Οι πίνακες του Γαβριήλ και η θεωρία των άκρων

Του Γιώργου Χαραλάμπους*

Μια σειρά από σχολιαστές έσπευσαν να εξισώσουν εκείνους που επέκριναν τον ζωγράφο και εκπαιδευτικό Γιώργο Γαβριήλ και ζητούν πειθαρχικά μέτρα εναντίον του, με αυτούς που τον υπερασπίζουν. Το γενικότερο πλαίσιο του αφηγήματος είναι γνωστό και χρησιμοποιείται παγκοσμίως: τα δύο άκρα κάθε συγκυρίας είναι ανορθολογικά και φανατισμένα, είναι το ίδιο και αποτελούν παθολογία της σύγχρονης πολιτικής ζωής και της χώρας, ενώ παρασύρουν την κοινωνία σε ένα σπιράλ διχόνοιας που δεν ωφελεί κανένα.

Υπάρχουν πολλά επικοινωνιακά κόλπα για να αντιμετωπιστεί η δημόσια κριτική σε κυρίαρχα καθεστώτα και πρακτικές και η θεωρία των δύο άκρων είναι ένα από αυτά. Αλλά είναι τόσο πειστική και τεκμηριωμένη όσο ο Αρχιεπίσκοπος να λέει πως είναι «προϊστάμενος του λαού» και το Ελληνοκυπριακό κράτος χριστιανικό. Διότι, όπως και ο Αρχιεπίσκοπος, η εξισωτική προσέγγιση στο θέμα Γαβριήλ λέει ψέματα, ή στην καλύτερη περίπτωση αποκρύπτει την αλήθεια. Εν τέλει παραποιεί δυναμικές υποβοηθώντας την στάση της μιας πλευράς έναντι της άλλης.


Ο Γαβριήλ έτυχε δημόσιας εξύβρισης και κατατρεγμού που παραβίαζε ήδη στο σημείο εκκίνησης της υπόθεσης τα δικαιώματά του. Βάσει αυτών των εξελίξεων κινητοποιήθηκαν οι υπερασπιστές του. Αυτοί λοιπόν που υπερασπίζονται το δικαίωμα του άλλου να εκφράζεται παρουσιάζονται ως φανατισμένοι «άθεοι», «ομονοιάτες», «αντιγριβικοί», που έχουν απέναντί τους εξίσου φανατισμένους «θρήσκους», «αποελίστες» και «γριβικούς» . Φυσικά, αυτού του είδους οι κατηγοριοποιήσεις πρώτα απ’ όλα συγχέουν την πράξη με το περιεχόμενο, διότι άλλο αν μας αρέσει ένας πίνακας με τον Χριστό σαν οπαδό της Ομόνοιας και άλλο αν και υπό ποίες συνθήκες δικαιούται κάποιος να φτιάχνει ανατρεπτικούς πίνακες.

Το ότι η πλειοψηφία των υπερασπιστών του Γαβριήλ είναι με την Ομόνοια, άθεοι ή αντιγριβικοί, ακόμα και να ισχύει, όταν αντικαθιστά την ιδιότητά τους σαν υπερασπιστές της ελεύθερης έκφρασης και αλληλέγγυοι απέναντι σε κάποιον που τυγχάνει δαιμονοποίησης, τότε δεν αποδίδει δίκαια και την πολιτική τους θέση. Η οποία δεν είναι οπαδική ή φερόμενη ενάντια στη θρησκεία άλλων, αλλά πάνω απ’ όλα το εξής απλό: όλοι έχουν το ελεύθερο δικαίωμα έκφρασης, ακόμα και αν το προϊόν της αμφισβητεί και υπονομεύει την εξουσία. Αυτό που παρουσιάζεται σαν ακραίο είναι ουσιαστικά η κινητοποίηση προς υπεράσπιση της δημοκρατίας μπροστά σε μια υστερία που θυμίζει κυνήγι μαγισσών και όχι συντεταγμένη πολιτεία. Και αυτό που ονομάζεται διχόνοια και διαταραχή της ισορροπίας είναι οι αντιστάσεις της κοινωνίας στον αυταρχισμό.

Μειώνοντας ένα φαινόμενο αλληλεγγύης σε «φανατισμό» πιο εύκολα αυτό εξισώνεται με την αντίθετη πλευρά και ως εκ τούτου υποβαθμίζεται. Όμως, εάν και αυτοί που υπερασπίζονται τον Γαβριήλ και εκείνοι που τον κατακεραυνώνουν είναι φανατισμένοι, τότε ποιοι και γιατί είναι οι ψύχραιμοι και οι σώφρονες; Τόσο προβληματικό είναι αυτό το αφήγημα, που και πλείστοι εκείνοι που το ανέσυραν εν τέλει παίρνουν θέση, υπέρ ή κατά του δικαιώματος του Γαβριήλ να εκφράζεται ελεύθερα. Με αυτό τον τρόπο αναιρούν ότι εισηγούνται, διότι υιοθετούν την πολιτική θέση κάποιων από αυτών που ονομάζουν ακραίους.

Ταυτόχρονα, πολλοί από τους φαινομενικά μετριοπαθείς, πολιτικούς αξιωματούχους, δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς, που εκπέμπουν «ούτε με τους μεν, ούτε με τους δε», θεώρησαν απαραίτητη και μια αρνητική τοποθέτηση για την αισθητική των πινάκων. Εδώ ακριβώς φανερώνεται και γιατί οι ίσες αποστάσεις που επικαλούνται είναι μύθευμα, αφού οι καταγγελίες για κακογουστιά ευνοούν την εναντίωση σε συγκεκριμένες πολιτικές αντιλήψεις που εκφράζονται μέσα από την τέχνη. Αν η αισθητική και το όλο τεχνικό στοιχείο είναι προβληματικά, τότε οι πίνακες μπορεί να μην είναι καν τέχνη, μπορεί να πρόκειται για σκέτες προσβολές. Αυτό το είπε πιο ξεκάθαρα ο Αρχιεπίσκοπος. Αφαιρώντας το στοιχείο της τέχνης, δεν προκύπτει θέμα ελεύθερης έκφρασής της. Εξ ’ου και ο λεγόμενος «φανατισμός» όσων υπερασπίζουν μιαν «μη-τεχνη». Αυτό είναι το πολιτικό παιχνίδι που απενοχοποιούν οι αρνητικές τοποθετήσεις για το γούστο και την ποιότητα, όταν το θέμα είναι ένα κοινωνικό δικαίωμα που καταπατείται.

Πράγματι, το πιο προβληματικό στοιχείο του εξισωτισμού στην προκειμένη, αλλά και της θεωρίας των δύο άκρων γενικότερα, είναι πως τα υποκείμενά της δεν τοποθετούνται σε σχέση με την εξουσία και το υφιστάμενο ισοζύγιό της. Είναι σαν να υπάρχουν εκτός και πέραν από αυτήν «τα άκρα» και κατ’ επέκταση τα όποια «ήθη», πρόσωπα και άλλα «προσβληθέντα» από τον Γαβριήλ, οι όποιες αντιλήψεις για τον ΑΠΟΕΛ, την Ομόνοια, τη θρησκεία, την αστυνομία, τους μετανάστες, το ανθρώπινο σώμα και τις άλλες θεματικές των πινάκων. Μα η πραγματικότητα είναι ότι οι υπερασπιστές του Γαβριήλ είναι οι επικριτές της εξουσίας και οι επικριτές του Γαβριήλ είναι οι υπερασπιστές της εξουσίας.

Τι έχει κάνει η εξουσία, το κράτος και η κυβέρνηση δηλαδή, μέχρι τώρα;  Έχει διατάξει πειθαρχική έρευνα το Υπουργείο Παιδείας που απειλεί τις εργασιακές συνθήκες και δικαιώματα του Γαβριήλ, λόγω ενός περιστατικού που συνέβηκε εκτός επαγγελματικών του καθηκόντων σαν εκπαιδευτικού και που σε καμιά περίπτωση δεν έθιγε δικαιώματα άλλων. Έγινε ξεκάθαρη πολιτική παρέμβαση από τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος, εμμέσως πλην σαφώς διάταξε απόλυση του ζωγράφου από τη δουλειά του, υποδεικνύοντας ακόμα μια φορά ότι κράτος και εκκλησία στην Κύπρο δεν διαχωρίζονται ντε φάκτο. Δεν θεωρήθηκε θέμα από κανένα η δημόσια εξύβριση, η ρητορεία μίσους και οι απειλές κατά της ζωής του Γαβριήλ. Επιπλέον, η Επίτροπος Διοικήσεως διεξήγε έρευνα κατά τη διάρκεια της οποίας δεν ενημερώθηκε ή έτυχε ακρόασης ο ίδιος ο ζωγράφος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του.

Προφανής ερώτηση: τα πιο πάνω είναι ή δεν είναι μια ακραία κρατική καταστολή της διαφορετικής άποψης; Στην περίπτωση Γαβριήλ, η εξουσία είναι το ένα και το αυτό με εκείνους που του επιτίθενται, με το δεξιό άκρο, είναι η ενορχήστρωση της κοινωνικής, υπερσυντηρητικής ρητορείας σε πολιτική πράξη. Το ζητούμενο πιθανόν να ήταν να μετατοπιστεί η προσοχή από τα διοικητικά, δημοκρατικά και ηθικά ελλείμματα της κυβερνητικής πολιτικής, που όπως σήμερα ξέρει όλος ο κόσμος ανά την υφήλιο δεν είναι και λίγα. Σε κάθε περίπτωση όμως μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής: 1) Ο πραγματικός εξτρεμισμός βρίσκεται εντός και ενισχύει την κυβέρνηση. 2) Η φερόμενη ως μετριοπάθεια και ισορροπία χρησιμοποιεί ασαφή επιχειρήματα και ανακριβείς έννοιες. 3) Λειτουργεί επίσης υπέρ της κυβερνητικής δίωξης του ζωγράφου και της αναπαραγωγής ηγεμονικών αναπαραστάσεων στην Ελληνοκυπριακής ιστοριογραφία, κουλτούρα και συνείδηση.

Η αντιπαράθεση είναι η ζύμη όλων των κοινωνιών. Πάντοτε οι κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις προκύπτουν ως αποτέλεσμα υφιστάμενων και καινούργιων διαιρετικών τομών. Είτε ωθούν την κοινωνία μπροστά, με ευρύτερες κατοχυρώσεις δικαιωμάτων, είτε τη σέρνουν πίσω με την καταπάτηση υφιστάμενων ελευθεριών. Πάντοτε στην αντιπαράθεση παίρνει μέρος η κυβέρνηση και άλλες εστίες εξουσίας και στοιχίζονται με τη μια από τις πλευρές. Η υπόθεση Γαβριήλ δεν είναι ξεκάθαρο ακόμα αν θα πυροδοτήσει κοινωνική πρόοδο. Αλλά τα μαζικά μηνύματα και παρεμβάσεις υπέρ του ζωγράφου από διάφορους χώρους, σύνολα και άτομα, η αλληλεγγύη και πολιτική συνταύτιση που κάποιοι παρουσιάζουν σαν «πόλεμο» και «διχόνοια», δείχνουν ότι το 2020 η κυρίαρχη ιδεολογία και η κυβερνητική αυθαιρεσία στην Κύπρο έχει αντίβαρο που ούτε δειλιάζει μπροστά της, ούτε βεβαίως εξισώνεται μαζί της. Οι πίνακες του Γαβριήλ δεν είναι ακραίοι, είναι το μέλλον.

* Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Οι ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy. Ακολουθήστε μας και στο Google News