Παιδί τρίτης γενιάς μεταναστών από την Τουρκία στη Γερμανία, η ευρωβουλευτής μιλά για τις «πληγές» στη χώρα της και στον κόσμο

Συνέντευξη στην Άννα Μισιαούλη

 

Παιδί τρίτης γενιάς μεταναστών από την Τουρκία στη Γερμανία και προερχόμενη από πολιτική οικογένεια, η Ozlem Demirel μίλησε στην «Κυριακάτικη Χαραυγή» για την άνοδο της ακροδεξιάς, το ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου για κοινωνικές πολιτικές και τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας. Ως μέλος της αντιπροσωπείας του Ευρωκοινοβουλίου για τις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας, αλλά και μέλος της ομάδας Κουρδικής Φιλίας του Σώματος, συνέβαλε στο άνοιγμα της συζήτησης στην Ευρωβουλή για ζητήματα που αφορούν τον κουρδικό λαό και την προώθηση ψηφίσματος που αφορά την απομάκρυνση των εκλεγμένων δημάρχων στις περιοχές Diyarbakir, Van και Mardin. Ο διορισμός εντολοδόχων στερείται νομιμότητας, γεγονός που θεωρείται ότι συνιστά παραβίαση των πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επισημαίνει.

 

Ως παιδί οικογένειας μεταναστών πώς βιώνεις την άνοδο του φασισμού και επιθέσεων κατά μεταναστών και προσφύγων;

Ο παππούς μου ήταν από τους πρώτους μετανάστες που έφυγαν από την Τουρκία και πήγαν στη Γερμανία για δουλειά μετά από κάλεσμα της χώρας αυτής για ανθρώπινο εργατικό δυναμικό – guest worker. Δηλαδή πήγαιναν στη Γερμανία να εργαστούν για την ανοικοδόμησή της και μετά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Εγώ γεννήθηκα στην Τουρκία επειδή οι γονείς μου επέστρεψαν εκεί. Επέστρεψα στη Γερμανία μικρό παιδί και σε οικογένεια προσφύγων εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης στην Τουρκία, τα χρόνια μετά από πραξικόπημα στη χώρα.

Υπάρχει μεγάλη συζήτηση στη Γερμανία για το θέμα, ιδιαίτερα μετά την άνοδο του AfD λαϊκιστικού κόμματος. Το AfD είναι ακροδεξιό κόμμα και η αλήθεια είναι πως σήμερα δημιουργείται το πλαίσιο για να δράσουν οι νεοναζί στη χώρα. Κι αυτό το συμπέρασμα έχει να κάνει με το πώς ήταν τα πράγματα πριν από μια δεκαετία. Αυτό με φοβίζει, όχι μόνο ως άτομο, αλλά με φοβίζει και πολιτικά. Και αυτό δεν είναι μόνο φαινόμενο της Γερμανίας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης, αγγίζει τη Βραζιλία, φτάνει στις ΗΠΑ. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, χρειάζεται να ανοίξουμε τη συζήτηση για τη δημιουργία ενός κινήματος, όχι μόνο αντιφασιστικού, αλλά που να εμπλέκει και τους εργαζομένους και τις οικογένειές τους. Ένα κίνημα για διεκδίκηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, για κοινωνικά και ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και για ειρήνη σε διεθνές επίπεδο.

Νομίζεις ότι υπάρχει ο χώρος για τη δημιουργία ενός τέτοιου κινήματος για την κινητοποίηση ανθρώπων, αλλά και τη δημιουργία μιας δυναμικής διεκδίκησης που θα έχει αποτέλεσμα και αντίκτυπο στη σημερινή κατάσταση;

Στη Γερμανία τα πράγματα είναι τα ίδια ή παρόμοια με άλλες χώρες. Υπάρχει πόλωση. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι για ένα τέτοιο κίνημα. Είχαμε και στο Βερολίνο κινητοποίηση με 250 χιλιάδες ανθρώπους το 2015. Άνθρωποι που βγήκαν στους δρόμους για να πουν όχι στο ρατσισμό. Επομένως, υπάρχει ουσιαστικά ένα κίνημα και δεν είναι μόνο αντιρατσιστικό. Είναι και το εργατικό κίνημα που συναντάται σε ολόκληρη την Ευρώπη και γίνεται όλο και πιο διεθνές σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Το παράδειγμα των εργαζομένων στη Ryanair είναι χαρακτηριστικό. Οι εργαζόμενοι προέβησαν σε συνεχιζόμενες απεργίες, αν θυμάστε. Άλλο παράδειγμα είναι οι απεργίες των εργαζομένων στην Amazon που έγιναν σε διεθνές επίπεδο. Έχουμε επίσης το κίνημα των νέων για την κλιματική αλλαγή που έγινε επίσης διεθνές. Στη Γερμανία το κίνημα «Παρασκευές για το μέλλον» (Fridays for Future) είναι πολύ μεγάλο. Όλα αυτά είναι πολύ ελπιδοφόρα. Και όλα αυτά σχετίζονται και με την ιδεολογία και με το πάθος για αλλαγή της κατάστασης. Το ερώτημα που μου δημιουργείται ως ευρωβουλευτής και πολιτικός είναι πώς μπορώ να συμβάλω στο να καλλιεργηθεί και να μεγαλώσει περισσότερο αυτό το κίνημα, ώστε να έχει ένα καλό αποτέλεσμα. Ίσως να είναι ένα ερώτημα που όλοι χρειάζεται να θέσουμε.

Νομίζεις ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάνει όσα μπορεί να κάνει για να αποφευχθεί ο νεοφασισμός από το να κυριαρχήσει; Μπορεί το Ευρωκοινοβούλιο να κάνει κάτι για να σταματήσει την άνοδο του νεοφασισμού; Όχι μόνο από το να ενταχθεί στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά να μην αποκτά πολιτικό έρεισμα στις κοινωνίες και στην πολιτική ζωή των κρατών-μελών της ΕΕ; Υπάρχει τρόπος το Ευρωκοινοβούλιο να το σταματήσει αυτό;

Θεωρώ πως αυτό είναι εφικτό. Πρώτα όμως πρέπει να απαντήσουμε το ερώτημα για το ποιες είναι οι πολιτικές της ΕΕ και σε ποια κατεύθυνση ωθούν την πολιτική και κοινωνική ζωή. Πολιτικές που δεν αφήνουν την ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως γινόταν παλαιότερα σε κάποιες χώρες και οι οικονομίες χρησιμοποιούνταν για να καταπιεστούν τα κοινωνικά δικαιώματα, αλλά και οι αμοιβές των εργαζομένων. Έτσι ήταν μια κοινωνική αρένα όπου μπορούσαν να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν δεξιές πολιτικές και κόμματα. Η απομόνωση είναι ένα άλλο στοιχείο. Για παράδειγμα η Ιταλία ήταν για πολλά χρόνια μόνη, το ίδιο και η Γερμανία. Και αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που οδηγεί σε κακές πολιτικές που ευνοούν την άνοδο της ακροδεξιάς και του φασισμού. Όσον αφορά τι μπορεί να κάνει το Ευρωκοινοβούλιο πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι δεν μπορεί από πλευράς δικαιοδοσίας να επιβληθεί στα κράτη-μέλη. Μπορεί συμβολικά να πιέσει για μεταρρυθμίσεις σε ένα κράτος-μέλος. Και το βλέπουμε στη μεταναστευτική πολιτική. Άνθρωποι πεθαίνουν στη θάλασσα και το Ευρωκοινοβούλιο προχώρησε σε ψήφισμα για μεταρρυθμίσεις στα κράτη-μέλη. Όμως είναι τα ίδια τα κράτη-μέλη που δεν υιοθέτησαν και εφάρμοσαν το ψήφισμα. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Νομίζω είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν θέλουμε να επιτύχουμε αλλαγή, χρειαζόμαστε κοινωνικές πολιτικές και όταν θέλουμε καλύτερη ζωή για τους λαούς στην Ευρώπη χρειαζόμαστε ένα διεθνιστικό μυαλό: Να κατανοούμε ότι ο αγώνας των Ελλήνων είναι και αγώνας των Γερμανών. Αυτό που θα μπορούσε κανείς να κάνει είναι να συμβάλει στη διασφάλιση της εμπλοκής των λαών και των κινημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη στη διαμόρφωση κοινωνικών πολιτικών.

Είσαι μέλος της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας. Πώς βλέπεις αυτή τη σχέση;

Συμβαίνουν δύο τινά. Σε κάποιες περιπτώσεις η Ευρώπη, οι ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΕ, μιλούν με φόβο για τις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας και την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία. Από την άλλη είναι η πολιτική και οι πραγματικότητές της. Η ΕΕ σκέφτεται το συμφέρον της. Ταυτόχρονα, οι τουρκικές πολιτικές και η επιθυμία του Προέδρου Ερντογάν να είναι ο μόνος ηγέτης στη λήψη αποφάσεων, το οποίο και κατάφερε με την αλλαγή του Συντάγματος, αλλά αυτό έγινε με καταπιεστικό τρόπο, ιδιαίτερα απέναντι στην αντιπολίτευση, όπως στην περίπτωση του Σελαχατίν Ντεμιρτάς. Γι’ αυτό εγείρεται και το ερώτημα τι θα γίνει στην Τουρκία. Και πιστεύω ότι ο κ. Ερντογάν είναι υπό αμφισβήτηση τώρα περισσότερο από προηγουμένως. Το Ευρωκοινοβούλιο και τα μέλη του προχωρούμε σε ψηφίσματα για τις πολιτικές του κ. Ερντογάν. Όπως το ψήφισμα για την απομάκρυνση και αντικαταστάσεις με εντολοδόχους της τουρκικής κυβέρνησης τριών εκλεγμένων δημάρχων στις περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου συγκεντρώνονται μεγάλοι πληθυσμοί Κούρδων και μεγάλα ποσοστά για το φιλοκουρδικό κόμμα HDP. Είναι σημαντικό να υπάρχουν τέτοιες κινήσεις και ψηφίσματα από πλευράς του Ευρωκοινοβουλίου, επειδή αποτελούν πολιτικά μηνύματα. Και υπάρχουν ευρωβουλευτές που σκέφτονται παρόμοια με εμάς τους ευρωβουλευτές της GUE. Οι χώρες σκέφτονται τις πολιτικές στη βάση οικονομικών συμφερόντων. Αυτό πρέπει να αλλάξει ώστε γνώμονας για τη διαμόρφωση πολιτικών να είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, που αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να είναι προτεραιότητα.