«Θα πρέπει να θεωρούνται ΕΠΙΖΗΣΑΣΕΣ και όχι ΘΥΜΑΤΑ οι γυναίκες του νησιού μας που έχουν ζήσει το πιο οδυνηρό πρόσωπο του πολέμου -αυτό του βιασμού- και έχουν επιβιώσει»

«Οι περισσότερες από τις βιασθείσες γυναίκες δεν συμπεριελήφθησαν ποτέ στους παθόντες της εισβολής, ούτε έτυχαν ποτέ κάποιας βοήθειας ψυχολογικής, ιατρικής, οικονομικής για να ξεπεράσουν, όσο είναι δυνατόν, το μαρτύριο και τις συνέπειές του»

Της Άννας Μισιαούλη

Θα πρέπει να θεωρούνται ΕΠΙΖΗΣΑΣΕΣ και όχι ΘΥΜΑΤΑ οι γυναίκες, είτε πρόκειται για Ελληνοκύπριες είτε για Τουρκοκύπριες είτε για γυναίκες από τις άλλες εθνοτικές κοινότητες του νησιού μας που έχουν βιώσει το πιο οδυνηρό πρόσωπο του πολέμου -αυτό του βιασμού- και έχουν επιβιώσει, ανέφερε στην τοποθέτησή της η Τουρκοκύπρια ακτιβίστρια και “βουλευτής” του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος, Doğuş Derya. Η τοποθέτησή της πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης “Οι Γυναίκες της Κύπρου: Θύματα του πολέμου και των συγκρούσεων”, που οργάνωσε πρόσφατα στην Πάφο η ΠΟΓΟ, η Προοδευτική και η ΕΔΟΝ.

Η Σκεύη Κουκουμά, βουλευτής του ΑΚΕΛ, στη δική της τοποθέτηση επεσήμανε ότι σε όλο τον κόσμο παρατηρείται η ίδια εικόνα, για το πώς έχουν βιώσει τον πόλεμο οι γυναίκες. Υπογράμμισε ότι οι γυναίκες αποτελούν εκείνα τα θύματα που δέχονται τις πιο αποκρουστικές και βασανιστικές μορφές βίας σε περιόδους πολέμου. Ιδιαίτερα στις αρχές του 21ου αιώνα, σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα των Ηνωμένων Εθνών, περίπου το 90% των θυμάτων σε πολέμους ήταν άμαχοι πολίτες με την πλειοψηφία να αφορά γυναίκες και παιδιά.
Ανάλογα, η Doğuş Derya επεσήμανε ότι όπως σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου, έτσι και στην Κύπρο τα τραυματικά γεγονότα που έζησαν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο δεν λαμβάνουν χώρα στις επίσημες ιστορικές αφηγήσεις που έγραψαν άνδρες. Η σεξουαλική βία που υπέστησαν οι γυναίκες θεωρήθηκε ως ντροπή ή αμαρτία και αποσιωπήθηκε, σημείωσε. Ενώ οι ιστορίες των αντρών ειπώθηκαν στο πλαίσιο «ηρωικών» θρύλων, οι γυναίκες είτε αγνοήθηκαν είτε χαρακτηρίστηκαν ως θύματα, πρόσθεσε.

Ο βιασμός ως όπλο πολέμου

Η Doğuş Derya σημείωσε ότι ο συστηματικός βιασμός κατά τον 20ό αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως όπλο πολέμου σε εθνοτικές συγκρούσεις και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα παραδείγματα.
Το 1937, στην περιοχή Nanking της Κίνας, Ιάπωνες στρατιώτες βίασαν περίπου 80.000 γυναίκες και κορίτσια κινεζικής καταγωγής και στη συνέχεια τις σκότωσαν. Ο αριθμός των Ασιάτισσων που κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου απήχθησαν από τα σπίτια τους και στάλθηκαν στο μέτωπο για να ανταποκριθούν στις σεξουαλικές απαιτήσεις των Ιάπωνων στρατιωτών, χρησιμοποιήθηκαν ως δούλες του σεξ και όταν τελείωσε ο πόλεμος αφέθηκαν να πεθάνουν στο μέτωπο, είναι πάνω από 250.000.

Γύρω στις 500.000 γυναίκες βιάστηκαν κατά τη γενοκτονία της Ρουάντα, ενώ ο αριθμός των γυναικών και των κοριτσιών που βιάστηκαν μετά από συστηματικές εφόδους στα χωριά τους στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ήταν 200.000.
Περισσότερες από 20.000 μουσουλμάνες γυναίκες, οι οποίες είχαν βιαστεί συστηματικά στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη κλείστηκαν σε καταυλισμούς βιασμού και αφού έμειναν έγκυες τις ανάγκασαν να γεννήσουν.

«Το αίμα σας θα παγώσει όταν θα διαβάσετε τις ιστορίες των γυναικών που εκτέθηκαν σε βιασμό, επειδή υπάρχουν γυναίκες που έχουν υποστεί ομαδικό βιασμό στην ηλικία των 6 ετών και γυναίκες που έχουν βιαστεί μόλις γέννησαν και δεν έχουν πάρει ακόμα στην αγκαλιά τους τα μωρά τους», σημείωσε.

Στην περίπτωση της Κύπρου εστίασε στη δική της τοποθέτηση η Σκεύη Κουκουμά. Χαρακτήρισε τους βιασμούς των γυναικών ως ένα από τα πλέον αποκρουστικά εγκλήματα στον πόλεμο και τις συγκρούσεις. Αντίστοιχα κατά τη διάρκεια της εισβολής οι βιασμοί, τα βασανιστήρια, η βία ενάντια στις γυναίκες αποτέλεσαν κύριο όπλο στα χέρια του Αττίλα, σημείωσε. Ανεξάρτητα από ηλικία. Συμπλήρωσε ότι αντίστοιχα περιστατικά συνέβηκαν σε βάρος Τουρκοκύπριων γυναικών και κοριτσιών σε Μάραθα, Αλόη, Σανταλλάρη. Με την αναφορά στην ιστορική αλήθεια ούτε εξισώνεται η τούρκικη εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή, αλλά θα πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι δεν έχει «δίκαιους» βιασμούς ούτε το μαρτύριο του βιασμού βιώνεται διαφορετικά εάν γίνεται από βάρβαρους εισβολείς ή από ομάδες φασιστών και εθνικιστών, διευκρίνισε.
Ταυτόχρονα, η Doğuş Derya έψεξε την τεράστια καθυστέρηση που επέδειξε η Πολιτεία στο να ασχοληθεί, να φροντίσει και να στηρίξει αυτή την ομάδα γυναικών. Επ’ αυτού σημείωσε ότι η κοινωνία και η Πολιτεία προτίμησαν τότε να προσπεράσουν το θέμα ταμπού και ότι όπως και σε άλλες περιπτώσεις πολέμων και διενέξεων, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας που έχουν τα εγκλήματα σε βάρος του γυναικείου πληθυσμού υποβαθμίστηκε.

Οι γυναίκες δεν ενθαρρύνθηκαν να μιλήσουν ανοιχτά, και όπως συνήθως συμβαίνει, ένιωσαν ότι πρέπει να ντρέπονται αυτές για ό,τι τους συνέβη, υπογράμμισε. Πρόσθεσε ότι στις πλείστες περιπτώσεις οι οικογένειες των θυμάτων προσπάθησαν με κάθε τρόπο να κρύψουν την «ντροπή», στέλνοντάς τις στο εξωτερικό ή παντρεύοντάς τις με συνοπτικές διαδικασίες. Είναι χαρακτηριστικό, σημείωσε, ότι οι περισσότερες από τις βιασθείσες γυναίκες δεν συμπεριελήφθησαν ποτέ στους παθόντες της εισβολής, ούτε έτυχαν ποτέ κάποιας βοήθειας ψυχολογικής, ιατρικής, οικονομικής για να ξεπεράσουν, όσο είναι δυνατόν, το μαρτύριο και τις συνέπειές του. Θα έπρεπε άλλωστε να υποβάλουν αιτήσεις και να υποστούν όλες τις ψυχοφθόρες διαδικασίες, συμπλήρωσε.

“Ακόμη και πρόσφατα, όμως, όταν αναδείξαμε το θέμα ως ΑΚΕΛ και ως Γυναικείο Κίνημα της ΠΟΓΟ υπήρξε για ένα χρονικό διάστημα ένα προσβλητικό τείχος γραφειοκρατίας που ζητούσε από τις γυναίκες να αποδείξουν το βιασμό τους δεκαετίες μετά και να περάσουν από ιατρικές εξετάσεις. Ξεπεράστηκε και αυτό όταν δημόσια αναφερθήκαμε στις ντροπιαστικές διαδικασίες που υπήρχαν”, ανέφερε.

Ο βιασμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

Η Doğuş Derya από την πλευρά της αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους ο βιασμός χρησιμοποιείται τόσο ευρέως ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Κατ’ αρχή σημείωσε ότι ο βιασμός ως όπλο πολέμου χρησιμοποιείται για να τρομοκρατήσει τους ανθρώπους και να τους αναγκάσει να μεταναστεύσουν.

Ταυτόχρονα, επεσήμανε ότι ο βιασμός των γυναικών ερμηνεύεται ως η καταπάτηση της τιμής ενός έθνους, επειδή πολλές εθνικιστικές αφηγήσεις αντιπροσωπεύουν τις γυναίκες ως φορείς της εθνικής αξιοπρέπειας και κουλτούρας.
Επιπλέον, η σεξουαλική βία στον πόλεμο μπορεί να παραλληλιστεί με βομβαρδισμό χωρίς βόμβες, όσον αφορά τα καταστρεπτικά αποτελέσματά του, ενώ στην περίπτωση που οι άνδρες δεν εγκαταλείψουν τις γυναίκες, αυξάνονται οι περιπτώσεις της ενδοοικογενειακής βίας, αφού οι σύζυγοι των οποίων πληγώθηκε η υπερηφάνεια αυτή τη φορά ασκούν βία κατά των γυναικών στο σπίτι.

Επιπρόσθετα, τις περισσότερες φορές, επειδή οι γυναίκες στιγματίζονται ως λερωμένες και αμαρτωλές είτε αποκλείονται από την κοινωνία είτε αυτοκτονούν είτε όπως έγινε στην Κύπρο στέλνονται στο εξωτερικό.

Σημείωσε ότι δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια ποιος είναι ο αριθμός των περιπτώσεων βιασμού στην Κύπρο επειδή εδώ και πολύ καιρό αυτό το ζήτημα θεωρείται ως ταμπού και πολλοί αξιωματούχοι, και κυρίως πολιτικοί, συμφώνησαν ότι και στις δύο πλευρές δεν θα ανοιχθεί συζήτηση για αυτό το θέμα. Τα θέματα αυτά παρέμειναν κρυμμένα για τόσο πολύ καιρό, που ήμουν ήδη 30 ετών όταν άκουσα για πρώτη φορά για τέτοια φρικτά περιστατικά.

«Θυμάμαι ότι ράγισε η καρδιά μου όταν έμαθα από τη Μαρία Χατζηπαύλου για την ιστορία μιας γυναίκας που το 1974 έχασε τα λογικά και έτρεχε κλαίγοντας γύρω από τον προσφυγικό καταυλισμό επειδή βιάστηκε», υπογράμμισε.

Τις βίαζαν σε τακτική βάση!

Η Doğuş Derya σημείωσε ότι γνωρίζουμε ότι τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’ που έκαναν εισβολή στα χωριά Μαράθα – Σανταλλάρης – Αλόα το 1974, μάζεψαν γυναίκες από τα τρία χωριά και από τις 20 Ιουλίου έως τις 14 Αυγούστου τις βίαζαν σε τακτική βάση και στις 14 Αυγούστου σκότωσαν συλλογικά 126 άτομα.

Επίσης, το 1974, μάθαμε ότι στην Άσσια ανάγκασαν Ελληνοκύπριους άντρες να μπουν σε ένα λεωφορείο, τους οποίους αργότερα δεν είδε κανείς και ότι οι Ελληνοκύπριες γυναίκες στην Αφάνεια και τη Μόρα βιάστηκαν. Ένα παρόμοιο γεγονός συνέβη και στην Τόχνη. Αυτή τη φορά, το λεωφορείο γεμίζει με Τουρκοκύπριους άνδρες και βιάζονται Τουρκοκύπριες γυναίκες, πρόσθεσε. Γνωρίζουμε ότι βιασμοί έγιναν και στη σφαγή του Παλαικύθρου, συμπλήρωσε. Στον καταυλισμό Βόνη, γνωστός και ως καταυλισμός βιασμού, γνωρίζουμε ότι τα κορίτσια βιάζονται στην εκκλησία. Ως αποτέλεσμα αυτού του βιασμού, 36 Ελληνοκύπριες νεαρές γυναίκες στάλθηκαν στο Νοσοκομείο Ακρωτηρίου για άμβλωση, ανέφερε.

«Σε μια εποχή που ίσως αυτοί οι εγκληματίες βρίσκονται ακόμα μεταξύ μας, που δεν κλήθηκαν να λογοδοτήσουν για τον πόνο που προκάλεσαν στα θύματά τους και που κανείς δεν δικάστηκε, θεωρήθηκε ακόμη και έγκλημα να αναφερόμαστε σε αυτά τα γεγονότα», κατέληξε.

Μας έχεις Like στο Facebook ;