυ τέσσερα φορτωμένα με πραξικοπηματίες Land Rover στάθμευσαν έξω από την οικία και μπούκαραν μέσα και με αιχμαλώτισαν». Ο κ. Μοναγρίτης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του βίωσε έξι ημέρες κόλασης. «Με έδεσαν και με βασάνιζαν μέχρι τις 20 του Ιούλη. Οι κλοτσιές και γροθιές που δέχθηκα, ακόμη και στο πρόσωπο, ήταν αμέτρητες, με αποτέλεσμα να με αφήσουν με προβλήματα αναπηρίας», δήλωσε ο κ. Μοναγρίτης.
Οι μέρες εκείνες άφησαν ανεξίτηλα σημάδια όχι μόνο στα κορμιά των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για τη διατήρηση της Δημοκρατίας, αλλά και στο κορμί της Κύπρου, καθώς τα επακόλουθα του πραξικοπήματος εξακολουθούν να υφίστανται με τη συνέχιση της κατοχής της πατρίδας μας.

Η επιστροφή του Μακαρίου

Στις 7 Δεκεμβρίου 1974 ένα ελικόπτερο των Ηνωμένων Εθνών προσγειώνεται στη Λευκωσία με επιβάτη τον νόμιμο Πρόεδρο της Κύπρου, τον Μακάριο. Στην Αρχιεπισκοπή, όπου καταφθάνει ο Πρόεδρος εν μέσω πανηγυρισμών, τον υποδέχεται μια λαοθάλασσα. Ο Τύπος του τότε καιρού κάνει λόγο για 200.000-250.000 άτομα. Στην ομιλία του που έδωσε στην πλατεία της Αρχιεπισκοπής, ο Μακάριος θα πει ότι «χαίρω, διότι επανήλθον εις την Κύπρον. Αλλά και θλίβομαι, διότι η Κύπρος δεν είναι πλέον η ωραία και ευημερούσα νήσος, όπως ήτο αύτη μέχρι του εγκληματικού πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου».

Της τετράμηνης απουσίας του Προέδρου μεσολάβησε η διαφυγή του από την Κύπρο και η απόβασή του στη Μάλτα την επομένη του πραξικοπήματος. Μία μέρα μετά μετέβη στο Λονδίνο, όπου είχε συνάντηση με τον Πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, Χάρολντ Ουίλσον, στην πρωθυπουργική κατοικία, στην παρουσία του Υπουργού Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας Τζέιμς Κάλαχαν, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι η βρετανική κυβέρνηση θεωρούσε τον Μακάριο νόμιμο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 18 Ιουλίου ο Μακάριος μετέβη στη Νέα Υόρκη, όπου έγινε δεκτός από τον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Κουρτ Βαλντχάιμ. Την επομένη συνήλθε το Συμβούλιο Ασφαλείας, για να επιληφθεί της αίτησης της Κύπρου για καταδίκη του πραξικοπήματος. Ο Μακάριος έγινε δεκτός στα Ηνωμένα Έθνη ως ο αρχηγός του κυπριακού κράτους.

Λίγο πριν φθάσει στην Κύπρο ο Μακάριος, για να αναλάβει ξανά την Προεδρία, στις 29 Νοεμβρίου επισκέπτεται την Αθήνα και γίνεται δεκτός από ένα ενθουσιώδες πλήθος στο Σύνταγμα, όπου θα εκφωνήσει την περιβόητη απονομή «κλάδου ελαίας» προς στους πολιτικούς του αντιπάλους.

Απαράδεκτη η εξαίρεση
των τραυματιών του πραξικοπήματος από το τιμητικό επίδομα του ’74

Η μη συμπερίληψη των αναπήρων του πραξικοπήματος, των ανθρώπων δηλαδή που υπερασπίστηκαν τη Δημοκρατία και διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στη διάσωση του Μακαρίου, στο τιμητικό επίδομα του 1974, δεν τιμά την κοινωνία μας, αλλά και την ίδια την Ιστορία της Κύπρου. «Πρόκειται για μια απαράδεκτη εξαίρεση που προσβάλλει τη θυσία όσων ύψωσαν το ανάστημά τους και υπερασπίστηκαν τη δημοκρατία. Παρά τις καταγγελίες μας εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο, δεν έχει διευθετηθεί και πρέπει να επεξηγούμε το θέμα σε κάθε περίπτωση. Δυστυχώς φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν είναι άσχετο με τη γενικότερη προσέγγιση της Δεξιάς σε ό,τι αφορά την ιστορική αλήθεια εκείνης της περιόδου. Δεν θέλουν να τιμήσουν εκείνους που αντιστάθηκαν στο φασιστικό πραξικόπημα της ΕΟΚΑ Β’», δήλωσε η βουλευτής του ΑΚΕΛ Σκεύη Κουκουμά. Το ΑΚΕΛ έθεσε το ζήτημα τόσο στην Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων όσο και στην Επιτροπή Προσφύγων, Εγκλωβισμένων, Αγνοουμένων και Παθόντων από τον περασμένο Ιούλη.