Του Βαγγέλη Γέττου

Ο μεταμοντερνισμός έχει πολλή πλάκα. Ειδικά στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Την τελευταία δεκαετία της έκρηξης των ανισοτήτων παρακολουθούμε ορισμένους θεωρητικούς του να παλαντζάρουν άτεχνα μεταξύ ακαταλαβίστικων και έωλων θεωριών για το πώς μετασχηματίζονται οι κοινωνίες μακριά από κλασικά ερμηνευτικά σχήματα. Το σκεπτικό κάποιων από αυτούς βασίζεται στην τυχαιότητα, σε απλές συγκυρίες λες και ο θεός -παραφράζοντας τον Einstein- τελικά παίζει ζάρια.

Ένα από τα αγαπημένα παιδιά του ρεϊγκανισμού και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ο Αμερικανός Φράνσις Φουκουγιάμα είναι ένας από αυτούς. Το 1992, με το περίφημο βιβλίο του «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος», υπό τις ιαχές του καπιταλιστικού θριάμβου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, επιχείρησε να ανέβει στο γιορτινό άρμα και να ισχυριστεί ότι επήλθε το τέλος των μεγάλων ιστορικών αλλαγών.

Ο Φουκουγιάμα ίσως να σάστισε νωρίς με το πόσο ατυχές ήταν το ενθουσιώδες συμπέρασμά του. Το 1994, οι Ζαπατίστας εξεγείρονται παίρνοντας τον έλεγχο της μεξικανικής επαρχίας Τσιάπας, έκτασης και πληθυσμού περίπου ίσου με της μισής Ελλάδας. Το 1999 η επίθεση του ΝΑΤΟ στη Σερβία, ο πρώτος πόλεμος σε ευρωπαϊκό έδαφος από το 1945, εκτελεί εν ψυχρώ το όραμα της ειρηνικής ανάπτυξης σε ένα από τα κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού. Το 2000 η Γένοβα θυμίζει τι σημαίνει μαζική ευρωπαϊκή εξέγερση. Το 2001, ο Φουκουγιάμα παρακολουθεί ενεός την επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και το κύμα διεθνών τρομοκρατικών επιθέσεων που αυτό εγκαινίασε. Τα επόμενα χρόνια, ο Λούλα, ο Κίρχνερ, ο Μοράλες, ο Κορέα, ο Τσάβες, ο επίμονος Κάστρο και ο Μουχίκα ίσως του προκάλεσαν ταραχή. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η αποσάθρωση του αμερικανικού και ευρωπαϊκού κοινωνικού ιστού, το για πολλούς “σατανικά κομμουνιστικό” σύστημα υγείας του Ομπάμα, η Αριστερά στην εξουσία στην Ελλάδα και παρ’ ολίγον στην Ισπανία: πόσα ακόμα γεγονότα να παρατάξει κανείς; Ο Φουκουγιάμα, το 1992, λειτούργησε περισσότερο σαν οπαδός ποδοσφαιρικής ομάδας που επιτέλους παίρνει το πρωτάθλημα μετά από χρόνια αναμονής παρά σαν οξυδερκής πολιτειολόγος. Και κάπου εκεί αρχίζει να «τα μασάει».

Σε άρθρο του στο γαλλικό περιοδικό “Commentaire”, την άνοιξη του 2018 προσπαθεί να αμυνθεί διά της πλαγίας οδού. «Η Κίνα είναι η πιο μεγάλη αμφισβήτηση της αφήγησης περί του ”τέλους της ιστορίας” επειδή έχει εκσυγχρονιστεί οικονομικά παραμένοντας μια δικτατορία. […]» γράφει, αμφισβητώντας το επιχείρημά του περί της επερχόμενης παντοκρατορίας της δυτικής δημοκρατίας. Σε άλλο σημείο μέμφεται τους επικριτές του λέγοντας ότι σε αυτούς συγκαταλέγονται πολλοί που δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο του.

Λίγους μήνες αργότερα, επανέρχεται ακόμα πιο απολογητικός. «Εξαρτάται τι εννοεί κανείς όταν μιλά για Σοσιαλισμό. […] Αν εννοούμε τα προγράμματα αναδιανομής που προσπαθούν να αποκαταστήσουν αυτή τη μεγάλη ανισορροπία τόσο στα εισοδήματα όσο και στον πλούτο που προέκυψε, τότε ναι νομίζω ότι όχι μόνο μπορεί να επιστρέψει, αλλά πρέπει να επιστρέψει. Αυτή η παρατεταμένη περίοδος, η οποία ξεκίνησε με τον Ρίγκαν και τη Θάτσερ, στην οποία κυριάρχησαν ιδέες για τα οφέλη των μη ρυθμιζόμενων αγορών, είχε από πολλές απόψεις καταστροφικές συνέπειες».

Το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου 2019 το κατεστημένο της Ελλάδας, οι δοτές ελίτ με τα ψευδεπίγραφα πτυχία τους, η βλαχιά και η αχρειότητα που ξαναβρέθηκαν στους υπουργικούς θώκους θα ξυπνήσουν για ακόμα μια φορά ανήσυχες. Η 6η Δεκεμβρίου 2008 δεν θα ξεχαστεί ποτέ όσο ακολουθείται η ίδια συνταγή που την προκάλεσε. Όπως δεν θα ξεχαστεί ποτέ και η 17η Νοέμβρη 1973, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Ο Φουκουγιάμα και οι wannabe επίγονοί του παγκοσμίως μπορούν να κλαυθμυρίζουν όσο θέλουν ανακαλώντας τα καταστατικά τους επιχειρήματα. Όμως τα δικά μας ηφαιστειογενή δάκρυα για εκείνη την αποτρόπαιη επίδειξη πυγμής συνεχίζουν να καίνε το αρραγές πρόσωπο της τυφλής υπακοής. Καμία ιστορία δεν τελείωσε για τον απλούστατο λόγο ότι πολλές ακόμα δεν έχουν αρχίσει.