Ακόμα μια φορά το ημερολόγιο γράφει 17 Νοεμβρίου. Η μνήμη όλων μας στρέφεται στο Πολυτεχνείο, στην εξέγερση των φοιτητών που έμεινε στην ιστορία ως μια από τις πιο έντονες στιγμές αντίστασης του ελληνικού λαού εναντίον της Χούντας των Αθηνών.

Όπως όλα τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με τη Δεξιά και τις παραφυάδες της (διότι, για να μην ξεχνούμε, και η χούντα Δεξιά ήταν), γίνεται προσπάθεια τα τελευταία χρόνια είτε να ωραιοποιηθούν είτε να απαξιωθούν. Ανάμεσα σ’ αυτά περιλαμβάνεται και η εξέγερση του Πολυτεχνείου, για την οποία λέγονται πολλά τα τελευταία χρόνια. Για παράδειγμα, λέγεται ότι η «γενιά του Πολυτεχνείου» είναι αυτή που κατέστρεψε την Ελλάδα!

Μόνο που όσοι τα λένε αυτά ξεχνούν ότι ούτε ο Κ. Καραμανλής, ούτε ο Α. Παπανδρέου, ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε ο Γ. Παπανδρέου (νεότερος), ούτε οι πρωθυπουργοί και οι κυβερνήσεις τους (πλην μεμονωμένων ατόμων) έχουν να κάνουν οτιδήποτε με το Πολυτεχνείο. Ή λένε πως η εξέγερση εκείνη οδήγησε στην ανατροπή της πρώτης χούντας και έφερε τη δεύτερη, που οδήγησε και στην καταστροφή της Κύπρου. Με άλλα λόγια αν ο Γ. Παπαδόπουλος δεν κουμάνταρε τα της χούντας και άφησε τον Ιωαννίδη να τον ανατρέψει, γι’ αυτό φταίει το Πολυτεχνείο; Είναι πραγματικά αστεία τα όσα λέγονται για να δικαιολογήσουν τα όσα ακολούθησαν με αποκορύφωμα την καταστροφή της Κύπρου. Μας λένε με λίγα λόγια ότι φταίει το θύμα αντί ο θύτης.

Οι νεκροί και οι τραυματίες

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αμφισβητείται και η ύπαρξη νεκρών των ημερών εκείνων. «Δεν υπάρχουν νεκροί του Πολυτεχνείου», «πρόκειται για μύθο» μας λένε διάφοροι. Ωστόσο ένα μέλος της τότε Φοιτητικής Επιτροπής Αγώνα και πρόεδρος της συνέλευσης της Φιλοσοφικής Σχολής του Πολυτεχνείου και σήμερα ιστορικός, διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, απαντά πολύ συγκεκριμένα στο όλο θέμα. Όπως επισημαίνει: «Το ζήτημα του ακριβούς αριθμού των νεκρών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και την επιχείρηση καταστολής της παραμένει ακόμη και σήμερα ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Πρόκειται για ένα θέμα με έντονη πολιτική και ψυχολογική φόρτιση, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται γενικά η προσέγγισή του. Αλλά η χαώδης και ατεκμηρίωτη πληροφόρηση που υπάρχει γύρω από αυτό το ζήτημα δεν είναι δυνατόν να απολαμβάνει εσαεί αυτή την ιδιότυπη “ασυλία”, στο όνομα της δήθεν προστασίας της φήμης του Πολυτεχνείου. Αποτελεί βαθύτατη πεποίθησή μου ότι η κατάσταση αυτή δεν απαξιώνει μόνο την εξέγερση καθεαυτή, τις χιλιάδες των ανθρώπων που ρίχτηκαν στη φωτιά και, εν τέλει, εξευτελίζει τη μνήμη των πραγματικών θυμάτων, αλλά προχωρά πέραν αυτού: αφήνει το περιθώριο στους έμμεσους ή άμεσους υποστηρικτές του καθεστώτος και τους κάθε λογής “αναθεωρητές” της ιστορίας να μιλούν για “παραμύθια της Αριστεράς” και για “2-3 νεκρούς από αδέσποτες σφαίρες”». Σημειωτέον ότι από τα μέσα του 2002 έχει ξεκινήσει μια ιστορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με τίτλο «Τεκμηριώνοντας τα γεγονότα του Νοεμβρίου 1973». Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας επιχειρείται η συγκέντρωση και επεξεργασία με επιστημονικές μεθόδους τεκμηρίων που αφορούν σε πολλές παραμέτρους των γεγονότων, όπως το χρονικό της εξέγερσης, το επιχειρησιακό σχέδιο για την καταστολή της, η εξέλιξη των γεγονότων έξω από το Πολυτεχνείο κ.ο.κ.

Οι φήμες για μικρό ή μεγάλο αριθμό θυμάτων

Αμέσως μετά την εισβολή του στρατού και την κατάληψη του Πολυτεχνείου άρχισαν να διαδίδονται διάφοροι αριθμοί για τα θύματα της επέμβασης. Η χούντα ανακοίνωσε ότι κατά τη διάρκεια των αιματηρών επεισοδίων υπήρξαν 4 νεκροί. Στη συνέχεια ο κατάλογος συμπληρώθηκε σταδιακά, ώστε τελικά ο συνολικός αριθμός των επίσημα αναγνωρισμένων από τη χούντα νεκρών έφθασε τους 15. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησαν οι φήμες που έκαναν λόγο μέχρι και για 500 νεκρούς, ομαδικούς τάφους, ιδιαίτερα στο νεκροταφείο Ζωγράφου, για 3 άτομα που πατήθηκαν από το άρμα μάχης που έκανε την επίθεση. Ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης σημειώνει ότι «αυτές οι φήμες δεν προέρχονταν μόνο από την πλευρά του αντιδικτατορικού κινήματος.

Σε συνέντευξή του στην αμερικάνικη εφημερίδα “Cincinnati Enquirer” (27.5.1973), ο ταγματάρχης Γεώργιος Σφακιανάκης, στρατιωτικός ιατρός που είχε υποβάλει την παραίτηση του μετά τα γεγονότα, έκανε λόγο “για 400 ή 500 συνολικά νεκρούς στο Πολυτεχνείο”». Μετά την μεταπολίτευση και υπό την πίεση της κοινής γνώμης, ανατέθηκε τον Σεπτέμβριο του 1974 στον εισαγγελέα Δημήτριο Τσεβά να διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση. Όπως είδαμε, οι βάσεις της πεποίθησης για τον υψηλό αριθμό νεκρών είχαν τεθεί ήδη από την περίοδο της δικτατορίας. Αλλά η εδραίωσή της συντελέστηκε στο πλαίσιο της εξέτασης Τσεβά, κυρίως μέσα από τις καταθέσεις ορισμένων ανθρώπων που έλαβαν τότε μεγάλη δημοσιότητα. Συχνά στις περιγραφές αυτές αναμιγνύονταν πραγματικά γεγονότα με ανεπιβεβαίωτες εικασίες, αποτέλεσμα της σύγχυσης που επικρατούσε και της αδυναμίας ελέγχου των πληροφοριών μέσα σε συνθήκες παρανομίας του αντιδικτατορικού κινήματος αφενός, και της αχαλίνωτης καθεστωτικής τρομοκρατίας αφετέρου, με την αδιαμεσολάβητη πλέον εγκαθίδρυση της εξουσίας της Ε.Σ.Α.

Το πόρισμα Τσεβά

Στο πόρισμά του (14.10.1974) ο εισαγγελέας Δ. Τσεβάς σημείωνε εισαγωγικά ότι: «Ανεξιχνίαστος παραμένει εισέτι ο ακριβής αριθμός των νεκρών. Σύντονοι κατεβλήθησαν προς την κατεύθυνσιν αυτήν προσπάθειαι και πέραν των αμέσως ή εμμέσως περιερχομένων εις γνώσιν μου, έκκλησις δια του τύπου δημοσία διετυπώθη, όπως καταγγελθώσιν ή αναφερθώσι περιπτώσεις θανάτων ή και εξαφανίσεων ατόμων συνεπεία των γεγονότων του Πολυτεχνείου […]. Κατά την διαδρομήν της ερεύνης εβεβαιώθησαν ή και απλώς επιθανολογήθησαν περιστατικά εδραιούντα παρ’ εμοί την πεποίθησιν ότι οι νεκροί εκ των γεγονότων του Πολυτεχνείου υπήρξαν περισσότεροι των επισήμως ανακοινωθέντων».

Ο Τσεβάς εκτιμούσε ότι ο αριθμός των νεκρών μπορεί να φθάνει τους 34 (18 επώνυμους και 16 ανώνυμους), τους οποίους διέκρινε σε τρεις κατηγορίες: α) Επισήμως ανακοινωθέντες νεκροί, στους οποίους περιελάμβανε τους γνωστούς 15. β) Νεκροί πλήρως βεβαιωθέντες, στους οποίους περιελάμβανε άλλους 3. γ) Νεκροί βασίμως προκύπτοντες, στους οποίους συγκατέλεγε 16 ανώνυμους νεκρούς, για τους οποίους υπήρξαν επώνυμες καταθέσεις. Σε αυτούς συγκαταλέγονται 10 που προέκυψε ότι διακομίστηκαν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, χωρίς να καταχωρηθούν επισήμως.

Η δικογραφία

Ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης προσθέτει ότι: «Εισάγοντας τη δικογραφία στο Συμβούλιο Εφετών (28.7.1975), ο αντιεισαγγελέας Ιωάννης Ζαγκίνης πρότεινε την παραπομπή των κατηγορουμένων για 23 ανθρωποκτονίες και 126 απόπειρες ανθρωποκτονίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ζαγκίνης πρόσθεσε 4 ακόμη επώνυμους νεκρούς και παρέλειψε έναν από τους 18 του πορίσματος Τσεβά, ενώ παράλληλα δέχθηκε μόνον 2 από τα 16 ανώνυμα θύματα που περιείχε το πόρισμα. Κατά τη διάρκεια της δίκης (ΟκτώβριοςΔεκέμβριος 1975) κατατέθηκαν εκ νέου τα πλήρη στοιχεία του νεκρού που είχε παραλειφθεί από το βούλευμα, ανεβάζοντας έτσι τον αριθμό των τεκμηριωμένων θανάτων σε 24, χωρίς ωστόσο το δικαστήριο να δεχθεί ότι οι θάνατοι αυτοί συνεπάγονταν πάντοτε και συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες των οργάνων του καθεστώτος. Στόχος του δικαστηρίου, όπως προέκυψε, ήταν αφενός να μειώσει στο ελάχιστο δυνατό τις ευθύνες της Αστυνομίας και αφετέρου να επιρρίψει τις ευθύνες του Στρατού όχι τόσο στη φυσική του ηγεσία και τον τότε δικτάτορα Παπαδόπουλο, αλλά κυρίως στις συνωμοτικές ραδιουργίες του επικεφαλής της Ε.Σ.Α. και κατοπινού δικτάτορα Ιωαννίδη, στο πλαίσιο μιας θεωρίας που ήταν τότε της μόδας, σύμφωνα με την οποία το Πολυτεχνείο εξυπηρέτησε εξ αντικειμένου τα σχέδια του τελευταίου, αν δεν το οργάνωσε κιόλας! Πρέπει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό η πλήρης απαξίωση στα μάτια της κοινής γνώμης, όλης της μετά από τον Τσεβά δικαστικής εκκαθάρισης της υπόθεσης του Πολυτεχνείου, ιδίως μετά την επανεκδίκαση της υπόθεσης το 1977, με τις αθωώσεις και τις εξευτελιστικές ποινές που καταλογίστηκαν».

Τα σημεία που σημειώθηκαν οι δολοφονέίες

Η απαξίωση των στοιχείων και των αριθμών

Η απαξίωση αυτή των επίσημων στοιχείων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ενώ οι έρευνες πιστοποιούσαν 24 επώνυμους και άλλους 16 (στη μέγιστη εκδοχή) ανώνυμους νεκρούς, η κοινή γνώμη και ιδιαίτερα οι υπεύθυνοι που διαχειρίζονταν τα επόμενα χρόνια την επετειακή μνήμη του Πολυτεχνείου, αρχικά από καχυποψία και αργότερα από αδιαφορία, άγνοια και αποξένωση από τα γεγονότα, παρέμεναν προσκολλημένοι στις φήμες και τους ατεκμηρίωτους καταλόγους νεκρών που είχαν δει το φως μετά τη μεταπολίτευση. Ειδικότερα ο κατάλογος Παπαδάτου είχε τύχει εξαρχής και επί μακρόν γενικής αποδοχής και διαβαζόταν επί πολλά χρόνια στις επετείους του Πολυτεχνείου. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα πρέπει να σημειώσουμε ακόμα μια προσπάθεια παραπλάνησης που επιχειρείται. Οι αμφισβητούντες το θέμα Πολυτεχνείο ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο, αφού κανένας δεν σκοτώθηκε μέσα στις εγκαταστάσεις κατά την επίθεση. Η ουσία είναι ότι γίνεται λόγος για νεκρούς που σχετίζονται άμεσα με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Για ανθρώπους που σκοτώθηκαν στους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο, από αδέσποτες ή από στοχευμένα πυρά. Αυτοί σκοτώθηκαν λόγω της συμμετοχής τους στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της χούντας και υπέρ των εξεγερθέντων φοιτητών. Αυτή είναι η πραγματική αλήθεια και οποιαδήποτε προσπάθεια αμφισβήτησης συμβάλλει στην παραχάραξη της ιστορίας.