• Στοχεύουν και στους απογοητευμένους ψηφοφόρους τους

• Σε μια νέα φάση το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, αλλά και ολόκληρη η πολιτική σκηνή της Γερμανίας

• Η νέα ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών θέλει επαναδιαπραγμάτευση των όρων του συμβολαίου με το κόμμα της Άνγκελα Μέρκελ

Του ανταποκριτή μας στο Βερολίνο, Παντελή Βαλασόπουλου

Σε μια νέα περίοδο πολιτικών αναταράξεων εισέρχεται η Γερμανία μετά και την ανάδειξη στην ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών των δύο εκπροσώπων της αριστερής τάσης του κόμματος, οι οποίοι και απειλούν να διαλύσουν τον κυβερνητικό συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Ο Νόρμπερτ Βάλτερ Μπόργιανς και η Σάσκια Έσκεν εκλέχθηκαν στην ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών μετά από μια εσωκομματική ψηφοφορία των μελών του, κάνοντας τη μεγάλη έκπληξη απέναντι στον αντίπαλό τους, Αντικαγκελάριο και Υπουργό Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, ο οποίος και θεωρείτο το φαβορί.

Η παραπάνω εξέλιξη βάζει σε μια νέα φάση όχι μόνο το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, αλλά και ολόκληρη την πολιτική σκηνή της Γερμανίας.

Να θυμίσουμε πως ο Μπόργιανς διετέλεσε και Υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης της βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Έγινε γνωστός δε όταν -με αμφισβητούμενο τρόπο- αγόρασε στη μαύρη αγορά στοιχεία φοροφυγάδων που είχαν τα χρήματά τους σε τράπεζες της Ελβετίας. Στη λίστα αυτή -που στην Ελλάδα έγινε γνωστή ως λίστα Μπόργιανς- περιλαμβάνονταν και ονόματα Ελλήνων με μεγάλες καταθέσεις σε ελβετικές τράπεζες, ονόματα που ο Μπόργιανς παρέδωσε πριν λίγα χρόνια στο τότε Υπουργείο Οικονομικών.

Ο Μπόργιανς μάλιστα είχε και δύο φορές επισκεφθεί την Ελλάδα, γεγονός που είχαν κάνει και στελέχη του Υπουργείου του για να βοηθήσουν τη χώρα στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής.

 

Με πολλούς όρους

Η νέα ηγεσία των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών στη διάρκεια του προεκλογικού της αγώνα είχε ξεκαθαρίσει πως τάσσεται κατά της συνέχισης του κυβερνητικού συνασπισμού με τους Χριστιανοδημοκράτες της Καγκελαρίου Μέρκελ, θέτοντας πολλούς όρους για την περίπτωση συνέχισης της κυβερνητικής συμμαχίας που έχει ζωή δύο μόλις ετών.

 

Αμέσως μετά την εκλογή τους, το δίδυμο των αριστερών Σοσιαλδημοκρατών έκανε γνωστούς τους εξής όρους: επαναδιαπραγμάτευση με τους Χριστιανοδημοκράτες του κυβερνητικού συμβολαίου, χρήματα για μεγάλες δημόσιες επενδύσεις σε κρατικά έργα και εκπαίδευση, νέο πακέτο μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και αύξηση του κατώτατου μισθού στα 12 ευρώ καθαρά.

Όπως δηλώνουν οι ίδιοι, στόχος τους δεν είναι απαραίτητα η άμεση διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά βασικά η επαναδιαπραγμάτευση των όρων του με το κόμμα της Άνγκελα Μέρκελ.

Για να λάβουν άμεση απάντηση από την Καγκελάριο Μέρκελ, αλλά και την πρόεδρο των Χριστιανοδημοκρατών, Άνεγκρετ Κραμπ Καρενμπάουερ, πως «κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί».

Η μόνη ίσως εναλλακτική -δηλώνουν οι Χριστιανοδημοκράτες- είναι να εξετάσουν κάποια από τα αιτήματα του Προεδρείου του SPD, στην περίπτωση μόνο που η ηγεσία του δεσμευθεί πως θα συνεχίσει τον κυβερνητικό συνασπισμό μέχρι το τέλος της θητείας του, δηλαδή τον Οκτώβριο του 2021.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, σύμφωνα και με όλες τις δημοσκοπήσεις, βρίσκεται στη χειρότερη θέση της ιστορίας του, με τα ποσοστά του να μην ξεπερνούν το 15%.

Οι Μπόργιανς και Έσκεν δήλωσαν προχθές πως στόχος τους είναι να πάνε το κόμμα δημοσκοπικά στο 30% μέσα σε ένα χρόνο.

Εκτιμούν πως η αποδέσμευσή τους από τον κυβερνητικό συνασπισμό με τη Μέρκελ και ένα σαφές αριστερό πολιτικό στίγμα στο πρόγραμμά τους θα φέρει πίσω τους απογοητευμένους ψηφοφόρους τους, που στο μεγάλο μέρος τους έχουν μετακινηθεί προς το κόμμα των Πρασίνων.

Πολλοί όμως είναι οι αναλυτές που αμφιβάλλουν ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο και πως το κόμμα μπορεί να οδηγηθεί σε ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες.

Υπάρχουν, ωστόσο και αυτοί που υποστηρίζουν ότι μόνο εάν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα επιχειρήσει στροφή προς ένα πιο αριστερό προφίλ, θα γίνει και πάλι το κόμμα της εργατικής τάξης στη Γερμανία, κάτι που δεν συμβαίνει την παρούσα στιγμή.

 

Τα σενάρια

Ποια είναι τώρα τα σενάρια που μπορεί να διαδραματιστούν μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα; Τι θα σήμαινε μια απόφαση των Σοσιαλδημοκρατών να αποχωρήσουν από την κυβέρνηση;

Εάν κάτι τέτοιο γίνει πραγματικότητα είναι πολύ πιθανό πως οι Χριστιανοδημοκράτες θα αναζητήσουν το σχηματισμό κυβέρνησης με το κόμμα των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων.

Τη στιγμή αυτή οι Πράσινοι είναι δημοσκοπικά το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στη Γερμανία, με ποσοστά που ξεπερνούν το 25%.

Να θυμίσουμε, ωστόσο, πως μια ανάλογη απόπειρα έγινε και πριν από δύο χρόνια με την ονομασία «Συνασπισμός Τζαμάικα», αλλά μετά από μια περίοδο μακρών διαπραγματεύσεων σκόνταψε στην άρνηση των Φιλελευθέρων να συνεργασθούν με τους Πράσινους.

Τώρα, μετά τις εξελίξεις στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Πράσινοι και Φιλελεύθεροι δηλώνουν ξανά έτοιμοι να διαπραγματευθούν για μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού των τριών κομμάτων.

Το δεύτερο σενάριο είναι η προκήρυξη νέων εκλογών που θα πρέπει να διεξαχθούν τρεις μήνες μετά τη διάλυση του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών.

Εδώ το ζήτημα είναι το εάν με αυτά τα τόσο χαμηλά ποσοστά, οι Σοσιαλδημοκράτες επιθυμούν πραγματικά να μπουν σε μια νέα εκλογική μάχη.

Επίσης υπάρχει και ένα άλλο θέμα. Από τον Ιούλιο του 2020, η Γερμανία αναλαμβάνει την Προεδρία της ΕΕ και το έργο της θα γινόταν πολύ δύσκολο σε μια κρίσιμη περίοδο για την Ευρώπη, εάν η χώρα βρισκόταν σε μια προεκλογική περιδίνηση.

Εξάλλου, ένα άλλο σενάριο κάνει λόγο για κυβέρνηση μειοψηφίας των Χριστιανοδημοκρατών, η οποία ανά περίσταση θα στηρίζεται στη Βουλή από τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους.

Αυτό όμως είναι και το πιο αδύναμο σενάριο, καθώς σύμφωνα με τους αναλυτές θα φέρει μεγάλη αστάθεια στο πολιτικό σύστημα της Γερμανίας, μιας χώρας που δεν έχει σχεδόν καμιά εμπειρία από κυβερνήσεις μειοψηφίας.

 

 

Δύσκολη η συγκυβέρνηση

Γεγονός είναι σε κάθε περίπτωση πως η παρούσα κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να συνεχίσει την πορεία της, καθώς τα προβλήματα είναι πάρα πολλά και κυρίως δεν φαίνεται να διαθέτει την πλειοψηφία των πολιτών της χώρας.

Οι Σοσιαλδημοκράτες μπαίνουν σε μια νέα εποχή, που είναι άγνωστο το πού θα τους οδηγήσει.

Η ίδια Γερμανία ως γεωπολιτική και οικονομική δύναμη έχει ήδη μπει σε μια περίοδο εσωστρέφειας και αυτό φαίνεται και από την υποχώρησή της σε πολλά θέματα που αφορούν τη διεθνή πολιτική σκηνή, γεγονός που έχει εκμεταλλευθεί ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, απέναντι σε μια Γερμανίδα Καγκελάριο, την Άνγκελα Μέρκελ, που σιγά σιγά φθάνει στο τέλος της πολιτικής της καριέρας και παντοδυναμίας.