Στον κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO η ξερολιθιά που, εκτός από ιδιαίτερη τέχνη, συνέβαλε καθοριστικά στην αγροτική ανάπτυξη των ορεινών περιοχών της Κύπρου

 Του Χρήστου Χαραλάμπους

  • Η μαστοριά ενός αγράμματου χωριάτη που μετέτρεπε τα «μαζερά», τα χέρσα χωράφια και τις απότομες άγριες πλαγιές σε αμπέλια και περβόλια…
  • Η σημασία των πετρότοιχων, ιδιαίτερα στην αμπελοκαλλιέργεια, υμνείται μέσα και από μια παροιμία που συχνά έλεγαν οι παλιοί, επικαλούμενοι το ίδιο το αμπέλι, «κάμε μου τοίχο να σε κάμω τοίχο», που πάει να πει ότι όταν ο αμπελουργός περιποιηθεί με τις λιθοδομές το αμπέλι του, εκείνο θα του το ανταποδώσει δίνοντάς του καλύτερη σοδειά

Σήκωνε τη βράκα, έδενε την άκρη της στη ζώστρα του «για να μεν κορακά», όπως έλεγε, και πότε μόνος του πότε με βοηθό έπιανε δουλειά αφήνοντας όλη τη μαστοριά του να εκδηλωθεί μέσα από την επαφή του με την πέτρα και τη μετατροπή της από άψυχο κομμάτι της γης σε δημιουργικό υλικό της καθημερινής δραστηριότητάς του.

Η μαστοριά ενός αγράμματου χωριάτη που μετέτρεπε τα «μαζερά», τα χέρσα χωράφια και τις απότομες άγριες πλαγιές σε αμπέλια και περβόλια… Εργαλεία του η σκληρή και αδούλευτη πέτρα του τόπου, το πείσμα και η υπομονή, οι «αρχιτεκτονικές» γνώσεις του και βέβαια τα ροζιασμένα χέρια του που μόνιμα ήταν γεμάτα σχισμές και μώλωπες…

Μνήμες παιδικές με την εικόνα του παππού που, εκτός όλων των άλλων, ήξερε να κτίζει δόμες (ξερολιθιές στη νεοελληνική). Μια επίπονη διαδικασία που συνέβαλε όμως καθοριστικά στην αγροτική ανάπτυξη των ορεινών περιοχών της Κύπρου και ιδιαίτερα των κρασοχωριών της Λεμεσού και της Πάφου, αλλά και των περιοχών της Πιτσιλιάς, της Σολιάς και της Μαραθάσας. Μια τέχνη που, όπου εφαρμόστηκε (δεκαετίες ή και αιώνες πριν), είναι ακόμα εκεί και επιτελεί το έργο της. Και τη βλέπουμε ταξιδεύοντας στα χωριά μας και τη θαυμάζουμε σαν ένα μνημείο της φύσης και της ανθρώπινης δημιουργίας.

Δεν μπορεί, λοιπόν, όσοι είχαμε το προνόμιο να γεννηθούμε και να μεγαλώσουμε σε χωριό, με αγρότες γονείς και παππούδες, με βιώματα όπως αυτό της τέχνης του κτισίματος της ξερολιθιάς, να μη νιώθουμε ένα είδος υπερηφάνειας, μια ικανοποίηση που η αξία αυτής της τέχνης, αυτής της κληρονομιάς, αναγνωρίστηκε διεθνώς και περιλήφθηκε πριν από λίγες μέρες από την UNESCO στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.

Είναι ένα είδος μνημόσυνου και έκφρασης τιμής σε όλους εκείνους που σε περασμένους καιρούς, αλλά και σήμερα (ευτυχώς υπάρχουν ακόμα, έστω και λίγοι μάστορες της πέτρας και της λιθοδομής), δούλεψαν σκληρά για να γίνουν τα άγονα εδάφη καλλιεργήσιμες εκτάσεις μετατρέποντας τους άνυδρους τόπους σε φιλόξενους για τους ανθρώπους της υπαίθρου, προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις γεωργικές τους δραστηριότητες.

Άλλωστε, η σημασία των πετρότοιχων, ιδιαίτερα στην αμπελοκαλλιέργεια, υμνείται μέσα και από μια παροιμία που συχνά έλεγαν οι παλιοί, επικαλούμενοι το ίδιο το αμπέλι, «κάμε μου τοίχο να σε κάμω τοίχο», που πάει να πει ότι όταν ο αμπελουργός περιποιηθεί με τις λιθοδομές το αμπέλι του, εκείνο θα του το ανταποδώσει δίνοντάς του καλύτερη σοδειά.

Η σχέση αγάπης του μάστορα με την πέτρα

Στις μέρες μας, βέβαια, η κατασκευή νέων ξερολιθιών αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, αφού η χρήση του μπετόν και άλλων σύγχρονων υλικών έχει επικρατήσει και στον γεωργικό τομέα. Έτσι βλέπουμε μέσα σε περβόλια να στήνονται καλούπια με σίδερο και να δημιουργούνται τσιμεντένιοι τοίχοι αντιστήριξης. Από την άλλη, όλο και λιγοστεύουν οι μάστορες της τέχνης της ξερολιθιάς.

Ένας από αυτούς, ο Μιχάλης Σύννος από τον Μονιάτη, ο οποίος έχει κατασκευάσει στο παρελθόν αρκετές ξερολιθιές στο χωριό του, όπως και αλλού, ενώ ακόμα και σήμερα κάποιοι τον καλούν και αφήνει το στίγμα της μαστοριάς του στα χωράφια ή τις αυλές των σπιτιών τους, μίλησε στην «Κυριακάτικη Χαραυγή» και περιγράφοντας την τέχνη του αποκαλύπτει τη θρησκευτική ευλάβεια και την αγάπη που επικρατεί στη διαδικασία της χρήσης της πέτρας και της μετατροπής της σε αρχιτεκτονικό κατασκεύασμα.

«Η αρχή γίνεται με το ξόρτζιασμα, δηλαδή πρέπει να συναχτούν οι πέτρες από το χωράφι, και στη συνέχεια ανοίγεται ο θεμελιός που θα πατήσει η δόμη και στη βάση μπαίνουν κατά κύριο λόγο οι μεγαλύτερες πέτρες», μας λέει, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι «στο κτίσιμο της ξερόδομης δεν χρησιμοποιείται σε καμιά περίπτωση λάσπη ή άλλο υλικό. Οι πέτρες, όταν ξέρεις τον τρόπο, στερεώνονται μόνες τους και μπορούν να φτάσουν σε μεγάλο ύψος χωρίς να γκρεμίζονται…»

Αναφέροντας ότι ο ίδιος έμαθε να κτίζει ξερολιθιές από έναν παλιό μάστορα, τον Εφκενή από το Πέρα Πεδί, ο κ. Σύννος εκφράζει τη λύπη του που σήμερα οι νέοι δεν ενδιαφέρονται να μάθουν την τέχνη και να συνεχίσουν την παράδοση.

Με βασικό εργαλείο τα δυο τους χέρια…

Ζητώντας από τον Μιχάλη Σύννο να μας περιγράψει πώς γινόταν παλαιότερα το κτίσιμο των ξερολιθιών, τότε που δεν υπήρχαν μηχανικά μέσα για να βοηθούν στην όλη διαδικασία, χαμογελά και μας δείχνει τα δυο του χέρια. «Παλιά υπήρχε συνεργασία. Μαζευόταν μια ομάδα χωριανών και έκτιζαν στο χωράφι του ενός κι όταν τέλειωναν πήγαιναν στου άλλου. Ετσι κτίστηκαν οι πιο πολλές δόμες. Χρειάζονταν χέρια για να μετακινηθούν οι μεγάλες πέτρες και να μπουν στον τόπο που έπρεπε, αλλά και για να προχωρεί η δουλειά…» μας λέει, επισημαίνοντας ότι συχνά χρησιμοποιούνταν και γαϊδούρια που φορτώνονταν πέτρες για να τις μεταφέρουν από τη μια άκρη του χωραφιού στην άλλη.

«Δεν υπήρχε πέτρα άχρηστη. Μικρές μεγάλες είχαν η καθεμιά τη θέση της, ακόμα και οι πιο μικρές έχουν το ρόλο τους, αφού μπαίνουν σφήνες και κρατούν όλη τη δόμη…» μας περιγράφει, επισημαίνοντας ότι με τον ίδιο τρόπο, εκτός από τις ξερολιθιές που στήριζαν τα χωράφια, «κτίζαμε και περιφράξεις που καθόριζαν και τα σύνορα των περβολιών, αλλά και τις μάντρες για τα ζώα…»

Ρωτώντας τον για τα πλεονεκτήματα που έχει η ξερολιθιά σε αντίθεση με έναν τσιμεντένιο τοίχο αντιστήριξης, ο μάστορας απαντά κατηγορηματικά. «Εκτός της ομορφιάς που δημιουργεί η κτισμένη πέτρα, η δόμη λειτουργεί και σαν κόσκινο αφήνοντας τα νερά των βροχών να απορροφούνται, ενώ ο τσιμεντότοιχος μπορεί να φουσκώσει και να υποχωρήσει, όπως γίνεται και με την πίεση που δέχεται από τις ρίζες ενός πεύκου ή άλλου μεγάλου δέντρου».