Το εξώφυλλο του εγγράφου του ΑΚΕΛ προς τα Ηνωμένα Έθνη.

 

 

Στο σημείωμα του περασμένου Σαββάτου αναφερθήκαμε στην άρνηση της Εθναρχίας και γενικά της Δεξιάς να συνεργαστεί με την Αριστερά και τον Ε.Α.Σ.  για την αποστολή κοινού υπομνήματος προς τα Ηνωμένα Έθνη με αίτημα την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ο Ε.Α.Σ. αντιδρώντας στην άρνηση της Δεξιάς αποφασίζει να αποστείλει μόνη της το υπόμνημα το Νοέμβριο του 1949.

Το υπόμνημα έφερε την υπογραφή, του ΕΑΣ, του ΑΚΕΛ, της Ένωσης Αγροτών Κύπρου, της Παγκύπριας Δημοκρατικής Ένωσης Γυναικών, της Ανορθωτικής Οργάνωσης Νεολαίας, της Παγκύπριας Ένωσης Μικροκαταστηματαρχών και των δημάρχων της Αριστεράς.

 

Οι κρυμμένες «λεπτομέρειες» της ιστορίας

Αναφερόμαστε σε κρυμμένες «λεπτομέρειες» της ιστορίας αφού στην επίσημη αφήγηση που αφορά τα όσα διαδραματίστηκαν με τη διενέργεια της εκστρατείας συλλογής υπογραφών τον Ιανουάριο του 1950 δεν δίνεται η πλήρης εικόνα.

Η επίσημη ιστορική αφήγηση, όπως αυτή μεταφέρεται και στις σχολικές αίθουσες κάνει αναφορά μόνο στο τελευταίο μέρος αυτής της ενότητας που ήταν η απόφαση της Εθναρχίας να διοργανώσει το λεγόμενο δημοψήφισμα, χωρίς να αναφέρεται στο τι προηγήθηκε.

Και με αυτό τον τρόπο δίνεται μια εντελώς λανθασμένη εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα, ότι η ιδέα ανήκε αποκλειστικά στην Εθναρχία και ακολούθησαν οι υπόλοιποι.

 

Η πραγματικότητα είναι πως η γενικότερη ιδέα υπήρχε στον ορίζοντα χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε χειροπιαστό.

Από την πλευρά της Εθναρχίας η ιδέα συζητήθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του τότε μητροπολίτη Κιτίου Μακάριου (ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος) στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 1949.

Αναφορά στη συνάντηση κάνει ο Σωκράτης Λοϊζίδης στο βιβλίο του “Άτυχη Κύπρος” όπου αναφέρει πως συναντήθηκε στην Αθήνα με τον μητροπολίτη Μακάριο στην παρουσία και του καθηγητή της νομικής Δημήτριου Βεζανή. Κατά τη συζήτηση ανέπτυξε, όπως αναφέρει, στο Μακάριο τα συμπεράσματα μελετών του για την προώθηση του Κυπριακού και στα Ηνωμένα Έθνη.

Σε αυτή τη συνάντηση ο Βεζανής ανέπτυξε την ιδέα του για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στην Κύπρο.

Ο Βεζανής είχε ξεκαθαρίσει ότι το δημοψήφισμα θα αφορούσε μόνο τους Ελληνοκύπριους, αφού θεωρούσε δεδομένο ότι οι Τ/κύπριοι θα ακολουθούσαν τους Βρετανούς και δεν θα αποδέχονταν την ένωση με την Ελλάδα.

 

Η Εθναρχία υποχρεώνεται στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος

Η προκήρυξη εκστρατείας συλλογής υπογραφών από την Αριστερά κάτω από το Υπόμνημα της παράταξης προς τα Ηνωμένα Έθνη, ύστερα από τη άρνηση της Δεξιάς, θορύβησε την Εθναρχία και την παράταξη αφού φοβήθηκε ότι η πρωτοβουλία του αγώνα θα περνούσε στα χέρια της Αριστεράς, κάτι που με τίποτε δεν το ήθελαν, ιδιαίτερα μετά την ήττα της Ελληνικής Αριστεράς στον εμφύλιο πόλεμο που μόλις είχε λήξει στην Ελλάδα.

Έτσι η Εθναρχία και η Δεξιά υποχρεώθηκαν να υλοποιήσουν τις προηγούμενες αλλά μη πραγματοποιήσιμες σκέψεις για τη διενέργεια δημοψηφίσματος.

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό πως παρά τις αντιβρετανικές διακηρύξεις της Εθναρχίας και της Δεξιάς, στην ουσία αυτοί ήταν ευθυγραμμισμένοι με τη βενιζελική γραμμή η οποία θεωρούσε ότι το πρόβλημα της Κύπρου θα διευθετηθεί μέσω των φιλικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας.

Άλλωστε δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι παράγοντες της Δεξιάς αλλά και της Εθναρχίας διατηρούσαν καλές σχέσεις με την αποικιοκρατία κι αυτή εκφραζόταν τόσο με τους διορισμούς υποστηρικτών τους σε δημόσιες θέσεις κι αξιώματα, αλλά μέσω της συνεργασίας που αναπτυσσόταν μεταξύ τους στην πολεμική εναντίον της Αριστεράς και των αγώνων της.

 

Η εξαγγελία του δημοψηφίσματος

Όπως αναφέραμε στο σημείωμα της προηγούμενης εβδομάδας, η Αριστερά παρέδωσε υπόμνημα συνεργασίας στην Εθναρχία στις 27 Σεπτεμβρίου 1949, πρόταση την οποία απέρριψε η Εθναρχία.

 

Η Εθναρχία αποφάσισε να απαντήσει με δική της ενέργεια και στις 18 Νοεμβρίου πραγματοποίησε σύσκεψη πριν ακόμα αποσταλεί το υπόμνημα του ΑΚΕΛ στον ΟΗΕ (21.11.1949) και πήρε κατ’ αρχήν απόφαση για διενέργεια δημοψηφίσματος.

Πρωταγωνιστές της ενέργειας ήταν οι νεαροί μητροπολίτες Κιτίου Μακάριος και Κερύνειας Κυπριανός, μιας και ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β’ βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία και ήταν ανήμπορος να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα.

 

Αφού η Εθναρχία έλαβε την απόφαση της, δεν την δημοσιοποίησε παρά μόνο την 1η Δεκεμβρίου και μετά τη αποστολή του υπομνήματος του ΑΚΕΛ.

Μάλιστα στην ανακοίνωση που εκδόθηκε αναφερόταν ότι η οριστική απόφαση λήφθηκε εκείνη την ημέρα, δηλαδή την 1η Δεκεμβρίου 1949 και αναφερόταν ότι «σχετική δε εισήγησις θα γίνη ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου Εθναρχίας, το οποίον εκλήθη να συνέλθη την προσεχή Δευτέραν, 5ην Δεκεμβρίου».

 

Άμεση η αντίδραση της Αριστεράς

Η Αριστερά (ΕΑΣ και ΑΚΕΛ) αντέδρασαν άμεσα στην ανακοίνωση της Εθναρχίας εξαγγέλλοντας παγκύπριες κινητοποιήσεις για την ένωση μία ημέρα πριν την οριστικοποίηση της απόφασης της Εθναρχίας, δηλαδή στις 4 Δεκεμβρίου.

Παράλληλα ο ΕΑΣ με ανακοίνωση του υπογράμμιζε ότι θα υποστήριζε ένα δημοψήφισμα και θα σταματούσε τη δική του συλλογή υπογραφών υπέρ του υπομνήματος του, αν η πρόθεση της Εθναρχίας ήταν η διενέργεια ενός πραγματικά ενωτικού δημοψηφίσματος.

Την ίδια ώρα καλούσε την Εθναρχία να συγκαλέσει κοινή σύσκεψη όλων των κομμάτων και τω οργανώσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή διενέργεια του δημοψηφίσματος αλλά και να καταρτιστεί κοινή αντιπροσωπεία η οποία θα μετέβαινε στον ΟΗΕ για να ανακινήσει το Κυπριακό Εθνικό ζήτημα.

 

Και πάλι άρνηση της Εθναρχίας συνοδευόμενη από ύβρεις

Η Εθναρχία απάντησε και πάλι αρνητικά στην Αριστερά μέσω του Γραμματέα της Ξενοφώντα Κουμπαρίδη στις 30 Σεπτεμβρίου.

Τονιζόταν στην απάντηση ότι η Εθναρχία δεν δίνει καμία προσοχή στις αξιώσεις της Αριστεράς και προστίθετο ότι «διά της μέχρι τούδε στάσεως των κατεπρόδωσαν “τον ιερόν αγώνα της Μητρός πατρίδος» και «ησέβησαν προς τας θρησκευτικάς και εθνικάς παραδόσεις… εδίδαξαν το μίσος και προσεπάθησαν να διχάσουν τας ηθικάς δυνάμεις της δούλης Κύπρου».

Κιτίου Μακάριος, Αρχ. Μακάριος Β’, Κερύνειας Κυπριανός.

Ο ΕΑΣ απάντησε στην ανακοίνωση της Εθναρχίας στις 13 Οκτωβρίου 1949 με διακήρυξη δια της οποίας καταγγελλόταν η διασπαστική και ουσιαστικά, ανθενωτική στάση της Εθναρχίας και καλούσε το λαό σε συμφιλίωση κι’ ενότητα δράσης. Καλούσε επίσης το λαό σε εντατικό εθνικό-απελευθερωτικό αγώνα και υποστήριξη κάθε διαβήματος για την ανακίνηση του κυπριακού στον ΟΗΕ.

Στη διακήρυξη επισημαινόταν μεταξύ άλλων «Ο καθένας αναρωτιέται; Πού αποσκοπεί η εσπευσμένη και απροσδόκητη αυτή ενέργεια της Εθναρχίας; Είναι γνωστόν πως για αρκετό καιρό επίμονα όλες οι λαϊκές οργανώσεις έθεταν μπροστά στην Εθναρχία την ανάγκη ενιαίων παλλαϊκών εκδηλώσεων για την προώθηση της ενωτικής μας αξίωσης, αλλά, τόσον η Εθναρχία και η ηγεσία της Δεξιάς, όσον και η Κυβέρνηση των Αθηνών, προτιμούσαν τον αντικομμουνιστικό αγώνα, παρά τον εθνικό ενωτικό αγώνα. Προτιμούσαν την εθνική αδράνεια παρά την εθνική δράση, εξυπηρετώντας έτσι τα ιμπεριαλιστικά σχέδια».

Και πρόσθετε η διακήρυξη: «Ποιος τώρα δε θα συμφωνήσει πως αν η Εθναρχία και η ηγεσία της Δεξιάς αποδέχονταν την εισήγηση μας για το κοινό διάβημα και κοινή αποστολή προς τον ΟΗΕ, η υπόθεση μας θα βρισκόταν ίσως μπροστά στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ;».

 

ΕΑΣ: Έτοιμος για συνεργασία

Την ίδια ώρα ο ΕΑΣ και το ΑΚΕΛ δεν παραιτούνταν από τις προσπάθειες για επίτευξη της ενότητας του λαού και προσπαθειών, παρά την στείρα και προκλητική στάση της Εθναρχίας.

Ο ΕΑΣ στην προαναφερόμενη διακήρυξή του τόνιζε με έμφαση ότι «η Λαϊκή Παράταξη, θα συνεχίσει τη συλλογή υπογραφών προς υποστήριξη του εθνικού υπομνήματος προς τον ΟΗΕ, αλλά θα είναι έτοιμη να διακόψει τη συλλογή υπογραφών από τη στιγμή που η Εθναρχία θα προκηρύξει ένα τέτοιο ενωτικό δημοψήφισμα. Ωστόσο, η Λαϊκή παράταξη θεωρεί καθήκον της να υπενθυμίσει στην Εθναρχία την πατριωτική της εισήγηση της 27ης του Σεπτέμβρη 1949 και συνεπής προς αυτή κάμνει τις ακόλουθες συγκεκριμένες προτάσεις».

 

Η προκήρυξη του δημοψηφίσματος

Στη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1949 η Εθναρχία αποφάσισε την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος στις 15 Ιανουαρίου 1950.

Αμέσως συγκροτήθηκε και η «Συντονιστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνος» και στις 8 Δεκεμβρίου άρχισε η κινητοποίηση του λαού.

Στη Συντονιστική μετείχαν μόνο οι δεξιές οργανώσεις και οι δεξιοί δήμαρχοι των πόλεων και κωμοπόλεων, αφού η Εθναρχία είχε αποκλείσει για άλλη μια φορά την Αριστερά.

Οι υπογραφές των στελεχών του ΑΚΕΛ στο Υπόμνημα που στάλθηκε στον ΟΗΕ.

Ωστόσο η Αριστερά παραμέρισε τις διαφορές και φερόμενη πατριωτικά κάλεσε τα μέλη και τους υποστηρικτές της να υποστηρίξουν το δημοψήφισμα κάνοντας πράξη τον ενιαιομετωπικό αγώνα.

Παράλληλα το ΑΚΕΛ ανακοίνωσε ότι παρά τη στάση της Εθναρχίας θα τερμάτιζε τη συλλογή υπογραφών και ότι θα ριχνόταν στη μάχη υπέρ του δημοψηφίσματος, έστω κι αν αυτό διεξαγόταν από την Εθναρχία.

Ταυτόχρονα όμως προειδοποιούσε ότι θα απέσχε από το δημοψήφισμα αν η Εθναρχία το κομματικοποιούσε.

 

Το δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε από τις 15 μέχρι τις 22 Ιανουαρίου 1950 και το αποτέλεσμα του ήταν συντριπτικό. 97% των Ε/κυπρίων που είχαν δικαίωμα ψήφου, υπέγραψαν υπέρ της Ένωσης.