Πυξίδα/ Ορίζοντας/  Μιχαήλ Χ. Κάσιαλος, Ο μάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός πριν τον απαγχονισμό του από τους Τούρκους.

Ένα οθωμανικό νησί σε έναν οθωμανικό κόσμο που αλλάζει

[…] Ένα σύνολο από μαρτυρίες καταδεικνύουν ότι στις αρχές του 19ου αιώνα η οθωμανορθόδοξη ελίτ, που είχε αναδυθεί στην Κύπρο από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα ήδη, είχε ισχυροποιήσει σε μεγάλο βαθμό την εξουσία της. Αυτή η οθωμανορθόδοξη ελίτ, που στην ουσία ασκούσε εξουσία στο όνομα του σουλτάνου, αποτελείται κυρίως από τους αρχιερείς της Εκκλησίας της Κύπρου, τον οικονομικά και πολιτικά πανίσχυρο δραγομάνο (divan tercümanı) του παλατιού Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο, μέχρι το 1809 όπου εκτελέσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και ένα σύνολο εύπορων ορθοδόξων κυρίως στην πρωτεύουσα του νησιού. Ας μην ξεχνάμε ότι στο Γενικό Σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας υπάρχει μία αξιοσημείωτη αναφορά για τη διοίκηση της Κύπρου στις πρώτες δεκαετίες του δέκατου ενάτου αιώνα. Όπως δεικτικά επισημαίνεται, στο νησί, … έχουν το προνόμιο οι Κύπριοι να διοικούν αυτοί σχεδόν τοσούτους χρόνους1. Παρόμοια αντίληψη φαίνεται να έχει και ο μουσελίμης του νησιού Μεχμέτ Σιλαχσόρ (Mehmed Silâhşor ή Küçük Mehmed), ο οποίος σε επιστολή του προς το αυτοκρατορικό κέντρο, τον Ιούλιο του 1821, και προσπαθώντας να δημιουργήσει συγκεκριμένο κλίμα, ενημέρωνε ότι «… η ομάδα αυτή ήταν η πλειοψηφία και οι μουσουλμάνοι ήταν η μειοψηφία και ενεργώντας διά της βίας πήραν στα χέρια τους τις υποθέσεις του νησιού…» 2

Η παρουσία αυτής της οθωμανορθόδοξης άρχουσας τάξης στη Λευκωσία φαίνεται να ήταν αρκετά έντονη και αρκετές φορές η συμπεριφορά των μελών της δημιουργούσε αντιδράσεις. […] Σε μια πρώτη ανάγνωση φαίνεται ότι η παλιά οθωμανική τάξη πραγμάτων χάθηκε. Ωστόσο, μια ανάλυση σε περισσότερο βάθος καταδεικνύει ότι απλά η οθωμανική τάξη πραγμάτων άλλαζε, αλλά δεν έπαυε να είναι οθωμανική. Εφόσον αυτή η ορθόδοξη ελίτ αναδυόταν αλλά και λειτουργούσε σε ένα οθωμανικό πλαίσιο και ήταν υποχρεωμένη να συνδιαλέγεται με το αυτοκρατορικό κέντρο για να μπορεί να υπάρχει, ήταν μια οθωμανική ελίτ που δεν μπορούσε παρά να εκφράζει την οθωμανικότητα της περιοχής της και να αναπαράγει την οθωμανική εξουσία στο νησί. Δεν μπορούσε παρά να διατηρεί αλλά και να επανεντάσσει συνεχώς τον κυπριακό χώρο σε έναν κόσμο οθωμανικό. Σε αυτήν την Κύπρο που, όπως επισημαίνει ο Γάλλος πρόξενος, από το 1806 ήδη οι επίσκοποι «ίσως ήλπιζον να γένωνται πρίγκιπες όπως οι της Βλαχίας και της Μολδαβίας»3, θα επιστρέψει ο Κυπριανός και θα ανελιχθεί στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Κατά τη γνώμη μου, οι εκτελέσεις του 1821 στη Λευκωσία συνδέονται περισσότερο με μια οθωμανική πραγματικότητα στην Κύπρο αλλά και σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας στις αρχές του 19ου αιώνα και λιγότερο με την Ελληνική Επανάσταση. Η πραγματικότητα αυτή αφορά την τοπική οθωμανορθόδοξη εξουσία, η οποία, ενταγμένη στο οθωμανικό πλαίσιο, εκφράζει την οθωμανικότητα της περιοχής της και υπονομεύει με την ύπαρξή της, σε κάποιο βαθμό, την ισχύ της μουσουλμανικής διοικητικής άρχουσας τάξης. Δεν φαίνεται όμως να εκφράζει αυτό που η Ελληνική Επανάσταση επεδίωκε, την απομάκρυνση του οθωμανικού αυτοκρατορικού πλαισίου, την κατάλυση της εξουσίας του σουλτάνου, ως μιας εξουσίας αναχρονιστικής και απολυταρχικής και τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου εθνικού κράτους.

Κατά τη γνώμη μου, οι εκτελέσεις του 1821 στη Λευκωσία συνδέονται περισσότερο με μια οθωμανική πραγματικότητα στην Κύπρο αλλά και σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας στις αρχές του 19ου αιώνα και λιγότερο με την Ελληνική Επανάσταση.

 Ο Κυπριανός ως τοπικός οθωμανορθόδοξος ηγεμόνας

Προχωρώντας πιο κοντά στο 1821 και λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, ο Κυπριανός, ένας ήδη ιδιαίτερα μορφωμένος κληρικός, επέστρεψε το 1802 από τη Βλαχία στην Κύπρο. Έζησε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια άλλη περιφέρεια της αυτοκρατορίας, η οποία βρισκόταν κάτω από ένα διαφορετικό διοικητικό σύστημα στο οποίο πρωτοστατούσαν οι Φαναριώτες ηγεμόνες, ορθόδοξοι δηλαδή ηγεμόνες που διοικούσαν τις περιοχές τους στο όνομα του Οθωμανού σουλτάνου. Ηγεμόνες που, όπως επισημαίνει και ο Νικολάε Ιόργκα, προωθούσαν τα ελληνικά γράμματα, αλλά δεν λειτουργούσαν σαν Έλληνες που ήθελαν να εξελληνίσουν, αλλά σαν κληρονόμοι ενός παγκόσμιου ελληνόγλωσσου πολιτισμού, ο οποίος μέσω μιας βυζαντινής παράδοσης προσπαθούσε να κερδίσει κάθε τι ορθόδοξο4.

Αυτό που χαρακτήριζε τον Κυπριανό όταν επέστρεψε στην Κύπρο το 1802, σύμφωνα και με τους βιογράφους του, ήταν η ανώτερή του Παιδεία και η διπλωματική και πολιτική του δεξιότητα. Πέραν τούτου, ο πρωταρχικός στόχος της αποστολής του στη Βλαχία είχε πετύχει, αφού με την επιστροφή του έφερε στη Μονή Μαχαιρά σημαντικό ποσό χρημάτων και μπόρεσε να αποπληρώσει τα διάφορα χρέη που είχε η αδελφότητα. […]  Η πορεία του μέχρι το διορισμό του στη θέση του οικονόμου της Αρχιεπισκοπής καταδεικνύει την ισχυρή θέλησή του για ενασχόληση με την πολιτική στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ανώτατου κλήρου της Εκκλησίας της Κύπρου. Επιπρόσθετα, ο Κυπριανός φαίνεται να είχε ένα δίκτυο ανθρώπων στη Λευκωσία που τον βοήθησαν να πλησιάσει τα ανώτερα στρώματα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βιογράφοι του Κυπριανού αναφέρουν ότι «φιλοδοξώντας ανώτερα αξιώματα και ανώτερες δράσεις […] κατόρθωσε με τη δραστηριότητά του να επιβληθεί στους κοινωνικούς κύκλους της Λευκωσίας και να προσληφθεί στην Αρχιεπισκοπή, διοριζόμενος από τον υπέργηρο και ανάπηρο ήδη Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο ως οικονόμος της Αρχιεπισκοπής»5.

Μετά και την επιτυχημένη διαμεσολάβησή του κατά τη διάρκεια της πολύμηνης εξέγερσης του 1804 στη Λευκωσία, ο Κυπριανός, ως οικονόμος της Αρχιεπισκοπής Κύπρου, αναδείχθηκε ίσως ως ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς άντρες στο νησί. Το γεγονός ότι η εξέγερση του 1804 οδήγησε αργότερα και στην εκτέλεση του πανίσχυρου δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, μιας εν δυνάμει ορθόδοξης απειλής για την εξουσία του Αρχιεπισκόπου, δημιουργούσε τις συνθήκες για έναν πιο ισχυρό ρόλο των Κυπρίων αρχιερέων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την εξέγερση του 1804, στη λογική της συνεχούς διαπραγμάτευσης της τοπικής εξουσίας με το αυτοκρατορικό κέντρο, με επιστολή τους προς την Υψηλή Πύλη οι αρχιερείς ζητούν όπως ο νέος Οθωμανός διοικητής συνοδεύεται και από τουλάχιστον 500 στρατιώτες για αποτροπή μελλοντικών εξεγέρσεων. Επιπρόσθετα, ζήτησαν όπως ο Αχμέτ Πασάς (Ahmed Paşa), ο οποίος ηγήθηκε των στρατευμάτων που κατέστειλαν την εξέγερση, διοριστεί ως ο επόμενος Οθωμανός διοικητής, κάτι που έγινε6.

Λίγο αργότερα, και όπως όλα μαρτυρούν, χάρη και στην έντονη κινητικότητα του Κυπριανού και του κύκλου που τον στήριζε, τον Μάιο του 1810, μετά από διαταγή του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ (1808‐1839), ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος (1767‐1810) και ο Μητροπολίτης Κιτίου Χρύσανθος (1797‐1810) εξορίστηκαν στην Εύβοια και η Υψηλή Πύλη έστειλε στο νησί τα βεράτια διορισμού των αντικαταστατών τους, του Κυπριανού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και του Μελετίου Β΄ (1810‐1821) στο θρόνο της Μητρόπολης Κιτίου. Ο απευθείας διορισμός του Κυπριανού από την Υψηλή Πύλη ενόσω ακόμα ζούσε ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος δημιούργησε εύλογες υποψίες ότι πίσω από τις ενέργειες για την εξορία του δεύτερου βρισκόταν ο ίδιος και το δίκτυό του στο οθωμανικό παλάτι.

Η παρουσία αυτής της οθωμανορθόδοξης άρχουσας τάξης στη Λευκωσία φαίνεται να ήταν αρκετά έντονη και αρκετές φορές η συμπεριφορά των μελών της δημιουργούσε αντιδράσεις.

[…] Το κυρίαρχα στοιχεία της αρχιερατείας του Κυπριανού ήταν η προσπάθεια για βελτίωση του πολιτιστικού επιπέδου στο νησί, αλλά και η συνεχής πίστη του προς το οθωμανικό κράτος και τον Οθωμανό σουλτάνο. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, αντιλαμβανόμενος τον εαυτό του ως ηγεμόνα της Κύπρου, υποσκελίζοντας συχνά τον Οθωμανό διοικητή, όπως αναφέρει περιηγητής7, και επηρεασμένος από τη μακρά παραμονή κοντά σε Φαναριώτη ηγεμόνα, αμέσως μετά την ενθρόνισή του προώθησε τη λειτουργία Σχολών, οι οποίες θα συνέβαλλαν στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων. Παράλληλα, όμως, παρέμενε εντός του οθωμανικού πλαισίου εξουσίας που τον ανέδειξε και το 1815, με εγκύκλιό του, επεσήμανε την επικινδυνότητα των τεκτόνων, οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, δρούσαν όχι μόνο ενάντια στην ορθόδοξη πίστη, αλλά «… και εις τα θεσπίσματα του βασιλέως εναντιούνται, και τέλος πάντων δι’ όσα κακά έχουσι και κηρύσσουσιν, άξιοι θανάτου εισίν».8 […] Η κίνησή του αυτή θα μπορούσε ίσως να παραλληλιστεί με το περιεχόμενο της Πατρικής Διδασκαλίας του 1798, που καλούσε τους ορθοδόξους να κλείσουν τα αυτιά τους και να μη δώσουν καμία σημασία στις νεοφανείς ελπίδες της ελευθερίας που είναι ενάντια στα ρητά της Θείας Γραφής, τους καλούσε να διαφυλάξουν στερεά την πατροπαράδοτη πίστη τους και ως οπαδοί του Χριστού να δείχνουν απαρασάλευτη υποταγή στην πολιτική διοίκηση.

Στη δίνη μιας επανάστασης ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορική εξουσία

Το ζήτημα αποδοχής εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού των ιδεών και των στόχων των μελών της Φιλικής Εταιρείας, ενώ από τη μια, όπως προαναφέρθηκε, εκλαμβάνεται από την παραδοσιακή βιβλιογραφία και την προσπάθεια απόδοσης ενός «εθνικού» ρόλου στην Εκκλησία ως δεδομένο, από την άλλη τα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία δεν τεκμηριώνουν την άποψη αυτή. Αντίθετα, τα αρχειακά κείμενα, όπως η εγκύκλιος του Κυπριανού, τεκμηριώνουν την πίστη του Αρχιεπισκόπου στον Οθωμανό σουλτάνο. Το 1818 ο έμπορος Στέργιος Χατζηκώστας και ο Δημήτριος Ύπατος, εκπρόσωποι της Φιλικής Εταιρείας, επισκέφθηκαν τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και πέτυχαν υπόσχεσή του για οικονομική ενίσχυση των σχεδίων τους. Της επίσκεψης των πιο πάνω είχε προηγηθεί συνάντηση του Κυπριανού με απεσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας, στον οποίο επίσης δόθηκε η υπόσχεση για οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης. Δύο χρόνια μετά, η Φιλική Εταιρεία αποστέλλει άλλον εκπρόσωπό της με σκοπό ο Αρχιεπίσκοπος «… να φιλοτιμηθή να βοηθήση»9. Η φράση αυτή είναι, ίσως, ένα στοιχείο που δείχνει ότι η Φιλική Εταιρεία διακατεχόταν από αμφιβολίες για τη συνδρομή του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού.

Σε μια τέτοια οθωμανική και κυπριακή ιστορική πραγματικότητα, ο Κυπριανός βρέθηκε στη δίνη μιας Επανάστασης που δεν συμμετείχε, ως μέρος μιας οθωμανορθόδοξης κοσμικής εξουσίας.

Ωστόσο, ο Κυπριανός, πολύ σύντομα θα βρίσκονταν εντός της δίνης της Ελληνικής Επανάστασης, όχι με πρωτοβουλία δική του, αλλά, με τις ενέργειες του Οθωμανού διοικητή του νησιού, του μουσελίμη Κουτσιούκ Μεχμέτ, ο οποίος, αντιδρώντας κι αυτός στον οθωμανικό κόσμο που άλλαζε, με πρόσχημα την ίδια την Επανάσταση, θα πετύχει τον βασικό του σκοπό, που ήταν η εξαφάνιση της οθωμανορθόδοξης άρχουσας τάξης στο νησί. Ενός μουσελίμη ο οποίος φαίνεται ότι επιλέχθηκε από τον Καπουδάν Πασά με στόχο να «[…] καταστρέψει την επιρροή του ανώτατου εκκλησιαστικού άρχοντα, ο οποίος […] κατείχε σχεδόν εξολοκλήρου την διοικητική εξουσία»10. Με ψευδείς μαρτυρίες, ο Κουτσιούκ Μεχμέτ αιτήθηκε την αποστολή στρατευμάτων και την εκτέλεση μελών της οθωμανορθόδοξης άρχουσας τάξης. Η Υψηλή Πύλη απέστειλε στρατεύματα που αποβιβάστηκαν στο νησί τον Μάιο του 1821. Σε σχέση με το δεύτερο αίτημα του μουσελίμη, η Υψηλή Πύλη δεν το ενέκρινε και αντί αυτού απέστειλε στο νησί διάταγμα για γενικό αφοπλισμό των μη μουσουλμάνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απάντησή της η Υψηλή Πύλη σημείωνε ότι από τότε που κατακτήθηκε η Κύπρος οι Ορθόδοξοι του νησιού δεν φαίνεται να προέβησαν σε κάποια εγκληματική πράξη κατά της διοίκησης, αλλά τουναντίον, όταν σημειώθηκαν εξεγέρσεις αυτοί ενώθηκαν με τα νικηφόρα στρατεύματα του κράτους και συνέβαλαν στην υποταγή των αποστατών11.

Το διάταγμα αφοπλισμού εφαρμόστηκε στις 5 Μαΐου, ενώ, σύμφωνα και με τις αναφορές του Γάλλου πρόξενου στο νησί, ο μουσελίμης δημιούργησε ένα πλαίσιο τρομοκράτησης του πληθυσμού αλλά και θησαυρισμού του ιδίου. Παράλληλα, εισηγήθηκε εκ νέου την εκτέλεση Ορθοδόξων και αυτή τη φορά ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ (1808‐1839), που προσπαθούσε να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση, ενέκρινε το αίτημά του. Στις 9 Ιουλίου άρχισαν οι εκτελέσεις από τον κατάλογό του Κουτσιούκ Μεχμέτ, με πρώτους εκτελεσθέντες του Ορθόδοξους επισκόπους. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός κρεμάστηκε στην πλατεία έξω από το παλάτι του διοικητή, ενώ οι άλλοι τρεις αρχιερείς αποκεφαλίστηκαν. Όπως περιγράφει ο Τζον Καρν που βρισκόταν στο νησί, ο Κουτσιούκ Μεχμέτ πρόσβαλε αρκετές φορές τον Κυπριανό και απαντώντας σε ένα από τα σχόλιά του, ο Αρχιεπίσκοπος φαίνεται να είπε ότι ο ίδιος υπηρέτησε πάντοτε τον σουλτάνο με ακεραιότητα, αλλά τώρα διαπίστωσε ότι τον εγκατέλειψε και τον παρέδωσε στην κακία των εχθρών του12. Τα λόγια του Κυπριανού προς τον Μεχμέτ Κουτσιούκ λίγο πριν την αγχόνη καταδεικνύουν ότι ο Κυπριανός ήταν το αποκορύφωμα μιας οθωμανικής κυπριακής πραγματικότητας που σταδιακά από την κατάκτηση της Κύπρου και έπειτα καθιστούσε τους αρχιερείς της Εκκλησίας της Κύπρου την ισχυρότερη μορφή κοσμικής εξουσίας στο νησί. Και ως τέτοια, εντασσόταν σε έναν κύκλο υπονόμευσης από άλλους φορείς οθωμανικής εξουσίας.

(Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ), αντιδρώντας κι αυτός στον οθωμανικό κόσμο που άλλαζε, με πρόσχημα την ίδια την Επανάσταση, θα πετύχει τον βασικό του σκοπό, που ήταν η εξαφάνιση της οθωμανορθόδοξης άρχουσας τάξης στο νησί.

[…] Σε μια τέτοια οθωμανική και κυπριακή ιστορική πραγματικότητα, ο Κυπριανός βρέθηκε στη δίνη μιας Επανάστασης που δεν συμμετείχε, ως μέρος μιας οθωμανορθόδοξης κοσμικής εξουσίας. Μιας επανάστασης που διέλυσε την οθωμανική κατάσταση πραγμάτων στις περιοχές που πραγματοποιήθηκε και διαμόρφωσε το ελληνικό εθνικό κράτος απομακρύνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική εξουσία. Μιας επανάστασης η οποία ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση και φιλοδοξούσε να τερματίσει την ελέω θεού εξουσία του μονάρχη, αφού, όπως σημείωνε και ο Θεοδωρος Κολοκοτρώνης, η Γαλλική Επανάσταση άνοιξε τα μάτια του κόσμου. Πριν, […] τους βασιλείς τούς ενόμιζαν ως θεούς της γης και ό,τι και αν έκαμναν, το έλεγαν καλά καμωμένο.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρέμβασή μου για την Ελληνική Επανάσταση και την Κύπρο, και σε μια λογική που δεν βλέπει την ιστορία να έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα, αλλά την αντιμετωπίζει ως το μόνο μας μέσο για να κατανοήσουμε τον κόσμο μας, πιστεύω ότι ένας συγκεκριμένος στοχασμός του Διονύσιου Σολωμού είναι σήμερα αναγκαίος όσο ποτέ: «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές». Και ό,τι είναι αληθές είναι στην ιστορία μας, μακριά από κατασκευές και μύθους και εύηχα «εθνικά» αφηγήματα που στόχο έχουν τη δημιουργία ενός ιστορικά αντεστραμμένου κόσμου.

Μιχάλης Ν. Μιχαήλ

Αποσπάσματα από το κείμενο «Μια οθωμανική εξουσία στη δίνη μιας επανάστασης» του καθηγητή στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Κύπρο Μιχάλη Ν. Μιχαήλ. Το κείμενο ήταν ομιλία στις εκδηλώσεις του Πανεπιστημίου Κύπρου για τα διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εποχή τεύχος 348.

Παραπομπές

  1. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήνα 1859, σ. 53.
  2. Επιστολή από τον μουσελίμη της Κύπρου Μεχμέτ Σιλαχσόρ προς το αυτοκρατορικό κέντρο, ημερομη‐ νίας 16 Ιουλίου 1821 (15 Şevval 1236). Başbakanlık Osmanlı Arşivi (BOA), HAT, Dosya 837/Gömlek 37750.
  3. Νεοκλής Κυριαζής, «Η στάσις της Λευκωσίας», Κυπριακά Χρονικά, Ζ (1930) 211.
  4. Nicolae Iorga, Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιo, Gutenberg, Αθήνα 1985 (μτφ. Γιάννης Καράς), σ. 226.
  5. Ιερώνυμος Κ.Περιστιάνης Ι.Κ., «Ο εθνομάρτυς Κυπριανός», Χριστοφίδου Δ. Κωνσταντίνος (επιμ.), Πανηγυρικόν Λεύκωμα επί τη τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του εθνομάρτυρος Κυπριανού, Λευκωσία 1929, σ. 30.
  6. BOA, HAT, 81/3375‐C. Ημερομηνία εγγράφου, 9 Φεβρουαρίου 1805 [9 Zilkade 1219].
  7. «Αυτό τον καιρό διαμφισβητεί τα πρωτεία του μουτεσελίμη που διορίζεται συνήθως για ένα χρόνο από τον καπουτάν πασά…». Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Κύπρος 1800‐1878. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας στη Γερμανική έρευνα και κριτική, Αθήνα 2000, σ. 59.
  8. Εγκύκλιος Αρχιεπισκόπου Κυπριανού κατά των φαρμασώνων, ημερομηνίας 2 Φεβρουαρίου 1815. Βλ. Οικ. Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, σ. 228‐232.
  9. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν της ελληνικής Επαναστάσεως, τ.1, Αθήνα, 1859, σ.53
  10. Κηπιάδης, Απομνημονεύματα, ό.π., 7.
  11. Φιλήμων, Δοκίμιον, σ. 259.
  12. John Carne, Letters from the East, London 1826, σ. 462.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.