Οι προτροπές για ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ

Του Δρος Άριστου Αριστοτέλους*

Οι προτροπές κάποιων καλών συναδέλφων εξ Ελλάδος για υποβολή αίτησης ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αφορούν µια εξ υπαρχής χαµένη υπόθεση. Είναι ένα ξαναζεσταµένο φαγητό, µετά από χρόνια άκαρπων προσπαθειών, που σερβίρεται και πάλι µέσα από την κατάψυξη.

Ίσως να έχει ξεχαστεί ότι πριν εννέα χρόνια περίπου η κυπριακή κυβέρνηση, ακολουθώντας τις προτροπές των ίδιων και άλλων ακαδηµαϊκών, αναλυτών και βέβαια πολιτικών κύκλων στη Λευκωσία και Αθήνα (περιλαµβανοµένου του τότε Υπουργού Εθνικής Άµυνας Βαγγέλη Μεϊµαράκη κ.λπ.) και παρά τις προειδοποιήσεις µας, έτρωγε τη µια σφαλιάρα µετά την άλλη επιδιδόµενη σε αυτή την προσπάθεια.

Από τα πρώτα χρόνια της, η διακυβέρνηση Αναστασιάδη (υπέρµαχος της ιδέας αυτής) ήγειρε το θέµα ένταξης στο ΝΑΤΟ ή στο Συνεταιρισµό για την Ειρήνη (PfP). Σε αδιάλειπτες επαφές της µε τους Αµερικανούς, τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, τους Βρετανούς και τους Γερµανούς ικέτευε κυριολεκτικά για τη θετική ανταπόκρισή τους. Αντιµετώπισαν όµως τη διπλωµατική αλλά σθεναρή άρνησή τους στην προώθηση της ιδέας αυτής µέχρι που οδηγήθηκαν στην εγκατάλειψη και τον παραµερισµό της.

Βασικά η σηµερινή εξ Ελλάδος εισήγηση υποβολής αίτησης ένταξης στο ΝΑΤΟ αποτελεί πρόταση επανάληψης αυτής της αποτυχηµένης και χωρίς ουσιαστικό όφελος άγονης διαδικασίας από την Κυπριακή ∆ηµοκρατία. Εξάλλου, αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ δεν είναι απλή διαδικασία διεκδίκησης θέσης σε Πανεπιστήµιο. Υποδεικνύαµε από τότε ότι η Τουρκία όχι µόνο βέτο θα ασκούσε σε ένα τέτοιο ενδεχόµενο, αλλά ούτε καν στην ηµερήσια διάταξη της συνόδου του ΝΑΤΟ θα επέτρεπε το θέµα να εγγραφεί. Η απάντηση των κυβερνώντων τότε και των υποστηρικτών της ιδέας αυτής ήταν ότι «έτσι µας έλεγαν και για την ένταξή µας στην Ε.Ε., αλλά τελικά τα καταφέραµε». Τώρα ναι µεν αναγνωρίζουν ότι είναι εµπόδιο στην ένταξη το τουρκικό βέτο, αλλά εισηγούνται να υποβάλει αίτηση η Λευκωσία, τρέφοντας ψευδαισθήσεις ότι δήθεν θα εκθέσουν την Τουρκία.

Βέβαια, ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, γνωρίζοντας την τουρκική στάση, ούτε που θα τολµούσε να το συζητήσει µε την Τουρκία. Ιδιαίτερα ο σηµερινός προϊστάµενος της Συµµαχίας, παρά το θέµα των S-400 και την εν γένει αντισυµµαχική συµπεριφορά της Άγκυρας, είναι κάθετα υποστηρικτής της Τουρκίας, δεδοµένης της στρατηγικής της αξίας στην οποία αποδίδει τεράστια σηµασία.

Πέραν τούτων ή και των προβληµάτων που θα δηµιουργούσε στο ΝΑΤΟ, στις σχέσεις µε την Τουρκία, τι όφελος θα είχε για τους ίδιους τους Νατοϊκούς πιθανή ένταξη της Κύπρου στη Συµµαχία; Η Κύπρος ήδη έδωσε σε αυτούς σχεδόν τα πάντα. Τι άλλο δηλαδή θα µπορούσε να τους προσφέρει πέραν από ό,τι παραχωρεί απλόχερα είτε στους Βρετανούς µέσω των Βάσεων και της Συµφωνίας Εγκαθίδρυσης, είτε στους Αµερικανούς και τους Γάλλους µε πολύ προχωρηµένες αµυντικές συµφωνίες, είτε ακόµη στους Γερµανούς µε ειδικές στρατιωτικές ρυθµίσεις, ή και στους Ισραηλινούς;

Από την άλλη, το ζητούµενο για την Κύπρο, είτε από ένταξη στο ΝΑΤΟ ή στο PfP, είτε από άλλες διµερείς αµυντικές συµφωνίες, είναι τι ουσιαστική και αξιόπιστη προστασία θα της προσέφεραν από τη στρατιωτική απειλή που προβάλλει κατά της ύπαρξής της η νατοϊκή Τουρκία; Η απάντηση είναι ότι πολιτικά ίσως το ΝΑΤΟ κάτι θα πρόσφερε, όπως έκφραση αντίθεσης στη χρήση βίας και έκκληση υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Στρατιωτικά όµως, που είναι και η ουσία της αποτροπής, καµία απολύτως προστασία.

Σε τελική ανάλυση, είναι µεν καλό να µελετώνται τα διεθνή δρώµενα και δεδοµένα ασφάλειας και να γίνονται προσεκτικές και καλά µελετηµένες κινήσεις ή συνεργασίες εφόσον εξυπηρετούνται τα συµφέροντά µας, όµως αν πρωτίστως δεν λύσουµε το Κυπριακό και αν η Κύπρος δεν φροντίσει η ίδια τη θωράκισή της -πολιτικά και στρατιωτικά- και περιµένει οποιοδήποτε άλλο να την προστατεύσει από την Τουρκία, είτε εθελοτυφλεί είτε ουρανοβατεί.

* Πρώην βουλευτής, ειδικός σε θέµατα Άµυνας και Στρατηγικής

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.