Του
Στέφανου Στεφάνου*

Αποφάσισε τελικά η κυβέρνηση να κινήσει διαδικασίες ανάκλησης υπηκοότητας από είκοσι έξι άτομα. Όψιμα και χρονικά αργοπορημένα τα μέτρα που αποφάσισε η κυβέρνηση.

Αργοπορημένα, γιατί εδώ και καιρό τα γεγονότα σχετικά με την κατάχρηση του λεγόμενου επενδυτικού προγράμματος βοούσαν. Η Κύπρος διασυρόταν διεθνώς πλην όμως η κυβέρνηση σφύριζε αδιάφορα και καμωνόταν ότι κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει καθησυχάζοντας (ή καλύτερα αποκοιμίζοντας) την κοινωνία. Όταν η κριτική δεν μαζευόταν, η κυβέρνηση απέδιδε τις όποιες καταγγελίες εναντίον του προγράμματος σε προσπάθεια στοχοποίησης της Κύπρου.

Βολική και -συνήθως- αποδοτική η τακτική της κυβέρνησης να… γαργαλά τον πατριωτισμό των Κυπρίων για να αποκρύψει τα προβλήματα. Την εφάρμοσε όχι μόνο και στην περίπτωση του προγράμματος υπηκοοτήτων αλλά και στο Κυπριακό. Όποιος της κάνει κριτική αυτόματα γίνεται συνοδοιπόρος της Τουρκίας. Είναι μ’ αυτό τον τρόπο που προσπαθεί να τερματίσει ή τουλάχιστον να περιορίσει την κριτική και να μην υπάρχει αντίλογος στην κοινωνία.

Χαρακτηριστική αυτής της στάσης της κυβέρνησης ήταν η αντίδραση του Ν. Αναστασιάδη, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την κριτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ) για τα «χρυσά» διαβατήρια. Μίλησε για «άδικη στοχοποίηση» από την ΕΕ, που οφείλεται «σε σκοπιμότητες και ανταγωνισμό». Η ΕΕ επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι στην Κύπρο τα «χρυσά» διαβατήρια παραχωρούνται μαζικά και σε χρόνο μερικών ημερών, χωρίς να απαιτείται διαμονή του επενδυτή στη χώρα για ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η ΕΕ δεν ήταν η μόνη που έκανε κριτική στην Κύπρο. Κριτική έκαναν το Ευρωκοινοβούλιο, η Διεθνής Διαφάνεια, ακόμα και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στο οποίο ανήκει ο ΔΗΣΥ. Η κυβέρνηση όμως δεν έπαιρνε κανένα μέτρο προστασίας της Κύπρου. Ακόμα και τον Φεβρουάριο του 2019 ο Υπουργός Οικονομικών δήλωνε δημόσια ότι «οι έλεγχοι είναι αυστηροί γι’ αυτό και μέχρι σήμερα δεν έχει προκύψει καμία περίπτωση με πρόσωπο που έχει πολιτογραφηθεί». Επομένως, η ευθύνη της κυβέρνησης για τον διεθνή διασυρμό της χώρα μας είναι αυταπόδεικτη και αδιαμφισβήτητη.

Η αντίδραση της κυβέρνησης είναι όψιμη. Αντέδρασε μετά που ξέσπασαν τα σκάνδαλα. Όταν αντιλήφθηκε η κυβέρνηση ότι αυτά δεν ήταν διαχειρίσιμα από επικοινωνιακής άποψης, τότε υποχρεώθηκε να κινηθεί. Αλλιώς δε θα έκανε τίποτα, όπως δεν είχε κάνει τίποτα στην περίπτωση των Καμποτζιανών. Εκεί προσπάθησαν απλά να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Η βαρύτατη πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης δεν εξαντλείται στον διεθνή διασυρμό της χώρας μας. Πάει και πάρα κάτω και έχει να κάνει με τη βιομηχανία κατάχρησης, αδιαφάνειας και απληστίας που έστησε η κυβέρνηση.

Όταν το… «αντίδωρο» που πήρε ο Αρχιεπίσκοπος για τη μεσιτεία του κοστολογείται στις 300 χιλιάδες ευρώ, όλοι μπορούν να αντιληφθούν πόσο χρήμα διακινείται σε αυτή τη βιομηχανία. Και συνακόλουθα, πόσες παρεμβάσεις γίνονταν από αυτούς που έχουν στενή σχέση με την εκτελεστική εξουσία και μπορούν να προωθούν υποθέσεις παραχώρησης υπηκοότητας.

Αυτά δε διαπράττονται κατά λάθος, ούτε λόγω ελλιπών ρυθμίσεων ή κριτηρίων. Αυτά γίνονται λόγω διαφθοράς. Θα ήταν παράδοξο αν τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο σχετικά με τη διαφθορά δεν είχαν αντανάκλαση σε αξιόπιστους δείκτες που μετρούν το φαινόμενο.
Σύμφωνα με την Έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Κύπρος έχει κατρακυλήσει στον δείκτη για τη διαφθορά από το 2013 μέχρι το 2018, σε τόσο μεγάλο βαθμό που αναδεικνύεται πρωταθλήτρια στην αύξηση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα, από 1,25 που είχε εξασφαλίσει η Κύπρος το 2013 έχει κατέβει στο 0,64 το 2018. Είναι περίεργο να δούμε πού θα φτάσουμε το 2019 με αυτά που συμβαίνουν.
Το θέμα των «χρυσών» διαβατηρίων δεν κλείνει με τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Κατ’ ακρίβειαν τώρα ανοίγει και οι κυβερνώντες έχουν να απαντήσουν σε πολλά.

*Εκπρόσωπος Τύπου ΑΚΕΛ, βουλευτής