Μέρος 10ο (τελευταίο)

Σε αυτό το τελευταίο σημείωμα για την Οργάνωση «Ακρίτας» θα αναφερθούμε στους πραγματικούς στόχους που είχε καθορίσει. Πολλοί λένε ότι ο «Ακρίτας» είχε συσταθεί ως ομάδα άμυνας απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις και σε πιθανή επίθεση που θα δέχονταν οι Ε/κύπριοι από τους Τ/κύπριους ή ακόμα και από την Τουρκία. Ωστόσο τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Όντως ο «Ακρίτας» στόχευε στην άμυνα κι αυτό έχει εμπεδωθεί στην κοινωνία. Όμως εκείνο που παραλείπεται και δεν αναφέρεται, είναι το ότι οι Ε/κύπριοι δεν ανέμεναν επίθεση χωρίς λόγο, αλλά την ανέμεναν όταν η ε/κυπριακή πλευρά θα κατάγγελλε τις συμφωνίες Ζυρίχης –και ιδιαίτερα τη συνθήκη εγγύησης– και θα κήρυττε την Ένωση. Κι αυτό είναι πλέον καταγεγραμμένο σε όλες τις πηγές στις οποίες βασιστήκαμε για τη σειρά αυτών των σημειωμάτων. Σε αυτό το τελευταίο σημείωμα θα παραθέσουμε τους στόχους της Οργάνωσης, όπως καταγράφεται στα δικά της έγγραφα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Το πιο γνωστό έγγραφο της Οργάνωσης συντάχθηκε το 1963. Ήταν έκτασης σχεδόν έξι δακτυλογραφημένων σελίδων και φέρει τον τίτλο: «ΑΙ ΠΡΟΣΦΑΤΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ». Το έγγραφο έφερε την ένδειξη «ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ» και έφερε την υπογραφή «Ακρίτας» (ψευδώνυμο του Π. Γιωρκάτζη).

Σε στάδια ο αγώνας με στόχο την Ένωση

Στο έγγραφο αναφερόταν ότι η πορεία που θα πάρει το εθνικό θέμα έχει διαγραφεί με δημόσιες δηλώσεις του Προέδρου Μακαρίου και ότι η υλοποίησή του θα γίνει σε στάδια. Σημειωνόταν επίσης ότι πρέπει να γίνει κατανοητό απ’ όλους ότι τα μέτρα που αναφέρονται «δεν αποτελούν παρά μόνο το πρώτο βήμα, ένα απλό στάδιο προς τον τελικό και αμετάθετο εθνικό σκοπό, προς την πλήρη και αδέσμευτη εφαρμογή του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του λαού», εννοώντας ασφαλώς την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. «Εφ’ όσον ο σκοπός παραμένει αμετάθετος, εκείνο το οποίο εναπομένει να εξετασθεί είναι το θέμα της τακτικής».

Πείστηκε η διεθνής κοινή γνώμη

Στο έγγραφο αναφερόταν ότι οι Ε/κύπριοι έπεισαν τη διεθνή κοινή γνώμη και τους διπλωματικούς κύκλους για το ότι πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού. Στο έγγραφο καταγράφεται ότι ο πρώτος στόχος υπήρξε η καλλιέργεια διεθνώς της εντύπωσης ότι το Κυπριακό δεν λύθηκε και χρειάζεται αναθεώρηση και ότι η ε/κυπριακή πλευρά έπεισε ότι η υφιστάμενη λύση δεν ήταν ικανοποιητική ούτε δίκαιη. Επιπλέον αναφέρεται ότι επιβάλλεται αναθεώρηση των συμφωνηθέντων, τονίζοντας ότι για τους Έλληνες δεν τίθεται θέμα αθέτησης της υπογραφής τους! Βεβαίως αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού ο πραγματικός στόχος ήταν η αθέτηση της συμφωνίας και η κήρυξη της Ένωσης. Αυτό δεν είναι αυθαίρετο συμπέρασμα, αλλά αναφέρεται σαφέστατα στο έγγραφο. Έχοντας υπόψη ότι αν υλοποιούνταν οι προθέσεις των Ε/κυπρίων θα υπήρχε ενδεχόμενο εισβολής της Τουρκίας –συνεπεία της συνθήκης εγγύησης– το έγγραφο σημείωνε στο σημείο 4: «… το θέμα της αναθεώρησης αποτελεί εσωτερικό θέμα των Κυπρίων που δεν παρέχει δικαίωμα επέμβασης, δυναμικά ή άλλως πως σε οποιονδήποτε»

Προσπάθεια παραπλάνησης της διεθνούς κοινής γνώμης

Είναι ενδιαφέρον το ότι ενώ αναφέρονται τα πιο πάνω, στη συνέχεια είναι ξεκάθαρη η αναφορά ότι θα γίνει προσπάθεια να ξεγελαστεί η διεθνής κοινή γνώμη για τον πραγματικό στόχο. Γράφει ότι οι Τούρκοι «έχουν ήδη κατορθώσει να πείσουν τη διεθνή κοινή γνώμη ότι η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ισοδυναμεί με προσπάθεια υποδούλωσης τους. Επιπρόσθετα κρίνεται ότι έχουμε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας στον αγώνα για τον επηρεασμό υπέρ μας της διεθνούς κοινής γνώμης τοποθετώντας το αίτημά μας ως και κατά τη διάρκεια του αγώνα επί του δικαιώματος εξάσκησης της ελεύθερης θέλησής μας για αυτοδιάθεση, παρά για Ένωση. Για να μπορέσουμε όμως να εξασκήσουμε το δικαίωμα πλήρους και ελεύθερης αυτοδιάθεσης, πρέπει πρώτα να αποδεσμευθούμε από όλες εκείνες τις πρόνοιες του συντάγματος και των συμφωνιών (π.χ. Συνθήκη Εγγύησης, Συνθήκη Συμμαχίας κ.λπ), οι οποίες εμποδίζουν την ελεύθερη και αδέσμευτη έκφραση και εφαρμογή των επιθυμιών του λαού και οι οποίες εγκυμονούν κινδύνους, εξωτερικής επέμβασης. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο πρώτος στόχος επίθεσης υπήρξε η συμφωνία εγγύησης, η οποία και πρώτη αναφέρθηκε ως μη αναγνωριζόμενη πλέον από τους Έλληνες Κυπρίους». Και καταλήγει η παράγραφος: «Όταν αυτό επιτελεσθεί, καμιά δύναμη, νομική ή ηθική, μπορεί να μας εμποδίσει από του να αποφασίσουμε μόνοι και ελεύθερα για το μέλλον μας και με δημοψήφισμα να εφαρμόσουμε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης». Κι αμέσως μετά τονίζεται: «Είναι επομένως προφανές ότι εάν ελπίζουμε να έχουμε οποιανδήποτε πιθανότητα επιτυχίας διεθνώς στις ως άνω ενέργειες δεν μπορούμε ούτε πρέπει να αποκαλύπτουμε ή να διακηρύττουμε τα διάφορα στάδια του αγώνα προτού συμπληρωθεί το προηγούμενο…»

Ο κίνδυνος εξωτερικής επέμβασης

Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως οι εγκέφαλοι της Οργάνωσης θεωρούσαν ότι ακόμα κι αν θα υπήρχε εισβολή από την Τουρκία, αυτή θα ήταν αντιμετωπίσιμη: «Ο μόνος κίνδυνος ο οποίος μπορεί να χαρακτηρίζεται ως ανυπέρβλητος είναι η πιθανότητα εξωτερικής βίαιης επέμβασης. Όχι τόσο για τις υλικές ζημιές ούτε για τον κίνδυνο αυτό καθ’ εαυτό (ο οποίος σε τελευταία ανάλυση είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί μερικά ή ολικά από μας δυναμικά), αλλά κυρίως από τις πιθανές πολιτικές επιπτώσεις. Εάν ήθελε απειληθεί ή εφαρμοσθεί επέμβαση πριν από το στάδιο “γ”, τότε τέτοια επέμβαση θα είναι νομικά συζητήσιμη αν όχι και δικαιολογημένη». Πίστευαν ακόμη ότι έστω και με τη συνθήκη εγγύησης σε ισχύ, το ενδεχόμενο εισβολής ήταν δύσκολο αφού: «Εάν μελετήσουμε και δικαιολογήσουμε καλά την ενέργειά μας, αφ’ ενός επέμβαση δεν δικαιολογείται και αφ’ ετέρου από την αρχή θα έχουμε κάθε υποστήριξη, εφ’ όσον με τη Συνθήκη Εγγύησης δεν μπορεί να γίνει επέμβαση προτού διεξαχθούν συνεννοήσεις μεταξύ των Εγγυητριών Δυνάμεων, δηλαδή Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι δε στο στάδιο αυτό των συνεννοήσεων (δηλαδή πριν από την επέμβαση) κατά το οποίο χρειαζόμαστε τη διεθνή υποστήριξη. Θα την έχουμε δε αυτήν εάν οι αλλαγές που εισηγούμαστε φαίνονται λογικές και δικαιολογημένες». Σημαντικό επίσης είναι το ότι στο έγγραφο αναφέρεται ότι: «Τυχόν επεισόδια, θα αντιμετωπισθούν κατ’ αρχήν νομίμως υπό των νομίμων δυνάμεων ασφαλείας, συμφώνως σχεδίου. Αι ενέργειαι θα έχουν νομικήν μορφήν».

Μονομερής ενέργεια των Ε/κυπρίων για Ένωση

Στο ίδιο κείμενο, στο υποκεφάλαιο «Τακτική», αναφέρεται ότι θα γίνουν αρχικά προσπάθειες συμφωνίας με τους Τούρκους, αλλά «επειδή κοινή συμφωνία αποκλείεται, τότε θα προσπαθήσουμε να δικαιολογήσουμε μονομερή ενέργεια… 2. Είναι φανερό ότι για να δικαιολογείται επέμβαση πρέπει να υπάρχει σοβαρότερος λόγος και αμεσότερος κίνδυνος από την απλή συνταγματική τροποποίηση. Τέτοιος λόγος μπορεί να είναι: (α) άμεση κήρυξη της Ένωσης προτού συμπληρωθούν οι ενέργειες α-γ, και (β) σοβαρές διακοινοτικές ταραχές που θα παρουσιασθούν ως σφαγιασμός των Τούρκων». Προστίθεται ότι εφόσον οι Έλληνες δεν προτίθενται να προβούν σε καμία σφαγή, οι Τούρκοι θα επιχειρήσουν να προκαλέσουν επεισόδια ή ακόμα και σύγκρουση. Από αυτό συνάγεται ότι οι συγκρούσεις για τις οποίες λέγεται ότι ιδρύθηκε η Οργάνωση για να αντιμετωπίσει δεν θα ήταν απρόκλητες ενέργειες από τουρκικής πλευράς, όπως αφήνεται μέχρι σήμερα να εννοηθεί, αλλά θα προκαλούνταν από τις ελληνικές ενέργειες μέσω της κατάργησης των συμφωνιών και την κήρυξη της Ένωσης με την Ελλάδα. Και πιο κάτω αναφέρεται κάτι που επιβεβαιώνει αυτό που μόλις αναφέραμε: «Σε περίπτωση μελετημένης ή υποβολιμαίας επίθεσης, σκηνοθετημένης ή όχι των Τούρκων, επιβάλλεται να την καταστείλουμε δυναμικά στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, εφ’ όσον εάν κατορθώσουμε να γίνουμε κύριοι της κατάστασης μέσα σε 1-2 ημέρες, καμιά επέμβαση από τα έξω δεν θα είναι δυνατή, πιθανή ή δικαιολογημένη». Μάλιστα υποστηρίζεται ότι «δυναμική και αποτελεσματική αντιμετώπιση των Τούρκων θα διευκολύνει τα μέγιστα τις μεταγενέστερες ενέργειές μας για περαιτέρω τροποποιήσεις, ώστε αυτές θα είναι δυνατό να εφαρμοσθούν χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση, διότι οι Τούρκοι θα γνωρίζουν ότι αντίδρασή τους είναι αδύνατη ή επιζήμια σοβαρά για την κοινότητά τους».

Επίλογος

Μέσα από τα 10 σημειώματα για την Οργάνωση «Ακρίτας» δώσαμε όσο το δυνατό περισσότερη πληροφόρηση για όσα έλαβαν χώρα από το 1961 μέχρι το 1963, που ξεκίνησαν οι δικοινοτικές συγκρούσεις. Δεν προσπαθήσαμε να κρύψουμε τίποτε, ούτε τις ευθύνες της ε/κυπριακής πλευράς, η οποία στόχευε στην κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην Ένωση με την Ελλάδα, ούτε το ότι η τ/κυπριακή πλευρά στόχευε στη διχοτόμηση και στην προσάρτηση της μισής Κύπρου στην Τουρκία. Με τις ενέργειές τους και οι δύο πλευρές παραβίαζαν το Άρθρο Ι της συνθήκης Εγγύησης, που ανάμεσα σε άλλα καθορίζει σαφέστατα ότι: «Η Δημοκρατία της Κύπρου αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως μη συμμετέχη, καθολικώς ή μερικώς, εις πολιτική ή οικονομική τινα ένωσιν μεθ’ οιουδήποτε κράτους. Κατά συνέπειαν, κηρύσσει απηγορευμένην πάσαν δράσιν δυναμένην, αμέσως ή εμμέσως, να προωθήση είτε την ένωσιν μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους είτε τον διαμελισμόν της νήσου».