Του
Μαρίνου Σιζόπουλου*

 

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί ίσως τον πλέον κοινωνικοποιημένο θεσμό του δημοκρατικού πολιτεύματος. Βρίσκεται σε στενή και άμεση επαφή με τον πολίτη, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι η νομοθετική ή η εκτελεστική εξουσία. Στην Κύπρο ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ουσιαστικά εισήλθε στο στάδιο της δημοκρατικής λειτουργίας πριν από 34 χρόνια και συγκεκριμένα το 1986, όταν έγιναν οι πρώτες εκλογές με απλή αναλογική για την ανάδειξη των μελών των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με την πάροδο 35 χρόνων, η ορθολογική προσέγγιση του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μακριά από κομματικές ή άλλου είδους σκοπιμότητες, μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με τις αδυναμίες και τις παθογένειες, καθώς και για τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για τη διόρθωσή τους με στόχο την παραπέρα αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών στους πολίτες. H μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι απαραίτητη και αναγκαία. Απαραίτητη, διότι, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις διαφόρων κυβερνήσεων, ποτέ δεν στηρίχθηκε αποφασιστικά μία μεταρρύθμιση, η οποία θα αναβάθμιζε τις προσφερόμενες υπηρεσίες προς τους πολίτες και θα προσέδιδε στις Τοπικές Αρχές οικονομική αυτοδυναμία και απεξάρτηση από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία. Αναγκαία, επειδή η μείωση του αριθμού των δήμων και το νοικοκύρεμά τους είναι αυταπόδεικτα επιβεβλημένη.

Με αφορμή και τα όσα ειπώθηκαν κατά την Ημερίδα που διοργανώθηκε από το Κ.Σ. ΕΔΕΚ στις 11 Ιανουαρίου, κατά την οποία παρουσιάστηκε το κυβερνητικό νομοσχέδιο από τον ΥΠΕΣ και έγινε μία πρώτη ανταλλαγή απόψεων με τα εκλεγμένα στελέχη του κόμματος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, καταρτίστηκε μία σειρά από κριτήρια τα οποία καθορίζουν και το πλαίσιο των απαιτήσεών μας από αυτή την μεταρρύθμιση: Λογικευμένη μείωση του αριθμού των δήμων. Στον καθορισμό του τελικού αριθμού των ενοποιημένων δήμων να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι τοπικές ιδιαιτερότητες. Συμπλεγματοποίηση υπηρεσιών με στόχο τη μείωση του κόστους, την αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών και τη μείωση της φορολογίας στους πολίτες. Μεταφορά εξουσιών και αρμοδιοτήτων από το κεντρικό κράτος στις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τρόπο σταδιακό και συντεταγμένο και μετά από σχετική προετοιμασία, ώστε να μην παρατηρηθούν προβλήματα. Οικονομική αυτοδυναμία και απεξάρτηση από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία. Η ενοποίηση των δήμων επιβάλλει και ενοποιημένο εκλογικό σύστημα και όχι ενιαίο δήμο, αλλά συνομοσπονδιακό εκλογικό σύστημα για να εξυπηρετηθούν σκοπιμότητες. Ιδιαίτερη προσοχή στην ένταξη των κοινοτήτων στους δήμους.


Όπως κάθε μεταρρύθμιση, έτσι και αυτή, έχει την τεχνοκρατική αλλά και την πολιτική της πτυχή. Από την πλευρά της ΕΔΕΚ έχουμε συνειδητά αποφύγει να εμπλακούμε σε μια άγονη δημόσια συζήτηση για την τεχνοκρατική πτυχή, δεδομένου ότι δεν έχουμε ακόμα στα χέρια μας το τελικό κείμενο του κυβερνητικού νομοσχεδίου. Σε ό,τι αφορά όμως την πολιτική πτυχή του ζητήματος, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο το ότι η συνένωση αριθμού δήμων έγινε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής και χωρίς ορθολογική προσέγγιση. Το παράδειγμα της ελεύθερης Αμμοχώστου αποδεικνύει το πιο πάνω: το νομοσχέδιο προτείνει τη συνένωση των τριών υφιστάμενων δήμων σε έναν (Αγία Νάπα, Παραλίμνι, Δερύνεια) και των κοινοτήτων σε έναν δεύτερο δήμο. Το πιο λογικό θα ήταν το Παραλίμνι μαζί με τη Δερύνεια και άλλες γειτνιάζουσες περιοχές να γίνουν ένας δήμος και ένας δεύτερος δήμος να γίνει η Αγία Νάπα με άλλες γειτνιάζουσες περιοχές, όπως η Σωτήρα. Παρόμοια παραδείγματα συναντούμε και στην περίπτωση της Λεμεσού, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων πρυτάνευσε και πάλι. Η δεύτερη πολιτική πτυχή που εντοπίζεται είναι το εκλογικό σύστημα. Αν η κάθε περιοχή εκλέγει τους δικούς της εκπροσώπους κατ’ αναλογία της δημογραφικής της δύναμης εντός του δήμου, σημαίνει ότι οι δημοτικοί σύμβουλοι κάθε περιοχής θα προωθούν τα συμφέροντα της δίκης τους περιοχής. Αναπόφευκτα αυτό θα οδηγήσει σε αχρείαστη αντιπαράθεση εντός του δήμου, σε βάρος της Τοπικής Αρχής. Αυτό το σύστημα αποτελεί έμμεση μορφή πλειοψηφικού συστήματος που αποκλείει τη συμμετοχή των μικρών κομμάτων ή ομάδων πολιτών από τα Δημοτικά Συμβούλια και λειτουργεί σε βάρος της πολυφωνίας.

Για την ΕΔΕΚ η μεταρρύθμιση πρέπει να οδηγεί σε ενιαίο δήμο με ενιαίο εκλογικό σύστημα, ενιαία διοίκηση και ομοιόμορφη ανάπτυξη με αναβαθμισμένες τις προσφερόμενες υπηρεσίες, κατάργηση της γραφειοκρατίας, μείωση των λειτουργικών εξόδων και κατ’ επέκταση της φορολογίας που επιβάλλεται στους δημότες.

*Πρόεδρος  Κ.Σ. ΕΔΕΚ