Οι αφορισμοί των επαναστατών από την Εκκλησία



Οι υπόδουλοι στους Οθωμανούς Ρωμιοί δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο την καταπίεση και την σκλαβιά από τους κατακτητές. Είχαν να αντιμετωπίσουν και την καταπίεση και την επιτήρηση της επίσημης Εκκλησίας η οποία είχε πάρει ειδικά προνόμια από τους Οθωμανούς και είχε καταστεί εκείνη η δύναμη η οποία κρατούσε τους Ρωμιούς υπόδουλους στον κατακτητή.

Η Εκκλησία εξαργύρωνε αυτή την υποταγή της στον Σουλτάνο με τους ανώτατους ιεράρχες να ζουν στη χλιδή και στην πολυτέλεια.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα πάντα εξαργυρώνονταν τις εποχές εκείνες και οι ανώτερες και ανώτατες εκκλησιαστικές θέσεις έβγαιναν σε πλειστηριασμό. Κι όποιος πλήρωνε περισσότερα στον Σουλτάνο, έπαιρνε και το αξίωμα.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι καθόλη τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας κατά μέσο όρο ανακηρυσσόταν πατριάρχης κάθε τρία χρόνια!

 

Η θεώρηση της Εκκλησίας για την Οθωμανική Αυτοκρατορία

Ζώντας μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Εκκλησία είχε κάθε λόγο να αντιτίθεται σε οποιαδήποτε επαναστατική δραστηριότητα των υπόδουλων.

55802346 3034844076529364 7417357410081177600 n
Το έγγραφο με το οποίο η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση και του Σούτσο και Υψηλάντη.

Οι εκκλησιαστικοί ταγοί δεν είχαν αρνητική θεώρηση απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ούτε θεωρούσαν καταπιεστική την εξουσία της, αφού όπως αναφέραμε πιο πάνω, μετατράπηκαν και οι ίδιοι εξάρτημα της εξουσίας.

Έτσι θεωρούσαν πως οποιαδήποτε επαναστατική κίνηση στρεφόταν εναντίον και των ιδίων.

 

Διαβάζοντας κάποιος το αφοριστήριο έγγραφο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την επανάσταση του 1821[1], μπορεί να διαπιστώσει ποια ήταν η θεώρηση της επίσημης Εκκλησίας για την αυτοκρατορία.

Για την Εκκλησία η αυτοκρατορία ήταν η «κοινή ημών ευεργέτιδα και τροφός» και η «κραταιά και αηττήτος βασιλεία».

 

Οι δε επαναστάτες με το ξεσήκωμα τους θέλησαν «να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία».

 

Καθυβρίζονται Υψηλάντης και Σούτσος

Στο αφοριστήριο αυτό εξαπολύονταν ύβρεις εναντίον του Μιχαήλ Σούτσου και του Αλ. Υψηλάντης «Αυτός όμως[2], φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας».

55937480 2324367071218749 8148175915453513728 n
Οι αφορισμένοι.

Ο Κολοκοτρώνης για τους αφορισμούς

Αρκετοί αμφισβητούν το ρόλο της επίσημης Εκκλησίας, όμως ο ίδιος ο Κολοκοτρώνεις πιστοποιεί στον γνωστό λόγο του στην Πνύκα ότι «Σαν είδε τοῦτο ο σουλτάνος[3], διόρισε ένα βιτσερὲ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τοὺς έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη».

 

Στα Απομνημονεύματα του ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι το 1805 ετοιμαζόταν επανάσταση με τη βοήθεια των Ρώσων αλλά το έμαθαν οι Οθωμανοί. «Ο Σουλτάντος λαμβάνει την ιδέα να κόψη τον λαόν. Ο πατριάρχης κάμει παρατηρήσεις και λέγει: ‘’Τι πταίει ο λαός; Να σκοτώσωμεν τους πρωταιτίους, τους κακούς’’ (…) Τότε κάμνει ένα φερμάνι ο Σουλτάνος να σκοτώσουν τους κλέφτας. Αφοριστικό έρχεται του Πατριάρχου δια να σηκωθεί ο όλος ο λαός, κι έτσι εκινήθηκεν όλη η Πελοπόννησος. Τούρκοι και Ρωμιοί κατά των Κολοκοτροναίων».[4]

 

Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει πως όταν ήρθε το αφοριστήριο το 1806 έφυγε και πήγε στη Ζάκυνθο.[5]

Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο αδελφός του Δημητράκης σκοτώθηκε μετά από προδοσία καλόγερου σε μοναστήρι[6], ενώ πιο κάτω αναφέρεται σε ένα ηγούμενο στον οποίο έταξαν να τον κάνουν Δεσπότη αν προδώσει τον Κολοκοτρώνη. Κι αυτός συνωμότησε με τον Μπέη και τον συμπέθερο του Κολοκοτρώνη για να τον παραδώσουν ζωντανό. Όμως δεν το πέτυχαν.[7]

 

Ο αφορισμός των Κλεφτών

Ο αφορισμός των κλεφτών του 1805 έγινε από τον Πατριάρχη (Αλεξανδρείας) Καλλίνικο Ε’.

Ο Καλλίνικος δείχνοντας μεγάλη «φιλοτιμία», σπεύδει εκ μέρους της «κραταιοτάτης βασιλείας, και του υψηλού δοβλετίου» να καλέσει τις άρχουσες τάξεις της Πελοποννήσου να προνοήσουν «διά την ησυχίαν και καλήν κατάστασιν όλων των υπηκόων και πιστών ραγιάδων», τηρώντας «απαρασάλευτα όσα προστάζενται» με «μεγάλην δουλικήν κλίσιν» και να «εμποδίζουν με κάθε τρόπον και με όλην τους την δύναμιν κάθε κίνημα».[8]

Ο Καλλίνικος καλούσε τους πάντες να μην αγνοήσουν την εγκύκλιο διότι θα επιφέρει «χαλεπώτατα παιδευτήρια» ακόμη και τον «πικρόν θάνατον της ζωής» τους.[9]

 

Ο αφορισμός της Μπουμπουλίνας

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ αφόρισε και τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα τον Οκτώβριο του 1820, πριν ακόμα ξεσπάσει η επανάσταση.

Επίσημη αφορμή για την πράξη αυτή φέρεται μία κληρονομικής φύσεως οικογενειακή διαφορά μεταξύ των δύο γιών του δευτέρου συζύγου της Μπουμπουλίνας, Γιάννη και Παντελή Μπούμπουλη, με την ίδια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τον καιρό κατά τον οποίον αφορίσθηκε η Μπουμπουλίνα, προετοίμαζε μεθοδικά την συγκρότηση ικανού στόλου με την προοπτική πολέμου στη θάλασσα. Την «κάρφωσαν» στην εξουσία η οποία προσπάθησε να της κατάσχει τα πλοία αλλά αυτή κατάφερε να προστατέψει τα πλοία της, με την βοήθεια και των Ρώσων, επικαλούμενη το γεγονός ότι τα πλοία της έφεραν ρωσική σημαία, αλλά και το ότι ο σύζυγός της είχε προσφέρει υπηρεσίες στον ρωσικό στόλο.[10]

 

Ο κυνηγητό του Ρήγα Φεραίου

Πέντε μήνες μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα και τον συντρόφων του, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ εξαπολύει εγκύκλιο προς τους μητροπολίτες του θρόνου και τους προειδοποιεί για την κυκλοφορία του επαναστατικού εντύπου του Ρήγα[11]. Στο αντίγραφο της εγκυκλίου που εστάλη στον μητροπολίτη Σμύρνης Άνθιμο (και διάδοχό του στο μητροπολιτικό θρόνο της πρωτεύουσας της Ιωνίας ) που φέρει ημερομηνία 1 Δεκεμβρίου 1798 ο Γρηγόριος τον ενημερώνει ότι «συνέπεσε εις χείρας ημών εν σύνταγμα εις μίαν κόλλαν χαρτί ολόκληρον, μεγάλην, εις απλήν φράσιν ρωμαικήν, επιγραφόμενον «νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, των μικρών εν τη μεσογείω νήσων και της Βλαχομπογδανίας» και ανεμνήθημεν του ποιμαντικού χρέους». Γι’ αυτό και του ζητάει να επαγρυπνεί «με ακριβείς έρευνας και εξετάσεις» για να μην κυκλοφορήσει στην επαρχία του το επικίνδυνο φύλλο: «Όθεν εντελλόμεθα σοι σφοδρώς να εγρηγορής όλαις δυνάμεσιν, εν πάσι τοις μέρεσι της επαρχίας σου , και κώμαις και χωρίοις παραλίοις και μεσογείοις, να μην παραμπέση τοιούτον σύνταγμα εις ανάγνωσιν τω χριστιανικώ εμπιστευθέντι σοι λαώ, όπερ να μην εμφανισθή πρώτον τη αρχιεροσύνη σου, ότι πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των θολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον».[12]

 

Το κυνηγητό του Ρήγα παραδέχεται και ο πρώην αρχιεπίσκοπος της Ελλάδας Χριστόδουλος ο οποίος γράφει «Το φυσικώτερον ήταν να κληθή αμέσως ο Εθνάρχης να συγκρατήση κάθε κίνησι και να συμμορφωθή προς τις υποχρεώσεις του. δηλ. καθαρά να εγγυηθή την υπακοή των ραγιάδων». (…) «Κρινόμενος ο Ρήγας με τα μέτρα της εποχής του ήταν ένας επικίνδυνος ονειροπόλος. Η υπό στυγνή δουλεία η Ελλάς είχε ανάγκη πολιτικής όχι κοινωνικής επαναστάσεως».[13]

 

Αφορισμοί και μετά την επανάσταση

Λέγεται, χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώνεται ότι ο αφορισμός της επανάστασης ήρθη την Μεγάλη Δευτέρα του 1821 σε μυστική τελετή στο Πατριαρχείο.[14]

Ποτέ όμως δεν έχει αποδειχθεί ή παρουσιασθεί ένα τέτοιο αποδειχτικό στοιχείο.

Αντίθετα, μέχρι και σήμερα, ανώτεροι ιερωμένοι στην Ελλάδα θεωρούν την επανάσταση ως ένα κακό για την Ελλάδα.

 

Αν όμως είχε αρθεί ο αφορισμός αυτός, τότε πώς εξηγούν τον επόμενο αφορισμό;

Ο επόμενος αφορισμός έγινε από τον διάδοχο του Γρηγόριου Ε’, τον Ευγένιο.

Με συνεχείς εγκυκλίου τους ο νέος Πατριάρχης, από τον Αύγουστο του 1821 έως και Ιανουάριο 1822, καλούσε τους επαναστατημένους Έλληνες να μετανοήσουν και να δηλώσουν υποταγή και ευπείθεια στον Σουλτάνο: «Μεγάλαι ήσαν αι εύνοιαι (…) και το έθνος υμών αντικείμενον της πατρικής μερίμνης του Σουλτάνου, όφειλε να ευλογή τον μονάρχην, όστις κυβερνά τον λαόν αυτού καθ’ υπόδειγμα της θείας ευσπλαχνίας (…) Αλλά φευ αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μέγα μέρος των Ελλήνων, παριδόντες το καθήκον της ευγνωμοσύνης, ετόλμησαν να φέρωσιν όπλα εναντίον του γαληνοτάτου και κραταιοτάτου ημών ηγεμόνος».[15]

 

Για όσους δε δεν «μετανοήσουν» εκτοξεύει ο συγκεκριμένος πατριάρχης απειλές κατά της ζωής, της περιουσίας, της οικογένειας και της πατρίδας τους και, πέρα από αυτά, κυρώσεις χωρίς έλεος, που θα τους επιβάλει ο Οθωμανός κυρίαρχος, ενώ «θα τους τιμωρήσει αμείλικτα και ο Θεός».[16]

 

[1] Πρωτοδημοσιεύθηκε στο ελληνικό περιοδικό «Λόγιος Ερμής» που τυπώνονταν στην Βιέννη της Αυστρίας. Το κείμενο αναφέρεται κι αργότερα στο βιβλίο Ιστορίας του Ιωάννη Φιλήμονος, του 1856.

[2] Αναφέρεται στον Μιχαήλ Σούτσο.

[3] Ότι οι Έλληνες δεν υποτάσσονταν και δεν αλλαξοπιστούσαν.

[4] Θεόδωρου Κολοκοτρώνη «Απομνημονεύματα», εκδόσεις Βεργίνα, σελ. 39, 40.

[5] Στο ίδιο σελ. 41.

[6] Στο ίδιο σελ. 44.

[7] Στο ίδιο σελ. 47, 48.

[8] Διαπιστώνουμε ότι η οπτική απέναντι στην αυτοκρατορία ήταν η ίδια με αυτήν του Γρηγόριου Ε’ όπως καταγράφεται στο δικό του αφοριστήριο.

[9] https://www.pare-dose.net/3685

[10] https://www.pare-dose.net/3651

[11] Δημήτρης Γ. Αποστολόπουλος « Η Γαλλική Επανάσταση στην Τουρκοκρατούμενη Ελληνική Κοινωνία» σ. 27, Αθήνα 1989 . Βασίλειος Στυλ. Καραγεώργος « Η Πατριαρχικής Εγκύκλιος του Γρηγορίου Ε’ προς τους Επτανησίους , το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Γαλλική Επανάσταση» σ. 21, Αθήνα 2000. Αριστείδης Πανώτης «Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας» σ. 422, Αθήνα 2008).

[12] https://www.imerodromos.gr/rigas-patriarxeio/

[13] Χριστόδουλου, Αρχιεπ. Αθηνών και Πάσης Ελλάδος «Ο εθνάρχης της οδύνης Γρηγόριος Ε’».

[14] https://www.oodegr.com

[15] https://www.pare-dose.net/3525

[16] Δημ. Σοφιανού «Εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρχη…».