Σημεία κοινού

Οι Ικέτιδες της Κύπρου

Ικέτιδες του Ευριπίδη, μια αρχαία τραγωδία που σπάνια ανεβαίνει, μετά την ιστορική παράσταση του ΘΟΚ και του Νίκου Χαραλάμπους το 1978, έγιναν οι Ικέτιδες της Κύπρου. Τόσο επειδή, αντικειμενικά, εκείνη η παραγωγή υπήρξε μια από τις σημαντικότερες παραστάσεις αρχαίου δράματος στον ελληνικό χώρο, μια πρωτοποριακή και ολοκληρωμένη πρόταση, όσο και επειδή το ανέβασμά της, τέσσερα μόλις χρόνια μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, λειτούργησε ως (αριστοτελική) κάθαρση για τους θεατές, ενώ στις χαροκαμένες μάνες των Αργείων αναγνώρισαν «οικεία κακά».

Περιμένοντας την περασμένη εβδομάδα στο Κούριο την παράσταση συμπαραγωγή Εθνικού-ΘΟΚ  να αρχίσει αλλά και κατά τη διάρκειά της, έφερνα στο μυαλό μου εικόνες από εκείνη την παράσταση, και η συγκίνηση που ένιωθα, ήταν μεγαλύτερη από την ανακίνηση συναισθημάτων και σκέψεων που μου προκάλεσε όλη η παράσταση που παρακολουθούσα. Δεν είναι βέβαια πάντα η συγκίνηση το ζητούμενο σε μια παράσταση, δεν κρίνω εδώ την πρόταση του Στάθη Λιβαθινού, ήταν μια πρόταση που σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι – το θέμα δεν είναι αυτό.

Οι Ικέτιδες παραμένουν μια φορτισμένη για την Κύπρο τραγωδία μετά από την παράσταση του Χαραλάμπους. Η παράσταση του 1978 υπήρξε εμβληματική τόσο ώστε σχεδόν όλοι οι Κύπριοι καλλιτέχνες, αλλά και το όποιο θεατρικό κοινό έχουμε, τη γνωρίζουν, είτε διότι την είδαν στο πρώτο ή σε κάποιο μεταγενέστερο ανέβασμά της, είτε διότι την παρακολούθησαν βιντεοσκοπημένη ή είδαν φωτογραφίες, είτε απλώς άκουσαν γι’ αυτήν. Χαρακτηριστική είναι και η εκτεταμένη προβολή της στο Θεατρικό Μουσείο Κύπρου.  Είναι, εν τέλη, οι Ικέτιδες ένα σημείο παράδοσης από τα ελάχιστα που έχουμε.

Ταυτόχρονα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε συνέντευξή του ο ηθοποιός Χάρης Χαράλαμπους, για τους Κύπριους  «οι δονήσεις αυτού του έργου μέσα μας είναι  πολύ ισχυρές» (Κυριακάτικη Χαραυγή, 21/7/19). Κάτι που στην Ελλάδα δεν φαίνεται να συμβαίνει. «Σήμερα απουσιάζει το επείγον εκείνων των εποχών, η βαθιά ανάγκη μεταφορά της [τραγωδίας Ικέτιδες] στην τέχνη, που καθόρισε τα πρώτα ανεβάσματα του έργου», αναφέρει ο κριτικός Γρηγόρης Ιωαννίδης (Εφημερίδα των Συντακτών, 8/7/19). Αλλά και ο ίδιος ο σκηνοθέτης διευκρινίζει σε συνέντευξή του: «Οι Ικέτιδες δεν ήταν δική μου ιδέα, εγώ ήθελα να κάνω κάτι άλλο. Ήθελα όμως μια συνεργασία με τον ΘΟΚ που αυτή τη στιγμή διευθύνεται από έναν πολύ άξιο άνθρωπο και φίλο, τον Σάββα Κυριακίδη. Η πρόταση για τις Ικέτιδες ήταν μια πρόταση δική του που με βρήκε αρκετά απροετοίμαστο στην αρχή γιατί δεν είχα τέτοιο σκοπό.» («Παράθυρο», Πολίτης, 1/7/19). Και συνεχίζει «οι εποχές έχουν αλλάξει, η αισθητική είναι διαφορετική, οι άνθρωποι αλλάζουν, οι στιγμές αλλάζουν».

Είναι όμως έτσι, έχουν αλλάξει εντελώς οι εποχές; Οι νεκροί παραμένουν ακόμα άταφοι στην Κύπρο όπως και οι γιοι των Αργείων γυναικών. Γονείς, σύζυγοι, αδέρφια πεθαίνουν χωρίς να έχουν κηδέψει τους δικούς τους ενώ άλλοι, οι πιο «τυχεροί», παίρνουν σε ένα κουτάκι τα οστά των ανθρώπων τους να τα θάψουν. Μπορεί να κούρασε, αλλά το κυπριακό πρόβλημα αναφύεται στην καθημερινότητά μας κάθε τόσο, κάποιο γεγονός, όπως τώρα το ζήτημα με το φυσικό αέριο, μας θυμίζει την ύπαρξή του. Αν άλλαξε κάτι από τότε είναι το ότι ξέρουμε πια ότι μαζί, με τους δικούς μας νεκρούς, ψάχνουμε στα πηγάδια και τους νεκρούς των Άλλων που η αφροσύνη «δικών μας» σκότωσε. Ο πόλεμος είναι τόσο κοντά μας, στη περιοχή δίπλα μας, στις ακτές μας φτάνουν πρόσφυγες, κυνηγημένοι Ικέτες.

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής και το Δ.Σ. του ΘΟΚ σωστά επέλεξαν να φέρουν ξανά αυτή την τραγωδία στο προσκήνιο και σωστά, αρχικά, αποφάσισαν να την αναθέσουν σε ένα σκηνοθέτη από την Κύπρο, τον Παναγιώτη Λάρκου και μια ομάδα συντελεστών με επικεφαλής τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Θα ήταν μια ευκαιρία των νέων καλλιτεχνών του τόπου να αναμετρηθούν με την οπoια παράδοση έχουμε, να επικοινωνήσουν με μια σημαντική θεατρική στιγμή της ιστορίας του κυπριακού θεάτρου και να απευθυνθούν στο κοινό άμεσα.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα ήταν καλύτερη η πρόταση του Παναγιώτη Λάρκου, κατά πάσα πιθανότητα όμως η παράσταση θα ήταν πιο σχετική με τις Ικέτιδες της Κύπρου: δύσκολα ένας σκηνοθέτης που κατάγεται από δω ή ζει εδώ θα μπορούσε να αποφύγει την επίδραση εκείνη της παράστασης, ακόμα και αν επέλεγε να την αποδημήσει εντελώς. Ταυτόχρονα μπορεί πολλά να έχουν αλλάξει αλλά όποιος ζει στο νησί, περνά δίπλα ή μέσα από την πράσινη γραμμή, αντικρίζει τη σημαία στο Πενταδάκτυλο, ακούει ειδήσεις, βλέπει σε μια εφημερίδα μια αγγελία για την ταφή ενός ακόμα αγνοούμενου, νιώθει πως, ναι, 45 χρόνια μετά το 74, οι δονήσεις αυτού του έργου είναι μέσα μας.

Ένας καλλιτέχνης που είχε αρκετή τριβή με τον τόπο θα ήταν πιο έτοιμος να αναμετρηθεί με αυτή ειδικά την τραγωδία, χωρίς φυσικά να είναι βέβαιος κανείς για το αποτέλεσμα. Όμως νιώθω πως θα ήταν μια πρόταση πιο αυθεντική, πιο ενδιαφέρουσα, έστω πιο χρήσιμη από την παράσταση που είδαμε, μια πρόταση που θα αφορούσε περισσότερο τον κάθε συντελεστή της όπως και το κοινό.

Αν όντως το Δ.Σ. του ΘΟΚ και ο Καλλιτεχνικός του Διευθυντής ήθελαν να τιμήσουν την παράσταση του 1978, πάνω στην οποία στήριξαν άλλωστε την προβολή της φετινής παραγωγής, αν πραγματικά αντιλαμβάνονταν την ιστορία, τη δυναμική και την επίδραση εκείνης της παράστασης που φτάνει μέχρι το σήμερα, ότι 45 χρονιά μετά έχουμε ακόμα ζητήματα άλυτα από την τραγωδία του 74, θα επέμεναν, ειδικά γι’ αυτή την περίπτωση, σε μια επιλογή πιο κυπροκεντρική, ας την πούμε, και ας μην πήγαινε Επίδαυρο, διότι αυτή η τραγωδία είναι, έγινε, η τραγωδία της Κύπρου, οι Ικέτιδες μας.

Έτσι κι αλλιώς ο στόχος δεν θα έπρεπε να είναι πάση θυσία η Επίδαυρος. Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου έχει δικαίωμα να μη μας εμπιστεύεται, ας κάνουμε μια παράσταση για μας, ας την ταξιδέψουμε αλλού, σε άλλα θέατρα, σε άλλα Φεστιβάλ και ας πάμε ξανά στην Επίδαυρο, αν θέλουμε, όταν πείσουμε, όπως έγινε 39 χρόνια πριν.

Οι Ικέτιδες του ΘΟΚ και του Νίκου Χαραλάμπης είναι ένας ακρογωνιαίος λίθος, ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στην ιστορία του κυπριακού θεάτρου, με το οποίο θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε τέσσερις δεκαετίες αργότερα και ίσως, πατώντας στη βραχεία έστω παράδοσή μας, να κάναμε ένα σημαντικό βήμα παραπέρα. Θα ήταν επίσης μια ευκαιρία για να δείξουμε εμπιστοσύνη στο δυναμικό του τόπου και για μια καίρια πρόταση ρεπερτορίου που θα μπορούσε να επικοινωνήσει με το κοινό της Κύπρου. Δυστυχώς δεν έγινε αυτό, μας έμεινε να λένε κάποιοι πως «ο ΘΟΚ πήγε Επίδαυρο».

Αντώνης Γεωργίου