Σε πολλά «ινστιτούτα στρατηγικής και γεωπολιτικής» («δεξαμενές σκέψης») γίνονται τακτικά αναλύσεις και δημοσιεύονται άρθρα σχετικά με τις εξελίξεις στο «τρίγωνο» ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας, τις μεταξύ τους σχέσεις και τους ανταγωνισμούς, όπως και για τα πιθανά σενάρια στην εξέλιξή τους. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές εκτιμήσεις των πηγών, όλοι συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το σκηνικό παγκόσμια γίνεται όλο και πιο ρευστό, καταγράφοντας την όξυνση των ανταγωνισμών, που συνυπάρχει με πρόσκαιρους και ευμετάβλητους συμβιβασμούς σε όλα τα μέτωπα. Ορισμένες αναλύσεις που σταχυολογούμε πιο κάτω είναι ενδεικτικές.

Το «Stratfor» σε άρθρο του φέτος τον Ιούνη με τίτλο «Το συνεχώς μεταβαλλόμενο τρίγωνο ανάμεσα σε Ρωσία, Κίνα και ΗΠΑ», αφού αναφέρει ότι Κίνα και Ρωσία έχουν υπογράψει οικονομικές συμφωνίες που εκτείνονται στα πάντα, από την Ενέργεια και δίκτυα τηλεπικοινωνίας 5G, την κατασκευή υδροηλεκτρικών μονάδων μέχρι τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου έρευνας και τεχνολογικής καινοτομίας, όπως επίσης και συνεργασίες στη Βόρεια Θάλασσα, ενταγμένες στην κινεζική πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος», θέτει ορισμένους προβληματισμούς.

Λέει συγκεκριμένα: «Οι εξελίξεις αυτές είναι απλώς οι πιο πρόσφατες σε μια ευρύτερη τάση ενίσχυσης των πολιτικών, οικονομικών δεσμών και των δεσμών στον τομέα της ασφάλειας μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας. Τέτοιες εξελίξεις δημιουργούν ερωτήματα ως προς το πόσο βαθιά μπορεί να γίνει η ευθυγράμμιση μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας και σε ποιον βαθμό η σχέση τους διαμορφώνεται σε άμεση αντίθεση και ανταγωνιστικά προς τις ΗΠΑ».

Σύμφωνα με το «Stratfor», «Η άνοδος της Κίνας ως παγκόσμιας δύναμης την έφερε σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ για μια σειρά ζητημάτων, από τις εμπορικές διαμάχες μέχρι τη Νότια Σινική Θάλασσα και την πρωτοβουλία του “Νέου Δρόμου του Μεταξιού” (Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος). Εν τω μεταξύ, η επανεμφάνιση της Ρωσίας ως περιφερειακής δύναμης στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του 2000 (…) έφερε τη χώρα σε μεγαλύτερη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και τη Δύση, καταλήγοντας το 2008 στον πόλεμο Ρωσίας – Γεωργίας και το 2014 στην επανάσταση του Euromaidan στην Ουκρανία, οδηγώντας στη σημερινή αντιπαράθεση μεταξύ της Μόσχας και της Δύσης».

Οι ρευστές συμπλεύσεις

Το ίδιο άρθρο εκτιμά ότι «οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη παγκόσμια δύναμη, ωστόσο η θέση τους – είτε πολιτική είτε οικονομική ή στρατιωτική – αμφισβητείται όλο και περισσότερο από την Κίνα και τη Ρωσία ποικιλοτρόπως. Οι εντάσεις των ΗΠΑ με την Κίνα και η αντιπαράθεση με τη Ρωσία έχουν φέρει πιο κοντά τη Μόσχα με το Πεκίνο, αναμορφώνοντας και πάλι το στρατηγικό τρίγωνο.

(…) Ωστόσο, αυτή η αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας έχει και προκλήσεις και περιορισμούς. Ενώ οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας έχουν πράγματι αυξηθεί σημαντικά σε σχετικούς όρους – εμφανίζοντας διψήφια ανάπτυξη κάθε χρόνο από το 2011 – εξακολουθούν να είναι αρκετά περιορισμένες σε απόλυτους αριθμούς. Και παρά την πρόσφατη εμπορική διένεξη μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, γενικά το σινοαμερικανικό εμπόριο (737 δισ. δολάρια το 2018) εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερο από το συνολικό σινορωσικό εμπόριο (108 δισ. δολάρια)».

Η ανάλυση συνεχίζει μεταξύ άλλων: «Καθώς η Κίνα συνεχίζει να μεγαλώνει ως οικονομική και στρατιωτική δύναμη, πιθανότατα θα αυξηθούν οι εντάσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας και θα υπονομεύσουν την τροχιά της συνεργασίας την οποία έχουν αυτήν τη στιγμή οι δύο χώρες.

Ως εκ τούτου, ενώ η αυξημένη κινεζική οικονομική εμπλοκή σε περιοχές όπως η Αρκτική, η Ανατολική Σιβηρία και η Κεντρική Ασία μπορεί να έχει οικονομικά οφέλη για τη Ρωσία για την ώρα, ωστόσο κάποια στιγμή αυτή η εμπλοκή μπορεί να αποτελέσει μια πιο άμεση στρατηγική απειλή για τη Μόσχα, είτε υπό τη μορφή του αυξανόμενου κινεζικού ελέγχου σε βασικές υποδομές και θαλάσσιους δρόμους, έχοντας μεγαλύτερη πρόσβαση στις απομακρυσμένες περιοχές της Ρωσίας, είτε “καταπνίγοντας” τη Ρωσία από οικονομική και δημογραφική άποψη».

Και καταλήγει: «Η Κίνα φαίνεται πιθανό να αυξήσει την οικονομική, πολιτική εμπλοκή και δυνητικά την εμπλοκή στον τομέα της ασφάλειας σε περιοχές που έχουν σημασία για τη Ρωσία – καθώς υπάρχουν ενδείξεις πως αυτό ήδη συμβαίνει σε συνοριακές περιοχές κοντά στο Τατζικιστάν και το Αφγανιστάν. Γι’ αυτόν τον λόγο, ίσως υπάρχει περιθώριο μελλοντικά η Ρωσία και οι ΗΠΑ να βρουν κοινό έδαφος σε επιλεγμένα ζητήματα, που με τη σειρά του θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τις ΗΠΑ και τη Ρωσία να επιδιώξουν την επαναπροσέγγισή τους, προκειμένου να περιορίσουν τη δύναμη της Κίνας».

Συνεργασία, αλλά και σφοδρός ανταγωνισμός

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ανάλογοι «προβληματισμοί» υπάρχουν και σε κινεζικές «δεξαμενές σκέψης». Είναι χαρακτηριστικά τα όσα καταγράφει το περιοδικό «The Asan Forum». Σχετικά με τις σχέσεις συνεργασίας και ανταγωνισμού στο «τρίγωνο», αναφέρει ότι καταγράφονται τέσσερις «σχολές» στις αναλύσεις των Κινέζων, με κεντρικό θέμα τις σινορωσικές και σινοαμερικανικές σχέσεις:

Η μία αφορά τη λεγόμενη «περίπου συμμαχία» Κίνας – Ρωσίας απέναντι στην αμερικανική απειλή, η δεύτερη προτείνει στην Κίνα να αρπάξει την ευκαιρία της οικονομικής αδυναμίας της Ρωσίας, ώστε να πιέσει στην ενσωμάτωση της Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης (διακρατική καπιταλιστική ένωση όπου τον πρώτο ρόλο έχει η Ρωσία) στην κινεζική πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος» ώστε να πρωταγωνιστήσει η Κίνα. Η τρίτη «σχολή» υιοθετεί μια στάση κατανόησης της ρωσικής στάσης στην αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, που θα της υπενθυμίζει ωστόσο ότι δεν πρέπει να ξεπερνάει τις γραμμές, και η τέταρτη στηρίζει μια προσέγγιση «αμοιβαίου κέρδους» (win-win) και με τις δύο πλευρές του τριγώνου.

 

Οπως σημειώνεται σε άρθρο φέτος το Φλεβάρη με τίτλο «Το τρίγωνο ΗΠΑ – Κίνας – Ρωσίας: Η οπτική της Κίνας», «είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ποια από τις “σχολές” έχει μεγαλύτερη επίδραση», ωστόσο για κάθε αντικειμενικό παρατηρητή είναι φανερό ότι για την κινεζική ηγεσία, που προωθεί και ενισχύει τις καπιταλιστικές σχέσεις, το κύριο στοιχείο είναι η εξυπηρέτηση των κινεζικών μονοπωλιακών ομίλων. Τα συμφέροντα των δικών τους μονοπωλίων – που επίσης εμφανίζονται ως «εθνικά συμφέροντα» – υπηρετούν και θέλουν να θωρακίσουν και οι ηγεσίες των ΗΠΑ και της Ρωσίας.

Το άρθρο επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Πεκίνο και Μόσχα διαφοροποιούνται σε συγκεκριμένες πολιτικές απέναντι στην Ουάσιγκτον περισσότερο από όσο δείχνουν οι στόχοι τους. Το χρονοδιάγραμμα του Πεκίνου είναι πιο μακρύ από αυτό της Μόσχας. Τα πεδία αντιπαράθεσης είναι πιο καταγραμμένα για το Πεκίνο και οι προσεγγίσεις της ηγεσίας του σχετικά με τον “υπό την ηγεσία των ΗΠΑ κόσμο” δεν ταυτίζονται ακριβώς με τη ρωσική ηγεσία, αλλά υπάρχουν αρκετά σημεία κοινών προβληματισμών. Η Ρωσία αξιοποιεί πιο πολύ στρατιωτικά μέσα για την αύξηση της επιρροής της, ενώ η Κίνα προτιμάει οικονομικά».

Αναφορικά με τις διαφορετικές προσεγγίσεις, γίνεται αναφορά στη μη στήριξη της Κίνας στη ρωσική στάση στην Ουκρανία και την ενσωμάτωση της Κριμαίας, όπως επίσης και στους δισταγμούς της κινεζικής πλευράς να συμβάλει σε μεγάλης κλίμακας επενδύσεις σε υποδομές, όπως επιθυμεί η ρωσική ηγεσία.

Ωστόσο επισημαίνεται ότι εκφράζεται κοινή στάση στο ζήτημα της «πολυμερούς συνεργασίας» ή του λεγόμενου «πολυπολικού κόσμου» απέναντι στην πολιτική της αμερικανικής ηγεσίας υπό τον Τραμπ για μονομερείς αποφάσεις. Αυτό φάνηκε και στη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, από την οποία αποχώρησαν οι ΗΠΑ, αλλά και σε ζητήματα του διεθνούς εμπορίου, χωρίς να αναιρείται βέβαια ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Κίνα και Ρωσία.

Καταλήγοντας, το άρθρο αναφέρεται σε αναλύσεις που δημοσιεύονται σε κινεζικά έντυπα και σημειώνουν ανάμεσα σε άλλα ότι οι παγωμένες σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας, μετά την Ουκρανία, και η μη «επανεκκίνηση» των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων, την οποία είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο Τραμπ, αφήνουν περιθώρια για αύξηση της κινεζικής επιρροής. Ωστόσο επισημαίνει ότι «σε μακροχρόνια βάση είναι αναπόφευκτη μια ευρύτερη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα σε Κίνα και ΗΠΑ» και γι’ αυτό τονίζει «την ανάγκη να ενισχυθεί η συνεργασία Κίνας – Ρωσίας, ως βασικός παράγοντας ισορροπίας στο τρίγωνο».